10 + 1 χρόνια έχουν περάσει από τους Ολυμπιακούς Αγώνες στη Σεούλ, όπου ο Μπεν Τζόνσον ανέβηκε στο ψηλότερο σκαλοπάτι του βάθρου των νικητών. Κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα ήταν και η τελευταία φορά. Οχι, δεν εγκατέλειψε το «άθλημα». Απλώς η αποκάλυψη ότι έκανε χρήση αναβολικών δεν του στέρησε μόνο το χρυσό μετάλλιο που είχε κερδίσει, αλλά και την αποβολή του για πάντα από τους αγωνιστικούς χώρους
Η τιμωρία του Μπεν Τζόνσον είναι ίσως η πιο αυστηρή στα χρονικά του αθλητισμού, όχι όμως και η πλέον παραδειγματική. Αφού τα γεγονότα μαρτυρούν ότι οι αθλητές είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν ακόμη και τη ζωή τους χαρακτηριστική περίπτωση αυτή της Φλόρενς Γκρίφιθ Τζόινερ προκειμένου να ανεβούν στο υψηλότερο σκαλί του βάθρου.
Γιατί οι αθλητές παίρνουν αναβολικά; Μήπως ένα παγκόσμιο ρεκόρ είναι πλέον ακατόρθωτο χωρίς αναβολικά; Γεγονός είναι πάντως ότι τη χρονιά που μας πέρασε τα σκάνδαλα για χρήση αναβολικών πήραν και έδωσαν. Η χρήση απαγορευμένων ουσιών εξαπλώνεται ως επιδημία σε όλες τις κατηγορίες των αθλημάτων.
Για το περιστατικό Μπεν Τζόνσον είχαν σχολιάσει τότε ξένοι και έλληνες αθλητικοί παράγοντες: «Θα σταθεί αφορμή για να ξεκαθαρίσει το αθλητικό τοπίο από τα αναβολικά». Αν αυτό που έχει ακολουθήσει τα τελευταία χρόνια είναι ξεκαθάρισμα, τότε σίγουρα η σφουγγαρίστρα είναι πολύ βρώμικη ακόμη.
Εντεκα χρόνια τώρα θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα παγκόσμια ρεκόρ τα χρωστάμε στους γιατρούς και στους φαρμακολόγους και όχι στους αθλητές και στους προπονητές τους, όπως θα περίμενε κανείς. Η μαύρη αγορά με τα συμπληρώματα, τα χάπια και τα σιρόπια κάνει τζίρο ετησίως σύμφωνα πάντα με το αγγλικό περιοδικό «Arena» 12,5 δισ. στερλίνες. Σύμφωνα πάντα με το ξένο αθλητικό περιοδικό, η δεκαετία του ’90 είναι η κατ’ εξοχήν περίοδος αναβολικών στον αθλητισμό.
Τα «αόρατα» ναρκωτικά
Το πρώτο σοκ πάντως για τη χρονιά που μας πέρασε ήρθε όταν μετά από έλεγχο στο τελωνείο του αεροδρομίου του Σίδνεϊ, η κινέζα κολυμβήτρια Γιαν Γιαν (που επρόκειτο να πάρει μέρος στο παγκόσμιο πρωτάθλημα που θα διεξαγόταν εκεί) συνελήφθη να έχει στην κατοχή της αυξητική ορμόνη, σε ποσότητα ικανή να προμηθεύσει όλη την ομάδα της. Στις αποσκευές της πιο συγκεκριμένα, εκτός από μαγιό, γυαλιά κολύμβησης και σκούφους, βρέθηκαν 13 φιαλίδια που περιείχαν hGH καθεμία από τις 13 αυτές θεραπείες στη μαύρη αγορά κοστίζει 2.000 στερλίνες. Πρόκειται για ένα ναρκωτικό που «χτίζει» το σώμα αλλά δεν μπορεί να εντοπιστεί ούτε με ανάλυση ούρων. Παρά το γεγονός όμως η κινέζα αθλήτρια πήρε μέρος στους αγώνες και αξίζει να σημειωθεί ότι τέσσερις άλλοι συναθλητές της αποβλήθηκαν από τους αγώνες γιατί χρησιμοποίησαν κάποια άλλα εξίσου απαγορευμένα «δυναμωτικά». Οσο για τον προπονητή της ομάδας, που μάλλον είχε εμπλακεί και αυτός στην υπόθεση, τιμωρήθηκε με αποβολή από τους αθλητικούς χώρους για 15 χρόνια.
