ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ξοδεύουν τεράστια ποσά κάθε χρόνο για «σόγια» και «ψωμί ολικής αλέσεως». Αυτού του είδους όμως η υγιεινή διατροφή δεν φαίνεται να απασχολεί τους Ελληνες. Να μην ξεχνάμε βέβαια ότι οι Ελληνες έχουν το προνόμιο να γνωρίζουν εκ γενετής τις θαυματουργές ιδιότητες της μεσογειακής δίαιτας. Είναι λογικό, λοιπόν, η βιομηχανία παραγωγής αλλά και εισαγωγής «υγιεινών τροφών» στη χώρα μας να μην πραγματοποιεί σημαντικές πωλήσεις. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το 1995 οι Ελληνες ξόδεψαν μόλις 1,9 δισ. δρχ. για υγιεινές τροφές. Ωστόσο, οι άνθρωποι του κλάδου των υγιεινών τροφών «τρίβουν τα χέρια τους», διότι οι τελευταίες εξελίξεις στις διατροφικές συνήθειες του έλληνα καταναλωτή, λόγω των «τρελών αγελάδων» και των «τρελών τιμών», ίσως να σημάνουν τη μεταστροφή του στη «σόγια».


Είναι πλέον παραδεκτό ότι μετά την εκμηχάνιση της γεωργίας οι ποσότητες των διαθέσιμων τροφίμων μπορεί να αυξήθηκαν, αλλά η επεξεργασία την οποία υπέστησαν συνέβαλε να χαθούν οι θρεπτικές ουσίες που είναι απαραίτητες στον οργανισμό. Αν λοιπόν υποθέσουμε ότι η εκμηχάνιση της γεωργίας ευθύνεται για την κακή μας υγεία, η λύση των προβλημάτων μας δεν έρχεται μόνο από τον ιατρικό κόσμο αλλά από την ίδια τη βιομηχανία. Πράγματι, τα τελευταία πέντε χρόνια ο κλάδος της βιομηχανίας που ασχολείται με την παραγωγή και τη συσκευασία υγιεινών διατροφών διανύει σε ολόκληρο τον κόσμο τη χρυσή της εποχή. Περισσότερα από 300 είδη υγιεινών τροφών έχουν γίνει το «αντίδοτο» στις τύψεις συνειδήσεως εκατομμυρίων «κοιλιόδουλων».


Μάλιστα δεν θα ήταν υπερβολικό αν έλεγε κανένας ότι αυτό που ονομάζεται «υγιεινή διατροφή» έχει πάρει τις διαστάσεις ενός ιδεολογικού κινήματος. Οπως είναι φυσικό, το φαινόμενο, αν και καθυστερημένα, έφτασε και στην Ελλάδα. Οι διαστάσεις του όμως είναι, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, περιορισμένες. Αυτό συμβαίνει διότι οι Ελληνες προτιμούν την πλούσια σε ελαιόλαδο «μεσογειακή» δίαιτα και όχι ορισμένα «άνοστα» αλλά και «ακριβά» σκευάσματα.


Πάντως αυτοί που ενδιαφέρονται για την υγιεινή διατροφή δεν έχουν παρά να επισκεφτούν ένα από τα 600 περίπου καταστήματα σε ολόκληρη την Ελλάδα, τα οποία εμπορεύονται κατ’ αποκλειστικότητα φυσικά προϊόντα. Ο αριθμός των καταστημάτων είναι εντυπωσιακός. Αρκεί να σκεφτεί κανένας ότι οι εταιρείες που εισάγουν ή παράγουν τα εν λόγω προϊόντα, τα οποία εν συνεχεία προμηθεύουν στη λιανική, είναι μόνο δύο.


Τα τελευταία πέντε χρόνια τα είδη υγιεινής διατροφής έκαναν την εμφάνισή τους και στα ράφια των σουπερμάρκετ. Εκεί ο καταναλωτής μπορεί να βρει τα προϊόντα που μέχρι πρότινος θα έπρεπε να αγοράσει από κάποιο ειδικό κατάστημα. Το γεγονός αυτό δημιούργησε πρόβλημα στα καταστήματα. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των καταστημάτων και των σουπερμάρκετ απέκτησε ακόμη ένα πεδίο διαμάχης, αφού, όπως είναι φυσικό, τα σουπερμάρκετ και πιο ευκολοπρόσιτα είναι και σε πολλές περιπτώσεις φτηνότερα.


