Συγκάλυψε μαζικές εισαγωγές κοκαΐνης· είχε γκαρδιακές γνωριμίες με αστέρες του υποκόσμου· έκανε τη χρηματοδότηση των προεκλογικών του εκστρατειών μνημείο αδιαφάνειας· ενεπλάκη σε οικονομικά σκάνδαλα· διάφορα πρόσωπα που είχαν σχέση με αυτά τα σκάνδαλα έχασαν τη ζωή τους μέσα σε ύποπτες, δυσεξιχνίαστες και ανεξερεύνητες περιστάσεις και εγένετο πρόεδρος, προφανώς επειδή, παρά το κυνικό του μητρώο, δεν είχε ακόμη χάσει το «ηθικό κύρος», το οποίο, σύμφωνα με δύο τουλάχιστον δημοκρατικούς γερουσιαστές, έχασε οριστικά και αμετάκλητα όταν εφωράθη κλέπτων οπώρας από το περιβόλι της Μόνικας.
Αν πρόκειται για πολιτική συνωμοσία, σημειωτέον ότι οι συνωμότες δεν έκαναν τίποτε όσο ο πρόεδρος ανακάτευε σημαδεμένες τράπουλες με μαύρα γυαλιά και σηκωμένο γιακά, αλλά έκαναν τα πάντα όταν τον συνέλαβαν ψευδόμενο με κατεβασμένες περισκελίδες. Στην Γουάσινγκτον, προτού ακόμη ενσκήψει η Μόνικα, κάποιοι υποτονθόρυζαν εδώ και πολύ καιρό ότι ο πρόεδρος είναι ένας προικισμένος ψεύτης, αλλά μόλις τώρα τον δήλωσαν επισήμως ως «εκ γενετής ψευδολόγο» ίνα πληρωθεί εν μέρει και το ρηθέν υπό του ημετέρου κ. Θ. Πάγκαλου. Πολλοί από τους παροικούντες τον Λευκό Οίκο γνώριζαν από καιρό ότι ο πρόεδρος ήταν εθισμένος σε πράγματα που δεν προβλέπονταν ούτε από τη χρηστομάθεια των μεθοδιστών ούτε από το αμερικανικό σύνταγμα, αλλά δεν έθεσαν ζήτημα ηθικής αξιοπιστίας το οποίο έθεσαν μόλις διαγνώστηκε και επιβεβαιώθηκε επισήμως ο «σεξουαλικός εθισμός» του.
Ηθικολογικός μακαρθισμός;
Δεν αποκλείεται η «υπόθεση Μόνικα» να είναι στην πραγματικότητα η σεμνότυφη πρόσοψη μιας καθαρά πολιτικής «χαρακτηροφονίας» (character assassination) που στοχεύει στην ανατροπή του Κλίντον· είναι, άλλωστε, δύσκολο να πιστέψει κάποιος ότι ο αγαπημένος της Wall Street και του Dow Jones εκπίπτει μόνο και μόνο επειδή παραβίασε δύο από τις Δέκα Εντολές. Δεν αποκλείεται επίσης παλαιές πουριτανικές νευρώσεις και υποκρισίες να υποτροπιάζουν με τη μορφή ενός ηθικολογικού μακαρθισμού· και, εν τέλει, ποιος μπορεί να ξέρει ποιοι και γιατί βυσσοδομούν μέσα στα εξουσιαστικά ατελιέ της κοσμοκράτειρας. Ωστόσο, ανεξάρτητα από όλα αυτά, το γεγονός ότι ο πλανητάρχης έχασε την αξιοπιστία και το ηθικό του κύρος μόνο όταν ψευδόρκησε ενώπιον του ερωτοδικείου μού επιτρέπει να υποπτεύομαι ότι, μαζί με όλα τα υπόλοιπα, εδώ υφέρπει ένας σύγχρονος και πανίσχυρος «μύθος»: ότι ο πιο αξιόπιστος δείκτης της ψυχολογικής, πνευματικής και ηθικής μας ταυτότητας είναι τα ερωτικά μας ήθη και πάθη. Δεν ήταν πάντα έτσι.
