έκτη διεθνής έκθεση αρχιτεκτονικής εγκαινιάζεται στις 15 Σεπτεμβρίου σε ένα κλίμα γενικευμένης αισιοδοξίας και με την παρουσία του προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας. Πάνω από 35 χώρες θα καταθέσουν τις πιο προωθημένες αρχιτεκτονικές τους εμπειρίες, επωφελούμενες μιας από τις ελάχιστες ευκαιρίες διεθνώς με ανάλογη γοητεία και ακτινοβολία. Οπως όμως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, και ιδίως στον δύστροπο χώρο της αρχιτεκτονικής και σε μια χώρα όπως η Ιταλία, δεν θα λείψουν οι αντιπαραθέσεις και οι αντιτιθέμενες απόψεις, που αποτελούν ωστόσο το αλάτι της αρχιτεκτονικής προβληματικής και προάγουν πάντοτε τον στοχασμό των ταλαντούχων και των οραματιστών. Φιλοδοξία και στόχος είναι η προβληματική αυτή αλλά και όλη η «εικαστική» διάσταση της έκθεσης να γίνει προσιτή και στο ευρύτερο κοινό που δεν ξεχνά ότι η αρχιτεκτονική είναι η πιο αναγκαία τέχνη στη ζωή μας.
Η εκθεσιακή παρουσίαση της αρχιτεκτονικής είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Ενώ οι άλλες τέχνες παρουσιάζονται αυθύπαρκτα αποτελούν οι ίδιες εκθεσιακό αντικείμενο η παρουσίαση της αρχιτεκτονικής απαιτεί μια «αναπαράσταση» ασυμβίβαστη με τη βασική της υπόσταση. Για τον χορό πάλι ή τη μουσική (για την οποία κανένας δεν διανοείται να εκθέσει την παρτιτούρα), η ερμηνεία είναι προϋπόθεση αυτονόητη και σύμφυτη με τον χαρακτήρα τους. Η αρχιτεκτονική όμως δεν ερμηνεύεται, δεν περικλείεται και δεν αναπαρίσταται αλλά εμπεριέχει. Θα μπορούσε βέβαια να πει κανένας ότι η αρχιτεκτονική «εκτίθεται» συνεχώς μπροστά στα μάτια μας, ο στόχος όμως μιας έκθεσης είναι ακριβώς αυτός: να αποκλείσει το ασήμαντο και βλαβερό και να αναδείξει το επιλεγμένο και σποραδικό, εκείνο που, σύμφωνα με τους πιο προικισμένους δημιουργούς θα έπρεπε να αποτελεί την καθημερινή, συνολική μας εμπειρία. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο μια αρχιτεκτονική έκθεση ως ιδανική σταχυολόγηση είναι η αναπαράσταση της πιο απατηλής και ελκυστικής ουτοπίας.
* Σημαντικές
σελίδες
Η Μπιενάλε αρχιτεκτονικής της Βενετίας γεννήθηκε το 1980 με πρωτοβουλία του αρχιτέκτονα Paolo Portoghesi, διευθυντή τότε του καλλιτεχνικού θεσμού της Γαληνότατης, που θέλησε να εντάξει ισότιμα την αρχιτεκτονική στο πλαίσιο των άλλων εκθεσιακών δραστηριοτήτων στον πασίγνωστο χώρο των Giardini. Οι συγκινησιακά φορτισμένοι «κήποι» της Μπιενάλε είναι ιδιαίτερα προσφιλείς στους έλληνες καλλιτέχνες γιατί ιδιαιτέρως από το 1934, όταν η χώρα απόκτησε το δικό της εθνικό περίπτερο, πολλά αξιόλογα ονόματα φιλοξενήθηκαν εκεί και σημαντικές σελίδες γράφτηκαν της ιστορίας της ελληνικής τέχνης.
Ως το 1991 είχαν πραγματοποιηθεί πέντε Μπιενάλε αρχιτεκτονικής με αξιοσημείωτο πάντα ενδιαφέρον και πλούσια διεθνή ανταπόκριση. Στην προτελευταία αυτή εκδήλωση η Ελλάδα συμμετείχε, για πρώτη φορά, με τους σημαντικούς εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής Δ. και Σ. Αντωνακάκη, Ν. Βαλσαμάκη και Α. Τομπάζη, με μια σειρά προτάσεων για ένα νέο ελληνικό περίπτερο και μια αναδρομική έκθεση για τον Δ. Πικιώνη. Η τελευταία αυτή παρουσίαση συνέβαλε στη μάλλον οριστική καθιέρωση του Πικιώνη και στην Ιταλία, γεγονός που αποδεικνύεται από το ενδιαφέρον της κριτικής και από τον όγκο των δημοσιεύσεων που εμφανίστηκαν και που πρόκειται να ακολουθήσουν στην ίδια χώρα για τον έλληνα στοχαστή της αρχιτεκτονικής.
