Το Δημόσιο έχει παγώσει εδώ και αρκετούς μήνες τις πληρωμές του, με αποτέλεσμα να οδηγεί σε αδιέξοδο τις επιχειρήσεις και στην απελπισία τις τράπεζες. H αγορά έχει στεγνώσει καθώς ο μεγαλύτερος πελάτης του ιδιωτικού τομέα, το κράτος, έχει κάνει ουσιαστικά στάση πληρωμών. Δεδομένου ότι το 2004 ήταν μια χρονιά στη διάρκεια της οποίας έγιναν δύο εκλογικές αναμετρήσεις και η πραγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων, οι επιχειρηματίες προσέβλεπαν ότι από τον Σεπτέμβριο η οικονομική δραστηριότητα του Δημοσίου θα αναζωογονούσε την αγορά. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν συνέβη και αυτή τη στιγμή τα δημόσια έργα και οι προμήθειες έχουν σταματήσει, ενώ το κράτος δεν εξοφλεί στον ιδιωτικό τομέα υπηρεσίες και αγαθά που έχει χρησιμοποιήσει. H αδράνεια του Δημοσίου ξεκίνησε τρεις – τέσσερις μήνες πριν από τις εκλογές του περασμένου Μαρτίου, λόγω της επικειμένης εκλογικής αναμέτρησης, και έκτοτε συνεχίζεται.


Πολλές επιχειρήσεις – και ιδιαίτερα όσες είναι άμεσα εξαρτημένες από το Δημόσιο – εξαντλούν πλέον τα ύστατα περιθώρια επιβίωσης που έχουν. Οι εταιρείες που συνεργάζονται άμεσα με το Δημόσιο έχουν με τη σειρά τους υποχρεώσεις προς τρίτες εταιρείες με τις οποίες συνεργάζονται. Τις υποχρεώσεις αυτές όμως δεν μπορούν να τις ρυθμίσουν και έτσι οι δραματικές επιπτώσεις είναι αλυσιδωτές. Επιπροσθέτως, αν λάβουμε υπόψη ότι τα αποτελέσματα που παρουσίασαν οι εισηγμένες εμπορικές επιχειρήσεις στο εννεάμηνο ήταν μειωμένα – επιβεβαιώνοντας τους αναλυτές που προέβλεπαν κάμψη των μεγεθών τους λόγω της χαμηλότερης των προσδοκιών κίνησης που είχαμε στην αγορά κατά την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων και μετά -, γίνεται προφανές ότι στο μεγαλύτερο φάσμα της αγοράς υπάρχει σήμερα έντονη οικονομική στενότητα.


* Οι απαιτήσεις της Εφορίας


Αρνητικά για τη ρευστότητα στην αγορά έχει λειτουργήσει και το γεγονός ότι είναι σε εξέλιξη η περαίωση των ανέλεγκτων φορολογικών υποθέσεων, που εξαναγκάζει πληθώρα μικρομεσαίων επιχειρήσεων και επαγγελματιών να πληρώσουν τις απαιτήσεις της Εφορίας, ώστε να αποφύγουν έναν μελλοντικό φορολογικό έλεγχο που θα τους επιβάρυνε περισσότερο. Χαρακτηριστικό μάλιστα των πρόσθετων οικονομικών αναγκών που δημιούργησε η περαίωση είναι ότι διατίθενται – και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία – δάνεια για να πληρωθούν οι δόσεις στην Εφορία. Οι τράπεζες το τελευταίο διάστημα έχουν γίνει κατά έντονο τρόπο αποδέκτες των μηνυμάτων οικονομικής ασφυξίας που δέχονται από τις επιχειρήσεις-πελάτες τους. Ασφαλώς και οι τραπεζίτες δεν ομολογούν δημοσίως κάτι τέτοιο, αλλά σε συζητήσεις που προστατεύεται η ανωνυμία τους εκφράζουν σε υψηλούς τόνους την ανησυχία τους για τις τυχόν επιπτώσεις στον ιδιωτικό τομέα αν συνεχιστεί το πάγωμα των πληρωμών από το Δημόσιο.