Καθ’ εαυτό το σεξ δεν έχει ιστορία: είναι διαδικασία βιολογικά και ανατομικά προσδιορισμένη. Αυτό που έχει ιστορία είναι οι αντιλήψεις μας για το σεξ, το ερωτικό σώμα και την επιθυμία, με ένα λόγο, η σεξουαλικότητα. Αν το σεξ είναι βιολογική σταθερά, η σεξουαλικότητα (που αποτελεί αντικείμενο μελέτης των κοινωνικών επιστημών) είναι μεταβλητό ιστορικό δόμημα που επικαθορίζεται από ποικίλες κοινωνικές συμβάσεις. Στη φυλή Μαντσού, οι μάνες μυζούν δημοσία το μόριο των αρσενικών βλαστών τους, αλλά το φιλί στο μάγουλο είναι αδιανόητο επειδή, σε αντίθεση με την πρώτη πρακτική, αυτό ερμηνεύεται πάντα και αποκλειστικά ερωτικά αν ο Μπιλ Κλίντον ήταν φύλαρχος, θα έπρεπε μάλλον να ζητήσει συγγνώμη για όσα είδαμε παρά για όσα δεν είδαμε.
Η «ιστορία της σεξουαλικότητας» αποτελεί σχετικά πρόσφατο εγχείρημα που οφείλει πολλά στις σχετικές μελέτες του Μισέλ Φουκό. Ο τελευταίος έβλεπε τη σύγχρονη σεξουαλικότητα ως κεντρική στρατηγική με την οποία ο μέσος ευρωπαίος ή αμερικανός αστός συνηθίζει να αυτοκαθορίζεται και να οροθετεί την ταυτότητά του. Από αυτή την άποψη η σεξουαλικότητα ανήκει στην αυστηρά ιδιωτική σφαίρα και στις ποικίλες (ηθικές, ψυχολογικές, νοητικές, αισθητικές) εκδηλώσεις υποκειμενικότητας που συναρτώνται με το ιδιωτικό. Υπάρχουν σποραδικές και αμυδρές ενδείξεις ότι η όψιμη αρχαιότητα και η πρώιμη χριστιανική περίοδος (όπου σημαντική ώθηση έδινε η επιταγή της εξομολόγησης) προχώρησαν σε βαθύτερο συσχετισμό της συνολικής προσωπικότητας με τη σεξουαλικότητα, αλλά οι προϋποθέσεις για συστηματικότερη ταύτιση δημιουργήθηκαν όταν, προς το τέλος του 18ου και μέσα στον 19ο αιώνα, η σεξουαλικότητα έγινε αυτόνομο αντικείμενο θετικιστικής μελέτης. Το πιο γνωστό, έστω σε εκλαϊκευμένη ή απλουστευμένη μορφή, κεφάλαιο αυτού του χρονικού είναι η αξιωματική, μετά τον Φρόυντ και εναποτεθειμένη στο συλλογικό μας υποσυνείδητο, ταύτιση του ηθικού και ψυχολογικού υποκειμένου με τη σεξουαλικότητά του.
Τεκμήριο εξουσίας
Γνωρίζουμε καλά (ή, τουλάχιστον, νομίζουμε ότι γνωρίζουμε) αυτό που βιώνουμε· είναι πολύ πιο δύσκολο να ανασυνθέσουμε το είδος της «προ-νεωτερικής εμπειρίας της σάρκας» που αναζήτησε, όχι με ιδιαίτερη επιτυχία και μεθοδικότητα, ο Φουκό στην ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα. Αλλά οι σημαντικότερες, λογοτεχνικές και μη, μαρτυρίες που διαθέτουμε, παρά τις ποικίλες ερμηνείες που επιδέχονται, δείχνουν τουλάχιστον τούτο: ότι η σεξουαλικότητα δεν αποτελεί δείκτη της συνολικής προσωπικότητας ούτε ανιχνευτή ψυχικής ιδιοσυστασίας. Πολύ περισσότερο από ένδειξη ενός συγκεκριμένου ψυχισμού, η σεξουαλικότητα του αθηναίου πολίτη της κλασικής εποχής αποτελούσε τεκμήριο προσωπικού status και κοινωνικής ιεράρχησης.
