«Live» στον Λυκαβηττό
Υστερα από δύο θριαμβευτικές εμφανίσεις στην Ελλάδα (1996 και 2000) στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, ο Χοακίν Κορτές, ο τσιγγάνος χορευτής από την Κόρντομπα, θα βρίσκεται και πάλι εδώ για δύο παραστάσεις, στις 13 και 14 Ιουνίου, στο Θέατρο Λυκαβηττού, με το «Live», ένα έργο που πρωτοπαρουσίασε την άνοιξη του 2001 στη Βαρκελώνη και με το οποίο η ομάδα του, το Joaquin Cortes Flamenco Ballet, έχει περιοδεύσει σχεδόν σε όλον τον κόσμο.
Στο «Live» η μουσική και το cante, δηλαδή το τραγούδι φλαμένκο, είναι τα κεντρικά στοιχεία που χρησιμοποιεί ο χορογράφος προκειμένου να προσφέρει στον θεατή ένα ταξίδι στον κόσμο και στην πορεία του χορού φλαμένκο. Το τραγούδι ξεκίνησε και ο χορός ακολούθησε σε αυτό το είδος. H προώθηση λοιπόν του τραγουδιού στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος σε μια παράσταση από τον Κορτές μπορεί να ξεγελά κάποιους έτοιμους να πιστέψουν ότι το «κακό παιδί» του φλαμένκο κάνει στροφή προς την παράδοση, την οποία φαίνεται να αρνείται και να ανατρέπει σε κάθε καινούργια δουλειά του από το 1992, οπότε ίδρυσε τη δική του ομάδα. Ο άνθρωπος που έκανε το φλαμένκο σόου για τα πλήθη πιστεύοντας ότι έτσι διαδίδει το πνεύμα του χορού αυτού αλλά και τον τρόπο ζωής και σκέψης που λέγεται φλαμένκο δεν συμβιβάζεται και δεν πισωγυρίζει. H μουσική που χρησιμοποιεί στο «Live» δεν είναι μόνο φλαμένκο αλλά εβραϊκή, αραβική, κλασική δυτική μουσική, σεφαραδίτικη, ακόμη και αφροκουβανέζικη.
Από τον ναρκισσισμό στην ωριμότητα
Σύγχρονος, με απόλυτα ξεκαθαρισμένες ιδέες για τα «νέα επαγγελματικά ήθη στον χορό» που κάνουν τους χορευτές να μην πεθαίνουν όπως άλλοτε «στην ψάθα», με κοστούμια Αρμάνι «στη σκηνή και στη ζωή», έφερε από την αρχή έναν αέρα ανανέωσης που ξένισε πολλούς, ιδιαίτερα τις παλιότερες γενιές χορευτών φλαμένκο. Ο ακραίος ναρκισσισμός που χαρακτήριζε τις παλαιότερες εμφανίσεις του έχει πλέον δώσει τη θέση του στην ωριμότητα, στη λιτότητα της έκφρασης, στη μεγαλύτερη επικοινωνία στη σκηνή με τους υπόλοιπους χορευτές, τις 11 νεαρές χορεύτριες που τον πλαισιώνουν. Αλλωστε ο ίδιος παραδέχεται ότι όσο περνούν τα χρόνια αντισταθμίζονται αυτά που χάνει κανείς «με όσα κερδίζει σε σοφία, ωριμότητα και εμπειρία». Σουπερστάρ και κακομαθημένος, νέος και ωραίος, με σπουδές κλασικού χορού και θητεία στο Ισπανικό Εθνικό Μπαλέτο, με παραστάσεις σχεδόν σε όλον τον κόσμο στα μεγαλύτερα θέατρα και εμφανίσεις δίπλα στους μεγαλύτερους χορευτές, όπως η Μάγια Πλισέτσκαγια, η Σιλβί Γκιλέμ, ο Πέτερ Σάουφους, η Μαρί-Κλοντ Πιετραγκαλά και ο Χούλιο Μπόκα, πολλαπλασίασε τις δόσεις αισθησιασμού του φλαμένκο από τότε που αφοσιώθηκε σε αυτό. «Χορεύει με την ψυχή του» και ασκείται τουλάχιστον «τέσσερις ώρες κάθε ημέρα», αφιερώνει έργα του στον παππού του που του έμαθε τον χορό, ενώ όποιος τον έχει δει στη σκηνή δεν ξεχνά τον μαγνητισμό που εκπέμπει ούτε και την τέλεια χειραγώγηση του – γυναικείου κυρίως μέρους του – κοινού.
Παρά τη γνώση του θεατρικού δυτικού χορού, ο Κορτές επέλεξε το φλαμένκο, ένα είδος που είναι τόσο συνδεδεμένο στο μυαλό μας με τα τουριστικά μαγαζάκια της Plaza Mayor (κάτι σαν τα υπόγεια της Πλάκας με δημοτικούς χορούς και τραγούδια) όσο και με μια θεματολογία και μορφή που, παρά το μυθικό του παρελθόν, δεν έχει και πολλά να πει στον σημερινό θεατή, εκτός από το «μουσειακό» ενδιαφέρον που παρουσιάζει. Τσιγγάνος την καταγωγή, ανήκει στη «νέα γενιά τσιγγάνων που δεν ντρέπονται για την καταγωγή τους» και κάποιοι, όπως ο ίδιος ο Χοακίν Κορτές, δεν διστάζουν να αλλάξουν ό,τι έχει παλιώσει ανεπανόρθωτα. Πολλοί ακόμη ταλαντούχοι χορευτές ακολούθησαν και ανανέωσαν το φλαμένκο, όπως ο Αντόνιο Κανάλες, η Μαρία Παχές κ.ά. Απέδειξαν έτσι ότι αυτό το είδος μπορεί να παραμείνει ζωντανό, να αντλήσει στοιχεία από το παρελθόν του και να τα αναπλάσει για να παραγάγει νέες μορφές χωρίς να γίνει γραφικό.