H ανησυχία των τραπεζών εστιάζεται κυρίως στον κλάδο των κατασκευαστικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στα δημόσια έργα και οι οποίες είναι απόλυτα εξαρτημένες από τις διαθέσεις του Δημοσίου. H αγωνία των τραπεζιτών για τις κατασκευαστικές εταιρείες ασφαλώς δεν πηγάζει από φιλάνθρωπα αισθήματα αλλά από το γεγονός ότι παρακολουθούν έναν κλάδο «να τρώει από τα έτοιμα» εδώ και ένα χρόνο, όταν τα δάνεια που έχουν (σε επίπεδο ομίλου) μόνον οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο κατασκευαστικές είναι 2,3 δισ. ευρώ. Από τον υπολογισμό αυτόν, που βασίζεται στις τελευταίες λογιστικές καταστάσεις, έχουν εξαιρεθεί η Τεχνοδομή και η Ευρωπαϊκή Τεχνική που κατέρρευσαν και η Τεχνική Ολυμπιακή η οποία έχει μεγάλο κύκλο εργασιών αλλά και υποχρεώσεις 1,1 δισ. ευρώ, επειδή το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους είναι στο εξωτερικό.


Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι οι περισσότερες κατασκευαστικές εταιρείες σήμερα έχουν απολύσει από 25% ως και 50% του προσωπικού που είχαν στα εργοτάξια.


* Το μόνιμο προσωπικό


Οι απολύσεις δεν έχουν αγγίξει ακόμη το μόνιμο προσωπικό, αλλά όταν τελειώνει ένα έργο, εργατοτεχνίτες, εργοδηγοί και μηχανικοί μένουν χωρίς δουλειά, αφού το εργοτάξιο διαλύεται. H τάση αυτή είναι έντονη στον κατασκευαστικό τομέα αλλά ακόμη δεν είναι εμφανώς ορατή, επειδή οι τεχνικές εταιρείες δουλεύουν πολύ με υπεργολάβους. Παράλληλα είναι γεγονός ότι αρκετές κατασκευαστικές εταιρείες είχαν ήδη συσσωρευμένα προβλήματα από το παρελθόν και τώρα λόγω συγκυρίας έρχονται και πάλι κατά δραματικό τρόπο στο προσκήνιο. Να σημειώσουμε επίσης και τις εκτιμήσεις ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τις κατασκευαστικές ανέρχονται σήμερα στο ποσόν του 1 δισ. ευρώ. Οι μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες – με εξαίρεση τρεις – τέσσερις – αλλά και οι μικρότερες είναι σήμερα σε μια αγωνιώδη αντίστροφη μέτρηση, για το πώς θα αντέξουν ως το δεύτερο εξάμηνο του 2005 που αναμένεται να έχουν υπογεγραμμένες συμβάσεις με βάση τον νέο νόμο για τα δημόσια έργα, εφόσον φυσικά όλα εξελιχθούν ομαλά.