Τα προϊόντα


υγιεινής διατροφής


εμφανίστηκαν


και στα ράφια


των σουπερμάρκετ


Ειδικοί του κλάδου της υγιεινής διατροφής επισημαίνουν ότι τα καταστήματα έχουν ήδη αρχίσει να κλονίζονται από τα υγιεινού περιεχομένου ράφια που εμφανίστηκαν στα σουπερμάρκετ. Τα λιγότερο εύρωστα καταστήματα ήδη έβαλαν «λουκέτο», ενώ αναμένεται περαιτέρω μείωση των καταστημάτων λιανικής πώλησης υγιεινών τροφών. Σύμφωνα με τους ίδιους κύκλους, η αγορά σύντομα θα αποτελείται από τους «δυνατούς» της λιανικής, τα «ατελείωτα ράφια» για τις αυξημένες απαιτήσεις των καταναλωτών στα σουπερμάρκετ και φυσικά από τις εταιρείες που θα προμηθεύουν την αγορά.


Βέβαια, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο κλάδος των ειδών υγιεινής διατροφής δεν «πουλάει» αρκετά στην Ελλάδα. Λογικό είναι, λοιπόν, το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται σε δύο εταιρείες. Οι ανώνυμες εταιρείες Fytro και Βιοτρέκ είναι αυτές που αναλαμβάνουν να εισάγουν, να συσκευάζουν αλλά και να παράγουν προϊόντα υγιεινής διατροφής. Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι από τις δύο εταιρείες μόνο η Fytro ΑΕ ασχολείται αποκλειστικά με τα είδη υγιεινής διατροφής.


Η Fytro ΑΕ έκανε την εμφάνισή της στην αγορά πριν από 13 χρόνια. Το 90% των προϊόντων της το εισάγει από το εξωτερικό και κυρίως από τις ΗΠΑ, ενώ το υπόλοιπο 10% το παράγει η ίδια. Ο υπεύθυνος πωλήσεων της εταιρείας κ. Γ. Καραπατής αναφέρει ότι τα προϊόντα της εταιρείας διανέμονται σε 4.000 σημεία λιανικής πώλησης και σουπερμάρκετ, συμπληρώνοντας ότι «το όνομα Fytro υπάρχει στο 18% του συνολικού αριθμού των καταστημάτων λιανικής πώλησης που υπάρχουν στην Ελλάδα».


Σύμφωνα με τον κ. Καραπατή, η πορεία της εταιρείας κατά τη διάρκεια του 1995 ήταν θεαματική. Το 1994 έκλεισε με πωλήσεις 850.381.000 δρχ., ενώ το 1995 οι πωλήσεις της έφτασαν τα 1,2 δισ. δρχ. Οι προβλέψεις της εταιρείας για το 1996 είναι εξαιρετικά αισιόδοξες, αφού υπολογίζεται ότι οι πωλήσεις της θα ξεπεράσουν το 1,6 δισ. δρχ. Μπορεί ο τζίρος να ακούγεται μηδαμινός σε σχέση με τους τζίρους των εταιρειών που ασχολούνται με τον χώρο των τροφίμων, αλλά δεν θα πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι η αγορά των υγιεινών τροφίμων δεν έχει προλάβει ακόμη να διαμορφωθεί.


Ενδεικτική είναι η οικονομική πορεία της Fytro ΑΕ. Οι πωλήσεις της εταιρείας από 449.794.000 δρχ. το 1990 ανήλθαν σε 737.550.000 δρχ. το ’92 και σε 1,2 δισ. δρχ. το ’95. Πάντως, σύμφωνα με τον κ. Καραπατή, λόγω των περιορισμένων ορίων της αγοράς υγιεινών τροφών στην Ελλάδα, οι έλληνες αλλά και οι ξένοι επιχειρηματίες δεν έχουν εκδηλώσει κάποιο σοβαρό ενδιαφέρον για την επέκταση της αγοράς.


Στον ίδιο χώρο κινείται και η εταιρεία Βιοτρέκ ΑΕ, η οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν ασχολείται αποκλειστικά με τον κλάδο των υγιεινών τροφών αλλά γενικότερα με την εισαγωγή και την παρασκευή τροφίμων. Σε γενικές γραμμές η Βιοτρέκ εισάγει κυρίως προϊόντα σόγιας και συγκεκριμένα κιμά, κεμπάπ και σνίτσελ σόγιας καθώς και φρουκτόζη. Το 1994 οι πωλήσεις της Βιοτρέκ ΑΕ έφθασαν στα 360,9 εκατ. και το 1995 στα 700 εκατ. δρχ.