Το κείμενο αυτό το έγραψα μία ημέρα πριν από την τελική απόφαση για την Ολυμπιάδα του 2004.
Εάν έχουμε κερδίσει τους Αγώνες, θα αισθανόμαστε ιδιαίτερη περηφάνια και θα πανηγυρίζουμε (οι περισσότεροι) ενώ πολλοί θα είναι και οι μνηστήρες αυτής της νίκης. Εάν έχουμε χάσει παρά την άψογη παρουσία μας, τη θετική εικόνα μας της Ελλάδας και την όλη διαδικασία διεκδίκησης, θα έχουμε (οι περισσότεροι) μια αίσθηση απογοήτευσης, θα αναζητούμε υπεύθυνους εντός και εκτός Ελλάδας και θα επικρίνουμε τη ΔΟΕ προτείνοντας νέους τρόπους λειτουργίας της.
Τα αισθήματα αυτά συσκοτίζουν ένα ουσιαστικότερο, κατά τη γνώμη μου, ζήτημα. Εχοντας προσωπική εμπειρία και των δύο διεκδικήσεων, του 1996 και του 2004, έχω πολλές φορές αναρωτηθεί για την πραγματική μας σχέση με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η ιδιαίτερη σχέση της Ελλάδας με τους Αγώνες δεν μπορεί παρά να αναδεικνύει τη φιλοσοφία που θα θέλαμε να προσδώσουμε σε όλη αυτή την παράδοση.
Ποια η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας; Η διεκδίκηση της τέλεσης προβάλλει μεν το ενδιαφέρον μας· το ίδιο όμως ενδιαφέρον έχουν όλες οι υποψήφιες πόλεις. Σε τι διαφέρουμε; Πολλοί ερμηνεύουν την ιδιαιτερότητα αυτή ως το «δικαίωμά μας» στην παράδοση αυτή, ως γενέτειρά της. Οταν όμως την παράδοση των ολυμπιακών ιδεωδών την έχουν έμπρακτα ενστερνισθεί και ενσωματώσει τόσες χώρες, όταν την αρχαία ελληνική γλώσσα ή τα κλασικά γράμματα τα γνωρίζουν και τα αναδεικνύουν επιστήμονες άλλων χωρών με τρόπο πολύ πιο ουσιαστικό από το δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα, τότε μια στάση που λέει ότι αυτή η παράδοση «ανήκει» στην Ελλάδα, είναι «δικαίωμά» της, ακούγεται τουλάχιστον υπεροπτική. Ακούγεται ως «νεκροσυλία».
Πάντα έβλεπα τον δεσμό μας με την αρχαία ελληνική παράδοση πολύ περισσότερο ως ευθύνη παρά ως δικαίωμα. Ευθύνη προσφοράς, ευθύνη συμμετοχής, ευθύνη δημιουργίας και πρότασης. Από την εμπειρία μου στο υπουργείο Εξωτερικών μπορώ να διαβεβαιώσω ότι και αυτήν τη στάση αναμένει η διεθνής κοινότητα από τη χώρα μας. Αντί της διαμαρτυρίας που φθάνει στα όρια μιας κουραστικής γκρίνιας και μοιρολατρίας μπορούμε να κινηθούμε με μεγαλοπρέπεια, μεγαλοψυχία, φαντασία και αισιοδοξία. Μια προσφορά του σύγχρονου ελληνισμού στη διεθνή κοινότητα θα εκτιμηθεί δεόντως. Θα μας δώσει τη δυνατότητα να αξιοποιήσουμε την «ταύτισή μας» με την αρχαία μας παράδοση με τρόπο εποικοδομητικό για τη χώρα μας και για άλλους λαούς.
Μέσα από αυτό το πρίσμα θα δούμε και την παράδοση των Ολυμπιακών Αγώνων. Δηλαδή ως μια προσφορά της χώρας μας στη σύγχρονη διεθνή κοινότητα. Προσφορά αναβάπτισης μιας παγκόσμιας παράδοσης στις ρίζες της, διευρύνοντας την εμβέλεια και την επιρροή των παραδόσεων αυτών στις οποίες ζωντανά συμμετέχουμε. Αν δεχθούν οι αθάνατοι ή όχι την προσφορά μας για την τέλεση των Αγώνων, θα το γνωρίζουν ήδη οι αναγνώστες του κειμένου αυτού. Θεωρώ όμως την προσφορά αυτή μικρή μπροστά στις δυνατότητές μας.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες αποτελούν σήμερα το μόνο ίσως πολιτιστικό και αθλητικό γεγονός παγκόσμιας εμβέλειας. Αποτελούν στο παγκόσμιο χωριό που δημιουργείται τη μεγάλη γιορτή, με την οποία όλοι μπορούν να ταυτίζονται. Δημιουργείται ο πυρήνας μιας κοινής πολιτιστικής παράδοσης σε διεθνές επίπεδο (πάντα βέβαια με την ισχυρή παρουσία των ΜΜΕ).
Το νόημα λοιπόν που προσδίδουμε στους Αγώνες δεν είναι καθόλου αμελητέο. Σχετίζεται με τις αξίες και τα πρότυπα που θα κυριαρχήσουν στη νέα γενιά τού αύριο. Θα διαπαιδαγωγήσει συνειδήσεις σε όλο τον κόσμο.
