Οσες ελληνικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να ασχολούνται με την παραγωγή συγκεντρώνουν βασικά σε έναν τομέα ­ είτε τα ψυγεία είτε τις κουζίνες είτε, τέλος, τους απορροφητήρες ­ αυτή τη δραστηριότητα αναπτύσσοντας εμπορικές δραστηριότητες σε άλλες κατηγορίες προϊόντων. Τους τελευταίους μήνες η βιομηχανία Πίτσος ή BSP, σύμφωνα με τη νέα ονομασία της, που είναι με απόσταση από τη δεύτερη η μεγαλύτερη βιομηχανία του κλάδου, άρχισε να υλοποιεί απόφαση των μετόχων της να παράγει μόνο ορισμένου τύπου ψυγεία για την Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες με βάση τις εμπορικές ανάγκες της πανίσχυρης κοινοπρακτικής εταιρείας Bosch – Siemens. Αυτό δεν είναι τυχαίο ούτε μεμονωμένο φαινόμενο στην ευρωπαϊκή αγορά αν κρίνει κανείς από τη σημείωση του ΙΟΒΕ ότι διεθνώς παρατηρείται «αύξηση του βαθμού εξειδίκευσης στην παραγωγή, καθώς οι μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου έχουν εξειδικεύσει τα διάφορα εργοστάσιά τους στην παραγωγή συγκεκριμένων συσκευών ώστε να καρπωθούν τα πλεονεκτήματα που πηγάζουν από τη μαζική παραγωγή».


Με βάση έναν διεθνή καταμερισμό που υπαγορεύει ο μέτοχος, τα τελευταία χρόνια η Πίτσος έχει εξελιχθεί όχι μόνο σε μεγάλο εισαγωγέα, αλλά και σε μεγάλο εξαγωγέα. Η Elco – Βαγιωνής, από την πλευρά της, έχει ισχυρό μερίδιο στις ηλεκτρικές κουζίνες και δεν παράγει ψυγεία ή πλυντήρια παρά μόνο κουζίνες και απορροφητήρες. Η εξειδίκευση στην παραγωγή φαίνεται να είναι η μόνη σωτηρία για τους παραγωγούς, είτε ανήκουν σε διεθνή κεφάλαια είτε ελέγχονται από ελληνικά. Πολύ περισσότερο ισχύει αυτό για μια μικρή αλλά πολύ αξιόλογη βιομηχανία όπως είναι η Morris ΑΕ, η οποία κατασκευάζει μικρά πλυντήρια πιάτων.


Πέρα από την εξειδίκευση, στην αγορά των «λευκών» ηλεκτρικών συσκευών διεθνώς αυξάνεται διαρκώς ο βαθμός συγκέντρωσης. Μελετητές σημειώνουν ότι ο κλάδος χαρακτηρίζεται διεθνώς «από οικονομίες κλίμακος και έντονο ανταγωνισμό, με αποτέλεσμα τη μεγάλη συγκέντρωση των επιχειρήσεων». Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι, ενώ το 1980 υπήρχαν στην Κοινότητα 810 παραγωγοί οικιακών ηλεκτρικών συσκευών, δέκα χρόνια μετά είχαν απομείνει μόνο 430 παραγωγοί. Σύμφωνα μάλιστα με εκτιμήσεις των οικονομικών αναλυτών, τελικά η παγκόσμια αγορά «λευκών» ηλεκτρικών συσκευών θα ελέγχεται από έξι ομίλους επιχειρήσεων.


Οι εναπομείναντες έλληνες παραγωγοί, δηλαδή οι εταιρείες που προαναφέρθηκαν, η εταιρεία Κλιματεχνική ΑΕ, που κατασκευάζει βασικά απορροφητήρες, και 2-3 μικρότερες, συνεχίζουν να δίνουν τη δική τους μάχη επιβίωσης αξιοποιώντας όχι μόνο δικές τους εγκαταστάσεις αλλά και εγκαταστάσεις τρίτων εταιρειών… εντός και εκτός της χώρας. Οσοι αγόρασαν τελευταία κάποιο ψυγείο με το σήμα Elco – Βαγιωνής θα πρόσεξαν, υποθέτουμε, ότι το ψυγείο αυτό δεν κατασκευάστηκε στην Ελλάδα.


Η παραγωγή συσκευών στο εξωτερικό με το σύστημα φασόν κερδίζει έδαφος. Θα γνωρίζετε ασφαλώς τις συσκευές Φουρλής Europa, όπως θα γνωρίζετε ασφαλώς ότι καμία τους δεν παράγεται στην Ελλάδα. Ολες κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες, σε μια προσπάθεια να εξασφαλισθεί χαμηλότερο κόστος παραγωγής και δημιουργία brand name που θα επιτρέψει ενδεχομένως στην εταιρεία, κάποτε, να επιχειρήσει την παραγωγή τους και στην Ελλάδα ή και την εξαγωγή τους από την Ελλάδα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.