Μάρτυρας μιας νέας εποχής
Ο Κορτές και οι υπόλοιποι έδειξαν ότι το φλαμένκο μπορεί να σταθεί επαξίως δίπλα στη σύνθετη αντίληψη του κόσμου του σύγχρονου χορού, δανειζόμενο υλικό από τεχνικές αυτού του είδους, ώστε να σχολιάσει τη σύγχρονη πραγματικότητα χωρίς τη διδακτικότητα ενός παλιομοδίτικου και άκαμπτου συστήματος. Ντύνει τους άνδρες γυναίκες, ο ίδιος έχει φορέσει φούστα, χορεύει χωρίς πουκάμισο. Οι ρόλοι των φύλων στα έργα του δεν είναι προκαθορισμένοι, υπαινίσσεται ότι η ερωτική έλξη μπορεί να αφορά και άλλους φυλετικούς συνδυασμούς εκτός από άνδρα και γυναίκα. Είναι φυσικό όσοι μεγάλωσαν με την επιτακτική ανάγκη να κρατηθεί ανέπαφη η παράδοση του φλαμένκο να διαμαρτύρονται, να κινδυνολογούν για το μέλλον του χορού ή να κάνουν πικρόχολα σχόλια για τις ανατροπές αυτές που «βγάζουν λεφτά κι από πάνω». Στην πραγματικότητα, όμως, ο Χοακίν Κορτές έσωσε το φλαμένκο από τη γραφικότητα και το επίπεδο τουριστικής επίδειξης του πάλαι ποτέ ένδοξου «εθνικού ισπανικού προϊόντος». Στα πρώτα του έργα όπως το «Pasion Gitana» (1995), το οποίο είδαμε στο Ηρώδειο έναν χρόνο αργότερα, ήταν φανερό ότι δεν είχε βρει ακόμη τον τρόπο να βάζει φρένο στη γοητεία που ήθελε να ασκεί στο κοινό, με αποτέλεσμα να υπερεκτίθεται στη σκηνή, ενώ η απόσταση από τους υπόλοιπους χορευτές σε μια χορογραφία κάπως σχηματική μεγέθυνε το ελάττωμα. Από την άλλη, δεν επανέλαβε τις χιλιοειπωμένες ιστορίες για απιστίες και αμαρτίες, ούτε έκλαψε πικρά για τα πάθη που προκαλεί η γυναίκα με εικονικές μάχες αρσενικών επί σκηνής. Ακόμη τότε έδινε προτεραιότητα στον άνδρα στα ντουέτα, αλλά το σύνολο των αλλαγών και κυρίως η πρόθεση που διαφαινόταν πίσω από ανολοκλήρωτες έστω ανατροπές προϊδέαζαν το κοινό ότι ήταν μάρτυρας στο ξεκίνημα μιας νέας εποχής. Το «Soul», το άλλο πολύ γνωστό του έργο (2000), έδειξε ότι ο Κορτές είχε ωριμάσει ως καλλιτέχνης. Πιο πειθαρχημένος αλλά με την ίδια επιθυμία να γοητεύσει, έστησε μια «γιορτή» χωρίς τελειωμό, καθώς στο τέλος της παράστασης έβαλε τους μουσικούς και τους τραγουδιστές του να χορέψουν ένας ένας στο τέλος αυτοσχεδιάζοντας, αποδεικνύοντας ότι μπορούν να κάνουν τα πάντα! Στο «Soul» υπήρχε ξεκάθαρη επιρροή από street dance και σύγχρονο χορό, το θέαμα δεν ήταν τόσο συναρπαστικό όσο το προηγούμενο αλλά πιο αφηρημένο, αφήνοντας μεγαλύτερη πρωτοβουλία στον θεατή για την ερμηνεία του, ενώ η ιδεολογική άποψη γύρω από τις σχέσεις των φύλων και τον έρωτα ήταν πιο σύνθετες και καλύτερα εκφρασμένες.
H επιθυμία του Χοακίν Κορτές να διαδώσει τον χορό σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό θεατών είναι ευχής έργον και μπορεί να το κάνει. Το καλύτερο παράδειγμα είναι η «άλωση» από τον χορό χάρη στον «πολέμαρχο» Κορτές δύο φεστιβάλ που σε όλα τα χρόνια λειτουργίας τους δεν συμπεριέλαβαν στις εκδηλώσεις τους παραστάσεις χορού (κάτι σαν την Επίδαυρο πριν από το 2000 και το γκαλά που δόθηκε εκεί): του Σπολέτο και της Βίνια ντελ Μάρ, όπου το 1995 και το 2001 αντιστοίχως ο Χοακίν Κορτές εμφανίστηκε με μεγάλη επιτυχία καταφέρνοντας να δώσει για άλλη μία φορά το μήνυμα ότι οι παραδόσεις είναι για να ανατρέπονται.
Το Joaquιn Cortés Flamenco Ballet θα εμφανιστεί στο Θέατρο Λυκαβηττού στις 13 και 14 Ιουνίου με το έργο «Live». Πληροφορίες στα τηλ. 210 7227.209 και 210 3221.459.