Τον Ιανουάριο του 1998 μια σειρά από δίκες έγιναν στο Βερολίνο, με κατηγορούμενους γιατρούς και προπονητές που «κακοποίησαν» παιδιά λόγω της χορήγησης στεροειδών που τους παρείχαν τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Τα θύματα, μικρά παιδιά (κολυμβητές, δρομείς και αθλητές της ενόργανης) στην πλειονότητά τους μαθητές στην αθλητική ακαδημία της Ανατολικής Γερμανίας «Sporthochschule», βρέθηκαν κάποια στιγμή υπό την επήρεια τοξικών ουσιών με στόχο τη δόξα της χώρας τους.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των εκδικασμένων αποφάσεων, κάθε γερμανός αθλητής του ανατολικού μπλοκ που κέρδισε χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο κατά την εικοσαετία 1968-1988 (με εξαίρεση το άθλημα της ιστιοπλοΐας) είχε κάνει χρήση στεροειδών. Τα θύματα, παραπάνω από 2.000, ενήλικοι πλέον όλοι τους, αντιμετωπίζουν ιστορίες τρόμου ορμονικών αναταραχών αλλά και διαφόρων ασθενειών από την αλόγιστη χρήση αναβολικών. Αξίζει κανείς να αναφέρει την περίπτωση της γερμανίδας σφαιροβόλου η οποία αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να υποστεί αλλαγή φύλου.
Το περασμένο καλοκαίρι όμως στους ποδηλατικούς αγώνες Tour de France αποκαλύφθηκε ότι σχεδόν όλες οι ομάδες είχαν τον δικό τους προμηθευτή αναβολικών. Το ναρκωτικό δεν ήταν άλλο από μια ουσία που λέγεται ερυθροποϊτίνη (ΕΡΟ). Η ΕΡΟ είναι μια ακριβή φαρμακολογική λύση για τις απαιτήσεις ενός ποδηλάτη. Και αυτό όμως το «συμπλήρωμα» επιφυλάσσει κινδύνους για τους χρήστες του. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ο αιφνίδιος θάνατος δύο ποδηλατών (ενός Βέλγου και ενός Ολλανδού) ήταν η αφορμή για να ανιχνευτεί η ουσία ΕΡΟ. Ο επίσημος ρόλος των γιατρών στις ομάδες μέχρι πρότινος ήταν να φροντίζουν τους αθλητές για θέματα υγείας, από ό,τι φάνηκε όμως στους ποδηλατικούς αγώνες του ’98 ο ρόλος των γιατρών ήταν περισσότερο ρόλος «προμηθευτή» ναρκωτικών.
Οι αλλεπάλληλοι θάνατοι από χρήση αναβολικών στους ποδηλατικούς αγώνες στη Γαλλία τη δεκαετία του ’60 συμπεριλαμβανομένου του θανάτου του Τόμι Σίμπσον ο οποίος πέθανε ενώ ανέβαινε με το ποδήλατό του στο βουνό Ventoux το 1967 ήταν ο λόγος που οι αθλητικές αρχές άρχισαν να κάνουν ελέγχους για ντόπινγκ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1968.
Η εμπλοκή και επίσημων παραγόντων στη χρήση ναρκωτικών στους Αγώνες έγινε γνωστή και στην Ιταλία όταν οι εφημερίδες αποκάλυψαν ένα δίκτυο περίπου 700 γιατρών οι οποίοι βοηθούσαν τους αθλητές και τις αθλήτριες από ολυμπιακούς αθλητές ως και ποδοσφαιριστές πρώτης κατηγορίας να χρησιμοποιούν ναρκωτικά και να νικούν.
Ο πρόεδρος της Ιταλικής Ολυμπιακής Επιτροπής Μάριο Πεσκάντε αναγκάστηκε να παραιτηθεί όταν αποκαλύφθηκε η εμπλοκή του σε υπόθεση με ντοπαρισμένους ποδοσφαιριστές. Διεξήχθη ειδική έρευνα όπου κλήθηκαν οι αθλητές όλων των ποδοσφαιρικών ομάδων για τους οποίους υπήρχε υποψία ντοπαρίσματος. Μεταξύ αυτών ο Τζιανλούκα Βιάλι, ο Ρονάλντο, ο προπονητής της Εθνικής Ιταλίας Σεζάρ Μαλντίνι και ο γιος του Πάολο.