Ηδη τα ιδεώδη των Ολυμπιακών Αγώνων έχουν τρωθεί. Η ευγενής άμιλλα, το «μέτρο», ο εθελοντισμός και η ερασιτεχνική διάστασή τους συμβιβάζονται με τη χρήση αναβολικών, την υπερβολή στην προσπάθεια απόκτησης ενός μεταλλίου, την εμπορευματοποίηση. Στη διεκδίκηση των Αγώνων έχουμε δεχθεί τους κανόνες του σύγχρονου παιχνιδιού. Αρα έχουμε δεχθεί τα θετικά και αρνητικά αυτών.
Ο ρόλος μας όμως είναι πολύ σημαντικότερος. Πέρα από τη διεκδίκηση και τους Αγώνες η ευθύνη μας είναι να συνθέσουμε μια αρχαία παράδοση με την οποία είμαστε συναισθηματικά συνδεδεμένοι και ονομαστικά ταυτισμένοι με τον σύγχρονο κόσμο. Να μετατρέπουμε την αρχαία αυτή παράδοση σε έννοιες που μπορούν να εμπνεύσουν εμάς αλλά και άλλους λαούς, δίνοντας νόημα και πρότυπα για την καθημερινή τους ζωή. Εντέλει να προσφέρουμε στη σύγχρονη αυτή κοινωνία μια νέα πηγή έμπνευσης μπροστά στις καινούργιες και δύσκολες προκλήσεις της εποχής.
Σε αυτό το πλαίσιο σκέψης πήρα μια πρωτοβουλία. Από τις αρχαίες μας παραδόσεις, που συνδέονται με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, η έννοια και η πρακτική της «εκεχειρίας» δεν έχει αναβιώσει. Η «εκεχειρία» κατά τη διάρκεια των Αγώνων ήταν κάτι το οποίο η Μελίνα ονειρευόταν. Η ΔΟΕ κατάφερε να προωθήσει την ιδέα αυτή στα Ηνωμένα Εθνη και να αποσπάσει δύο ψηφίσματα, το 1993 και το 1994, για την αναβίωση της αρχαίας ελληνικής παράδοσης της «εκεχειρίας». Η προσπάθεια αυτή, δυστυχώς, είχε μικρά αποτελέσματα.
Η «εκεχειρία» κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων θα αποτελούσε μια μικρή επανάσταση στα διεθνή δεδομένα. Θα διαπαιδαγωγούσε τις νέες γενιές για τη σημασία της ανοχής και της διαπραγμάτευσης ως μέσου επίλυσης διαφορών. Οι Αγώνες ή ακόμη καλύτερα και η Ολυμπία θα μπορούσε να αποτελέσει την εστία συνάντησης αντιμαχόμενων πλευρών κατά τη διάρκεια των Αγώνων. Φορείς και κινήματα πολιτών ανά τον κόσμο θα μπορούσαν να συμμετάσχουν στην εκστρατεία αυτή ειρήνης.
Προτείνω η Ελλάδα να αναλάβει πρωτοπόρα την προσπάθεια αυτή. Μια προσπάθεια δύσκολη. Μια προσπάθεια που όμως ταιριάζει στην εικόνα που εγώ πιστεύω (και πολλοί θα ήθελαν) θα αναδεικνύει την Ελλάδα στη διεθνή κοινή γνώμη.
Συζήτησα την πρόταση αυτή με μέλη της ΔΟΕ και τον Πρόεδρό της Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ. Η αντίδρασή του ήταν η εξής: «Εάν η Ελλάδα πάρει τους Αγώνες, τότε μια παρόμοια πρωτοβουλία θα έχει τεράστια δυναμική και πολλές ελπίδες να καρποφορήσει. Εάν δεν πάρει τους Αγώνες η Αθήνα, φοβάμαι ότι δεν θα θέλει να ακούσει για τους Ολυμπιακούς ο ελληνικός λαός για τα επόμενα χρόνια».
Τι λέτε; Εχει δίκιο; Η δική μου άποψη είναι ότι η Ελλάδα μπορεί να βρεθεί πολύ ψηλότερα από τη στενή (έστω και σημαντική) έννοια της διοργάνωσης και μόνο των Αγώνων. Στο τέλος του προηγούμενου αιώνα, το 1896, η Αθήνα αναβίωσε τους Αγώνες. Είτε έχει πάρει είτε όχι η Αθήνα τους Αγώνες, στο τέλος αυτού του αιώνα και στην έναρξη μιας νέας χιλιετίας έχουμε την ευθύνη ή και πρόκληση να προσφέρουμε μια νέα ερμηνεία των παραδόσεών μας. Μια νέα πρόταση που θα συμβάλλει στη διαμόρφωση νέων αξιών, προτύπων και πρακτικών ανθρωπισμού στην εποχή μας. Υλοποιώντας τον στόχο αυτόν αξιοποιούμε τις «ρίζες μας» και την έμπνευση που μας δίνουν, κατά τον καλύτερο τρόπο για μας και για την ανθρωπότητα.
Ο κ. Γιώργος Α. Παπανδρέου είναι υπουργός αναπληρωτής Εξωτερικών.