«Αυτό που κάνει κάποιος στο κρεβάτι», παρατηρεί ο David Halperin, «αντανακλά τη διαφορά κοινωνικού status που τον χωρίζει από τον/την παρτενέρ του». Το διακύβευμα εδώ δεν είναι το ήθος αλλά η εξουσία και η δύναμη, και η συμβολική αντίθεση ανάμεσα στην κυριαρχία και στην υποτέλεια είναι ευανάγνωστη στην παραστατική πόλωση «διεισδύοντος» και «διεισδυομένου». Ο τελευταίος ή η τελευταία βρίσκεται πάντοτε μερικούς αναβαθμούς πιο κάτω στην κοινωνική κλίμακα. Προτού ερμηνευθεί ως ηθική σαπρότητα ή ιδιάζουσα καλλιτεχνική ευαισθησία, η «παθητικότητα» αντιμετωπίζεται κυρίως ως έλλειμμα κοινωνικοπολιτικού σθένους. Σε αυτή την τάξη πραγμάτων η σεξουαλική συμπεριφορά ορίζει πολύ περισσότερο κοινωνικές δυνατότητες και προσδοκίες παρά τη βαθύτερη ηθική και ψυχολογική υπόσταση του υποκειμένου.
Η γηπεδική εκδοχή
Είναι προφανές ότι αυτή η ανδροκεντρική και αρχαϊκή αντίληψη περί σεξουαλικότητας επιβιώνει και σήμερα σε διάφορες μορφές και με διάφορους τρόπους με πιο απροκάλυπτη, γραφική και εν πολλοίς αθώα τη γηπεδική της εκδοχή, όπου η ποθητή επικράτηση περιγράφεται με ευρύ φάσμα «διεισδυτικών» λεπτομερειών και ο ηττημένος συμπαρασύρει συχνά χιλιάδες συμπολιτών του σε σεξουαλική πανωλεθρία. Αλλά τα χυδαία μπορεί να έχουν ευγενή καταγωγή: όταν ο ανίκητος και κατακτητικός Ιούλιος Καίσαρ τελούσε ρωμαϊκούς θριάμβους, οι στρατιώτες του συμβούλευαν τους παραληρούντες Ρωμαίους να φυλάξουν τις γυναίκες τους από τη διαβόητη όρεξη του πλανητάρχη. Αν ήμασταν στη Ρώμη, δύσκολα θα μπορούσαμε να φανταστούμε μεγαλοπρεπέστερο συμβολισμό απόλυτης εξουσίας από μια παράσταση της «Μόνικας» γονυπετούς και εγκυπτούσης επί το έργον στο σκληρό υπογάστριο του πλανητάρχη την ώρα που εκείνος απευθυνόταν στη Σύγκλητο.
Το πρόβλημα του Κλίντον είναι ακριβώς ότι η δική του όρεξη (και η ανάλογη «στάση») υποβάλλεται σε ευρύτερες και βαθύτερες ερμηνείες. Οπως είπαμε, μπορεί να φταίει ο ρεπουμπλικανός εχθρός, ο αδιάκριτος Κένεθ Σταρ, ο ανεξίτηλος λεκές, το αδιάψευστο DNA αλλά τελικά πρέπει να φταίει και ο Φρόυντ. Είναι πολύ πιθανό ότι λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης δεν θα ολοκληρώσει ως πρόεδρος τραγικά ειρωνικό, γιατί (όπως ο ίδιος εξομολογήθηκε στη Μόνικα κατ’ ιδίαν) εννιά φορές στις δέκα δεν ολοκλήρωσε ακριβώς για τον ίδιο λόγο και ως άνδρας.
Ο κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι καθηγητής στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.