Η φετινή έκτη έκθεση αρχιτεκτονικής με την οποία ολοκληρώνεται ο εορτασμός για την εκατονταετηρίδα της Μπιενάλε (ίδρ. 1895) επρόκειτο να πραγματοποιηθεί το 1995, ταυτόχρονα με εκείνη των εικαστικών τεχνών, του κινηματογράφου και της σύγχρονης μουσικής. Λόγοι όμως οργανωτικοί και οικονομικοί, καθώς και η επιδίωξη προσέλκυσης μεγαλύτερου ενδιαφέροντος οδήγησαν τους υπευθύνους του οργανισμού και τον διευθυντή του αρχιτεκτονικού τμήματος, τον αρχιτέκτονα και καθηγητή Hans Hollein, να μεταθέσουν την πραγματοποίησή της για έναν χρόνο.
Το έργο του αυστριακού αρχιτέκτονα, γνωστό εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες στους κύκλους της διεθνούς αρχιτεκτονικής πρωτοπορίας, διακρίνεται για την υπέρβαση του ύστερου ρασιοναλισμού, για τον εικονογραφικό του ριζοσπαστισμό και εκλεκτισμό, για την προωθημένη τεχνολογική του διάσταση και κυρίως για την πρόθεση μετάβασης από το κτίριο ως απλώς δομικό γεγονός σε μια αρχιτεκτονική του ενεργού διαλόγου με τις άλλες τέχνες, σε μια αρχιτεκτονική της μεταφοράς και της πολυσημίας με αντιρεαλιστικές και κάποτε ουτοπικές διαστάσεις. Συχνά ο Hollein επιδιώκει λύσεις απρόοπτες και εναλλακτικές, αναζητεί προοπτικές οριακές μεταξύ της πραγματοποιημένης κατασκευής και του λειτουργικού και μορφολογικού οράματος. Είναι λοιπόν προφανές ότι ανάλογοι θα ήταν οι στόχοι και οι επιλογές του με αφορμή την ανάθεση σε αυτόν, για πρώτη φορά μη Ιταλό, της διεύθυνσης της έκτης Μπιενάλε.
* «Ο αρχιτέκτων ως σεισμογράφος»
Ο γενικός τίτλος της φετινής εκδήλωσης, πάνω στον οποίο κλήθηκαν να προβληματιστούν οι επίτροποι των 35 περίπου χωρών που συμμετέχουν, φέρει την εύγλωττη διατύπωση «η αίσθηση του μέλλοντος: ο αρχιτέκτων ως σεισμογράφος». Ο Hollein εννοεί με αυτό ότι μετά το τέλος των τάσεων και των κινημάτων ο αρχιτέκτων είναι σήμερα μια ανεξάρτητη προσωπικότητα που οφείλει να έχει το αισθητήριο του μέλλοντος και της πραγματοποίησης ουτοπίας και να λειτουργεί ως πολιτισμικός «σεισμογράφος», να διατυπώνει οράματα σαν ένα είδος σύγχρονου χρησμοδότη. Αν η αρχιτεκτονική σήμερα αντικατοπτρίζει την κρίση του πολιτισμού, ο αρχιτέκτων μπορεί και πρέπει να υπερβαίνει τη συγκυρία και να προδιαγράφει νέες προοπτικές και κατευθύνσεις. Πολλά άλλωστε από τα αρχιτεκτονικά έργα που πριν από 20 χρόνια θα παρέμεναν ανεφάρμοστα στο χαρτί, σήμερα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα, χάρη επίσης και στην αρωγή της τεχνολογίας.