Ενας άλλος κλάδος που βρίσκεται σε δεινή θέση είναι αυτός των φαρμακευτικών εταιρειών και γενικότερα των εταιρειών που προμηθεύουν τα δημόσια νοσοκομεία. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι δεκάδες επιχειρήσεις που ανήκουν σε διαφορετικές ενώσεις του συγκεκριμένου κλάδου, μπροστά στις ασφυκτικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν, συνασπίστηκαν και με καταχώρησή τους στον Τύπο (26 Νοεμβρίου) προειδοποίησαν ότι από τη Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου θα αναστείλουν τις δραστηριότητές τους γιατί δεν έχουν πλέον χρήματα. Οι συγκεκριμένες εταιρείες υποστήριζαν στην ανακοίνωσή τους ότι απασχολούν περίπου 4.000 εργαζομένους. Οπως λέει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Προμηθευτών Επιστημών και Υγείας κ. M. Κοντογιάννης, «ο σύλλογός μας εκπροσωπεί 130 εταιρείες, μικρές και μεγάλες, ελληνικές και πολυεθνικές. Προμηθεύουμε τα νοσοκομεία μόνο με ιατρικά όργανα και αναλώσιμα, όχι φάρμακα. Οι οφειλές του Δημοσίου προς τις εταιρείες του συλλόγου μας μπορεί και να υπερβαίνουν το 1,2 δισ. ευρώ. Και συζητούμε για εταιρείες των οποίων – στην καλύτερη περίπτωση – το 85% του τζίρου εξαρτάται αποκλειστικά από έναν πελάτη: το Δημόσιο». Ταυτόχρονα πάνω από ένα δισ. ευρώ είναι οι καθυστερημένες οφειλές του Δημοσίου προς τις εταιρείες που πουλάνε φάρμακα, ορθοπεδικό υλικό κτλ. Οι πληρωμές στις παραπάνω εταιρείες, στη συντριπτική πλειονότητά τους, είναι παγωμένες από τον περασμένο Μάιο.


* Ο κλάδος της πληροφορικής


Σε ανάλογα δύσκολη θέση βρίσκονται και οι εταιρείες πληροφορικής. Οι διαγωνισμοί – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – δεν έχουν προχωρήσει, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν διαθέσιμα κοινοτικά κονδύλια. Οπως εκτιμούν οι επιχειρηματίες του κλάδου, και σήμερα ως διά μαγείας να ξεκινούσαν οι διαγωνισμοί για τα έργα πληροφορικής, ώσπου να υπογραφούν οι συμβάσεις και να πάρουν οι εταιρείες τις προκαταβολές θα χρειαστεί να περάσουν αρκετοί μήνες. Στον κλάδο της πληροφορικής οι επιχειρήσεις συμβιώνουν με αυτά τα προβλήματα εδώ και μεγάλο διάστημα. Είναι γνωστή άλλωστε στην αγορά η ιστορία συγκεκριμένων εταιρειών, οι οποίες έλαβαν από το ελληνικό Δημόσιο ως πληρωμή επιταγή της Τράπεζας της Ελλάδος τον Δεκέμβριο του 2003, την οποία όμως μπόρεσαν να εξαργυρώσουν μόλις τον Φεβρουάριο του 2004.


H κατάσταση γίνεται ακόμη δραματικότερη αν αναλογιστεί κανείς ότι οι εταιρείες που περιμένουν πληρωμές από το Δημόσιο δεν πληρώνουν ή καθυστερούν ανάλογα προμηθευτές, συνεργάτες κ.ά. Αυτοί, σε μια ούτως ή άλλως δύσκολη περίοδο, δεν εγκαταλείπουν έναν ως χθες καλό πελάτη, με αποτέλεσμα να βυθίζονται και οι δύο όλο και περισσότερο. Δεν πρέπει επίσης να υποτιμάται το γεγονός ότι αυτές οι δυσκολίες δεν αγγίζουν εξίσου όλους. Οι μικροί επιχειρηματίες είναι λόγω της θέσης τους περισσότερο ευάλωτοι, ενώ μεγάλες εταιρείες που μπορούν να αντέξουν την κρίση εκμεταλλεύονται τη συγκυρία για να εκτοπίσουν ή και να «καταπιούν» μικρούς και μεσαίου μεγέθους ενοχλητικούς ανταγωνιστές. Εξάλλου αυτή η δυσμενής συγκυρία επιταχύνει και το τέλος βιομηχανικών μονάδων που έχουν απολέσει τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματά τους. H αγορά έχει στεγνώσει και το θλιβερό είναι ότι οι εταιρείες δύσκολα κλείνουν λόγω ζημιών. Οι καταρρεύσεις των επιχειρήσεων σημειώνονται σχεδόν πάντοτε από την έλλειψη ρευστότητας.