Και το άθλημα του ράγκμπι όμως δεν έμεινε έξω από τον χώρο των αναβολικών. Στο ιρλανδικό πρωτάθλημα κατά την περίοδο 1997-1998 υπήρχαν τρία θετικά αποτελέσματα για ντοπάρισμα και αυτό γιατί, όπως επισημαίνουν παίκτες του ράγκμπι ανά τον κόσμο, ποτέ δεν τους έχει γίνει σοβαρός έλεγχος.
Το καλοκαίρι που μας πέρασε όμως άλλο ένα κρούσμα ντοπαρίσματος συγκλόνισε αυτή τη φορά το άθλημα του τένις. Αποκαλύφθηκε ότι οι τενίστες στο Γουίμπλεντον καταπίνουν τα αναβολικά λες και είναι καραμέλες. Μετά από εξέταση βρέθηκε ότι ο τσέχος τενίστας Πετρ Κόρντα χρησιμοποίησε nandrolone, ένα στεροειδές παρόμοιο με αυτό που ο Μπεν Τζόνσον είχε χρησιμοποιήσει στην Ολυμπιάδα της Σεούλ.
Ο θάνατος της Φλόρενς Γκρίφιθ στις 21 Σεπτεμβρίου του προηγούμενου έτους 10 χρόνια μετά την Ολυμπιάδα της Σεούλ όπου είχε κερδίσει τρία χρυσά μετάλλια συγκλόνισε τον αθλητικό και όχι μόνο χώρο. Σύμφωνα με τη νεκροτομία, η αθλήτρια υπέφερε από ήπιας μορφής καρδιακή υπερτροφία και παροδική διάμεση ίνωση (είχαν σκληρύνει οι πνεύμονες), και για όλα αυτά ευθύνονταν τα αναβολικά χάπια.
Οι αντιδράσεις των αθλητών
Τα αναβολικά λοιπόν είναι πλέον γεγονός για τα αθλητικά δρώμενα, οι αθλητές όμως αντιδρούν και δεν είναι λίγες οι φορές που διαμαρτύρονται: για τον λόγο ότι σε μερικές περιπτώσεις οι ποινές είναι πολύ σκληρές ενώ σε άλλες δεν γίνεται καν γνωστό το γεγονός. Στο ανώτατο δικαστήριο του Λονδίνου το περασμένο καλοκαίρι εμφανίστηκαν και άλλα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα θέματα ντοπαρίσματος που αφορούσαν αστέρες του αθλητισμού, οι οποίοι κατάφεραν να ξεφύγουν από την εξέταση ανίχνευσης αναβολικών ή να καταθέσουν μια καλή δικαιολογία.
Ο Λίνφορντ Κρίστι, ο οποίος κατηγορήθηκε άδικα, κατά τα λεγόμενά του, για χρήση αναβολικών ουσιών, έτρεχε επί έναν μήνα στα δικαστήρια προσπαθώντας να «καθαρίσει» το όνομά του. Τίποτε όμως δεν φαίνεται να μπορεί να γίνει όσον αφορά τα αναβολικά. Στην Αμερική μετά από επαληθευτικό τεστ στο οποίο είχε υποβληθεί η Μαίρη Ντέκερ-Σλάνεϊ είχε εξακριβωθεί ότι έκανε χρήση ναρκωτικών· παρ’ όλα αυτά μπόρεσε να ξαναπάρει μέρος σε αγώνες με την εθνική ομάδα. Και ο Ντένις Μίτσελ βραβευμένος με το αργυρό μετάλλιο αμέσως μετά τον Κρίστι στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης το 1992 κατηγορήθηκε για χρήση ναρκωτικών το 1998, αφού εξέταση έδειξε υπερβολικά επίπεδα τεστοστερόνης στον οργανισμό του. Ο ίδιος όμως είχε τη δική του εξήγηση για τα αποτελέσματα της εξέτασης. Οπως ισχυρίστηκε, το προηγούμενο βράδυ είχε καταναλώσει πέντε μπουκάλια μπίρα και είχε κάνει τέσσερις φορές έρωτα με τη γυναίκα του, μια και είχε τα γενέθλιά της. Αυτό όμως που είναι εντυπωσιακό δεν είναι η δικαιολογία του αλλά το γεγονός ότι αθωώθηκε.