Η θέση αυτή βέβαια αφορά κυρίως τη μεγάλη κεντρική έκθεση που πραγματοποιείται με την άμεση επίβλεψη του Hollein, ενώ αναπόφευκτα οι εθνικές συμμετοχές προκύπτουν με άλλα κριτήρια, όπως συνέβη και στην Μπιενάλε Τεχνών του 1995 με διευθυντή τον J. Clair. Ασφαλώς δεν συμμερίζονται όλοι την οπτική του αυστριακού δημιουργού ούτε τη χωρίς ενδοιασμούς αισιοδοξία του ριζοσπαστικού και βέβαια γοητευτικού μελλοντισμού των μεμονωμένων εντυπωσιακών επιτευγμάτων, ενδεικτική του προωθημένου τεχνολογικού αισθητισμού της μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πιστεύω ότι η Μπιενάλε θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: για τις παράλληλες τάσεις που θα διατυπωθούν και για τη διαλεκτική στο εσωτερικό της, δείγματα της οποίας γευτήκαμε ήδη, πέρα από ακραίες θέσεις όπως αυτή του παλαίμαχου μεγάλου ιστορικού Β. Zevi που προσέλκυσε για μιαν ακόμη φορά τους προβολείς της δημοσιότητας υποστηρίζοντας με τη συνηθισμένη μαχητικότητα ότι η Μπιενάλε αρχιτεκτονικής δεν χρησιμεύει σε τίποτε και ότι αυτό που χρειάζεται είναι μόνο η κατάργησή της.
Οι συνθήκες βέβαια με τις οποίες παράγεται η αρχιτεκτονική σήμερα και η σαφής ανάπτυξη ενός νέου διεθνισμού των μεγάλων έργων και γραφείων μελέτης σε συνδυασμό με τις αυξημένες δυνατότητες ενημέρωσης, έντυπης και ηλεκτρονικής, θέτουν το ζήτημα τόσο της σκοπιμότητας της έκθεσης χωρών στα εθνικά περίπτερα όσο και της άνισης αναμέτρησης με τους επιλεγμένους καθεδρικούς «της ακραίας αποκάλυψης, της τελικής ρήσης». Ακριβώς γι’ αυτό, ο αμήχανος μιμητισμός και το άγχος του νέου είναι μάλλον η λιγότερο εύστοχη στάση για να εξασφαλίσει μια χώρα την αξιοπρεπή της παρουσία στην Μπιενάλε: αρκεί, σε ό,τι μας αφορά, το παράδειγμα του Πικιώνη.
Ισως τα οράματα των ιστορικών πρωτοποριών των αρχών του αιώνα να αποτελούν πλέον κτήμα του αρχιτεκτονικού μας πολιτισμού γιατί, χωρίς καμία ελπίδα ρεαλιστικής πραγματοποίησης των χτιστών της κελυφών, διατύπωναν την πόλη και την κοινωνία του μέλλοντος. Τα σημερινά αρχιτεκτονικά οράματα αποτελούν μάλλον κτιριολογική πρόκληση για τον τεχνολογικό ναρκισσισμό της δημόσιας εικόνας οικονομικά ισχυρών εντολοδόχων, χωρίς να θέτουν το ζήτημα της συνολικής προοπτικής των πόλεων και των προηγμένων και μη κοινωνιών στις οποίες αυτά ανήκουν. Το δίλημμα βέβαια παραμένει και αποτελεί το κυριότερο στοίχημα της αρχιτεκτονικής για τον επόμενο αιώνα.
* Οι μεγάλοι
δημιουργοί
Εκτός από τις συμμετοχές στα εθνικά περίπτερα, ο Hollein επιμελείται δύο κεντρικές εκθέσεις: η μικρότερη φιλοξενεί 35 περίπου νεότερους αλλά υποσχόμενους αρχιτέκτονες από όλο τον κόσμο και είναι αρκετά σημαντική επιτυχία η ένταξη σε αυτήν του δικού μας Χρήστου Παπούλια. Η κύρια έκθεση προτίθεται να αποσαφηνίσει το όραμα του Hollein για την αρχιτεκτονική, με την παρουσίαση ενός έργου άλλων 35 μεγάλων δημιουργών σε διεθνές επίπεδο: ο F. Gehry εκθέτει το μουσείο στο Bilbao, ο Τ. Ando εκείνο στη Naoshima, ο J. Nouvel το στάδιο στο Παρίσι που αλλάζει διαστάσεις ανάλογα με το άθλημα, ο Ν. Foster τον πιο ψηλό στον κόσμο γιαπωνέζικο ουρανοξύστη, ο Τ. Ito ένα τετραώροφο κτίριο που στηρίζεται σε ένα σύστημα ατσάλινων πλεχτών καλωδίων, αποτέλεσμα της εφαρμογής μιας κονστρουκτιβιστικής ιδέας της δεκαετίας του ’20. Σε ανάλογο μήκος κύματος κινούνται τα έργα των Ρ. Cook, Ρ. Eisenman, Α. Isosaki, R. Krier, Α. Mendini, R. Moneo, R. Piano, Μ. Scolari, Ρ. Stark και άλλων.