Οι ερευνητές του ΙΟΒΕ κατέληξαν, άλλωστε, στην εκτίμηση ότι η ανεπάρκεια του υφιστάμενου κεφαλαιουχικού εξοπλισμού σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος δανεισμού, καθώς και το υψηλό ­ όπως αναφέρουν ­ εργατικό κόστος, είναι οι δύο σημαντικότεροι παράγοντες που παρεμποδίζουν σήμερα την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής. Πολύ δύσκολα κάποια εταιρεία, ακόμη και διεθνών κεφαλαίων, συνδεδεμένη με μεγάλη φίρμα του εξωτερικού, θα επιχειρούσε να δημιουργήσει μια νέα βιομηχανία. Πολύ περισσότερο ισχύει αυτό τη στιγμή που λίγες δεκάδες χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα, στη Θήβα, στον νομό Βοιωτίας, περιμένει ένας «κοιμώμενος γίγας» του κλάδου με δυνατότητα να παράγει γύρω στις 500.000 «λευκές» ηλεκτρικές οικιακές συσκευές ετησίως.


Οι μελέτες παραβλέπουν συχνά αυτόν τον παράγοντα ­ ίσως όχι άδικα. Ο λόγος όμως γίνεται για μια βιομηχανία για την οποία κατά καιρούς έχουν ενδιαφερθεί αρκετοί έλληνες επιχειρηματίες. Πρόκειται για την περίφημη Ελίντα ΑΒΕ, την εταιρεία που έχει κατασκευάσει εκατοντάδες χιλιάδες ηλεκτρικά ψυγεία, κουζίνες και πλυντήρια, καθώς και τηλεοράσεις, προτού οδηγηθεί σε κλείσιμο από τον ΟΑΕ, μετά από μακρά περίοδο απίστευτης κακοδιαχείρισης, τα μέσα του 1991. Ως «προβληματική» έχει τεθεί από τότε σε εκκαθάριση και η περιπέτεια της ιδιωτικοποίησής της δεν φαίνεται να έχει τέλος. Ενα προσύμφωνο εξαγοράς έχει υπογραφεί από το 1993, αλλά μόνο λίγους μήνες του 1994 η εταιρεία επαναλειτούργησε μερικώς και έκτοτε παραμένει κλειστή, εν αναμονή της πώλησης. Η εξέλιξη που θα έχει η υπόθεση αυτή θα επηρεάσει άμεσα, όπως είναι φυσικό, την πορεία ολόκληρου του κλάδου, αν σκεφθεί κανείς ότι η Ελίντα είναι ο ιδιοκτήτης εμπορικών σημάτων όπως είναι η Ιζόλα ή η Εσκιμό.


Δεν είναι λίγοι βέβαια αυτοί που αντιτείνουν ότι είναι μάταιο να προσδοκάται αύξηση της παραγωγής «λευκών» συσκευών στη χώρα μας και μάλιστα από ελληνικά σήματα, όταν διεθνώς οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις «σαρώνουν την αγορά». Είναι επίσης αλήθεια όμως ότι ακόμη και η πανίσχυρη Siemens σεβάστηκε απόλυτα το εμπορικό όνομα Πίτσος και κάθε άλλο παρά το απέσυρε από την ελληνική αγορά. Οπως είναι επίσης αλήθεια, σύμφωνα και με τα σχετικά στοιχεία της μελέτης της ICAP Hellas, ότι τα ελληνικά σήματα συνεχίζουν να απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη σημαντικού μέρους των ελλήνων καταναλωτών.


Οι έλληνες παραγωγοί οφείλουν συν τοις άλλοις να λάβουν υπόψη τους ότι θα πρέπει να οικοδομήσουν καλύτερους δεσμούς με το λιανεμπόριο αν θέλουν να επιβιώσουν. Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι στο λιανικό εμπόριο, στο σύνολο της χώρας, οι συνεταιρισμοί των λιανοπωλητών κατέχουν το 50% της αγοράς, τα πολυκαταστήματα το 30% και τα ανεξάρτητα καταστήματα το υπόλοιπο 20%. Στην Αθήνα, ωστόσο, το μερίδιο των πολυκαταστημάτων υπολογίζεται ότι ήδη κυμαίνεται μεταξύ 65% και 70% της αγοράς. Τι θα συμβεί λοιπόν τα αμέσως επόμενα χρόνια; Το μερίδιο των πολυκαταστημάτων στο απώτερο μέλλον θα πλησιάσει ­ λέγεται ­ το 50%…