Τα σκάνδαλα για αναβολικά δεν προκαλούν πλέον καμία εντύπωση στον διεθνή αθλητικό χώρο. Ολο και περισσότεροι, όταν βλέπουν κάποιον αθλητή να κερδίζει την πρώτη θέση με διαφορά, χωρίς δεύτερη σκέψη κάνουν λόγο για ντόπινγκ. Καλοί, κακοί λοιπόν όλοι στο ίδιο σακί. Και αυτό γιατί κανένας δεν φαίνεται να είναι σε θέση να πει με σιγουριά αν οι αστέρες του αθλητισμού κάνουν χρήση αναβολικών ή όχι. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το θέμα «ντόπινγκ» εξαπλώνεται ως επιδημία.
Γι’ αυτό τον λόγο πήρε τα μέτρα της και η Παγκόσμια Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων. Τον περασμένο Φεβρουάριο στη Λωζάννη, σε συνέδριο που έγινε κατά των αναβολικών, όλοι συμφώνησαν ότι κάτι πρέπει να γίνει. Στη Λωζάννη συζητήθηκαν όλα: περί εξετάσεων αίματος μέχρι του να αρχίσει να μετράει ξανά το παγκόσμιο ρεκόρ από την 1/1/2000. Και ίσως αυτή να είναι μια λύση.
Με τις καταγγελίες τον Σεπτέμβριο του 1979 του πρωταθλητή (τότε) Χρήστου Ιακώβου για χρήση αναβολικών στην ομάδα άρσης βαρών άνοιξε ουσιαστικά ο φάκελος των απαγορευμένων φαρμάκων στον ελληνικό αθλητισμό. Η υπόθεση έκλεισε με ποινές της Επιτροπής Φιλάθλου Ιδιότητος (ΕΦΙ) σε παράγοντες και τεχνικούς της ομοσπονδίας. Ακολούθησαν οι υποθέσεις των Ολυμπιακών Αγώνων του Λος Αντζελες το 1984. Κατά τη διάρκεια των Αγώνων βρέθηκαν ντοπέ η πρωταθλήτρια Ευρώπης του ακοντισμού Αννα Βερούλη και ο αρσιβαρίστας Σεραφείμ Γραμματικόπουλος, ενώ στον προληπτικό έλεγχο της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων (ΕΟΑ) βρέθηκαν θετικοί ο αρσιβαρίστας Δημήτρης Ζαρζαβατσίδης και ο άλτης του μήκους Δημήτρης Δεληφώτης, οι οποίοι και αποκλείστηκαν της αποστολής.
Το ελληνικό ποδόσφαιρο συγκλόνισαν λίγο αργότερα οι υποθέσεις των ποδοσφαιριστών Ισις (ΟΦΗ), στην οποία κυριάρχησε το παρασκήνιο (1986), και του Τσίγκοφ της πρωταθλήτριας ομάδας της Λάρισας (1988). Το 1993 σε έλεγχο της ΕΟΑ πριν από τους Μεσογειακούς Αγώνες της Γαλλίας είχε βρεθεί θετικό και το δείγμα του Ζήση Βρύζα, ο οποίος τότε έπαιζε στην Ξάνθη.
Στο εφετεινό πρωτάθλημα του μπάσκετ, οπότε και καθιερώθηκε ο αντιντόπινγκ έλεγχος, υπήρξαν εννέα περιπτώσεις ντοπέ. Η αρχή έγινε με τον πορτορικανό Χοσέ Ορτίθ του ΠΑΟΚ τον Αύγουστο, ο οποίος και απέφυγε την τιμωρία λόγω τυπικών λαθών της ομοσπονδίας. Από τις υπόλοιπες περιπτώσεις οι έξι αφορούσαν ξένους και οι δύο Ελληνες, τον Γιώργο Παύλου του Παπάγου τον Δεκέμβριο και τον Ντίνο Αγγελίδη του Αρη πριν από έναν μήνα. Περιπτώσεις ντόπινγκ έχουμε πολλές ακόμη στον ελληνικό αθλητισμό. Θετικά δείγματα είχαν στο παρελθόν μεταξύ άλλων οι αθλητές του στίβου Τσίτουρας, Γεντέκος, Κόφφα, Βόγγολη, Βασδέκης, οι κολυμβητές Δράμπας, Λέπτου κ.ά. Σε κάποιες όμως περιπτώσεις δεν επιβλήθηκαν ποινές γιατί θεωρήθηκε ότι υπήρξε επηρεασμός από φαρμακευτική αγωγή την οποία είχαν υποδείξει οι γιατροί.