Εχει ήδη αναγγελθεί η απονομή τριών χρυσών Λεόντων για τη συλλογική σταδιοδρομία στους Ι. Gardella, Ο. Niemeyer και Ρ. Johnson, ενώ προβλέπεται βραβείο για την καλύτερη εθνική εκπροσώπηση, για τον καλύτερο συμμετέχοντα αρχιτέκτονα, για τον καλύτερο πελάτη στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα καθώς και για τα πιο δημιουργικά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Προβλέπεται επίσης η πραγματοποίηση της έκθεσης «Architettura radicale» (του ιταλικού πρωτοποριακού κινήματος του τέλους της δεκαετίας του ’60) με επιμέλεια του G. Pettena, της έκθεσης φωτογραφίας σύγχρονης αρχιτεκτονικής, της έκθεσης σχεδίων για την ανακατασκευή του θεάτρου La Fenice (παρά τις τοπικές επίσημες αντιδράσεις), την έκθεση του διαγωνισμού επέκτασης των «Κήπων» καθώς και εκείνη των νέων εθνικών περιπτέρων στον ίδιο χώρο. Ο κατάλογος των εκθέσεων δεν τελειώνει εδώ, ενώ προβλέπεται και η πραγματοποίηση εκδηλώσεων, όπως ένα συμπόσιο εκδοτών και μέσων μαζικής ενημέρωσης στον τομέα της αρχιτεκτονικής, καθώς και ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ σχετικό πάντα με το θέμα της αρχιτεκτονικής.
* Το ελληνικό
περίπτερο
Στο ελληνικό περίπτερο θα παρουσιαστεί φέτος, με φροντίδα του υπουργείου Πολιτισμού, το έργο του Κυριάκου Κρόκου ή, καλύτερα, η ιδέα της αρχιτεκτονικής του από τα αθηναϊκά κτίρια ως το νέο Βυζαντινό Μουσείο της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για μια έκθεση όπου κυριαρχούν οι τρισδιάστατες κατασκευές και προβάλλουν τα ίδια τα αρχιτεκτονικά υλικά σε μια προσπάθεια αναδημιουργίας αυτής της υποβλητικής στοχαστικότητας και της λυρικής αυστηρότητας που αναδίδει η αρχιτεκτονική του 55χρονου σαμιώτη αρχιτέκτονα.
Πρόθεση του υπογραφόμενου υπήρξε, με βάση τις πραγματικές δυνατότητες της ελληνικής αρχιτεκτονικής και το γενικό πλαίσιο της βενετσιάνικης έκθεσης, η επιλογή του Κρόκου να συνεισφέρει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη σαφήνεια στην ανάδειξη μιας ουσίας της τοπικής προβληματικής και όχι στην αναζήτηση μιας νεφελώδους χίμαιρας που θα διαρκούσε όσο η εκδήλωση και δεν θα προσέθετε κάτι ουσιαστικό στον ντόπιο αλλά και διεθνή διάλογο.
Η ελληνική αρχιτεκτονική έχει ανάγκη σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, τη διατύπωση σταθερών σημείων αναφοράς που να είναι σε θέση να λειτουργήσουν ως πρότυπα ή ως πόλοι αντιπαράθεσης, με τεκμηριωμένη όμως και ουσιαστική συλλογιστική. Η ιστορία της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής έχει γραφεί από σκεπτόμενους δημιουργούς που μέσα από οδυνηρές και μακροχρόνιες διαδικασίες κατέκτησαν την προσωπική τους αυτογνωσία μέσα από μια βαθιά αφομοιωτική επεξεργασία τόσο της κληρονομημένης παράδοσης όσο και του νέου.
Το έργο του Κρόκου, έργο αυθεντικό και όχι μοντέρνο ή πρωτότυπο, διακρίνεται από μιαν αρχετυπική υπόσταση μακράς διάρκειας, από μια ποιητική αρτιότητα και από μια ολοκληρωμένη ιδεολογική συγκρότηση. Η δύναμη της μνήμης και η ουσιαστική γνώση της παράδοσης καθώς και η εξαιρετική αίσθηση του περιβάλλοντα χώρου και των υλών που τον διαμορφώνουν αποτελούν τα διακριτικά χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής του, όπως προκύπτει ανάγλυφα και από τον καλαίσθητο κατάλογο που συνοδεύει φέτος το ταξίδι του στη Βενετία.
Ο κ. Αντρέας Γιακουμακάτος διδάσκει ιστορία της αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας και είναι ο επίτροπος της Ελλάδας για την Μπιενάλε αρχιτεκτονικής της Βενετίας.



