Πέρασαν πέντε χρόνια από την ημέρα που σίγησε η μαγική φωνή των φάντος – σε ηλικία 79 χρόνων -, η τραγουδίστρια της οποίας το όνομα έγινε συνώνυμο αυτών των τραγουδιών, των λυπημένων τραγουδιών που μιλούσαν στη χρυσή τουλάχιστον εποχή τους για τη μοίρα, το πεπρωμένο και που αποτελούν τη βιτρίνα της πορτογαλικής μουσικής. H Αμάλια Ροντρίγκες υπήρξε για την Πορτογαλία ό,τι η Εντίθ Πιαφ για τη Γαλλία, η Ουμ Καλσούμ για τον αραβικό κόσμο και η Μπίλι Χόλιντεϊ για τους Αφροαμερικανούς. H ίδια δεν γνώριζε ούτε την ακριβή ημερομηνία γέννησής της, αυτό που όμως γνώριζε σίγουρα είναι ότι όλα άρχισαν όταν τραγούδησε τα πρώτα τραγούδια της στο λιμάνι Αλκαντάρα της Λισαβόνας, στον πάγκο που πουλούσε φρούτα με τη μητέρα της. «Είχα μεγάλη λύπη μέσα μου. Είμαι από τη φύση μου πεσιμίστρια και μηδενίστρια» έλεγε η Ροντρίγκες και συμπλήρωνε ιδανικά: «Ο,τι ακριβώς ζητούν τα φάντος από έναν τραγουδιστή βρίσκεται μέσα μου. Οταν βρίσκομαι μόνη μου, η δυστυχία και η απομόνωση με ζυγώνουν αμέσως».


Φυσικά οι σημερινές ερμηνεύτριες δεν περνούν από τις δοκιμασίες εκείνων των χρόνων. Δεν χρειάζεται να συνδεθούν με την πολιτική για να πετύχουν η Κριστίνα Μπράνκο και η Ζοάνα Αμεντοέιρα – δύο από τις φαντίστας που θα μας επισκεφθούν το διήμερο, που είναι αφιερωμένο στη Ροντρίγκες, στον Λυκαβηττό. Σίγουρα, η φωνή τους διαθέτει εκείνα τα τεχνικά χαρακτηριστικά που απαιτούνται για το είδος, τη δεκαετία όμως του ’40 που άρχισε η Ροντρίγκες έπρεπε να πείσει τη μητέρα της και την κοινωνία ότι αυτό που έκανε δεν ήταν επιλήψιμο. «Δεν μπορούσαν» όπως έλεγε η ίδια η Ροντρίγκες «να φαντασθούν ότι αργότερα θα τραγουδούσα στο Ολυμπιά του Παρισιού». H χρυσή εικοσαετία της καριέρας της υπήρξε μεταξύ ’50 και ’70, όπου κέρδισε και τον τίτλο «ιέρεια των φάντος». Ενα ιδίωμα με ρίζες στον 19ο αιώνα και επιρροές τόσο από το φλαμένκο όσο και από την αραβική μουσική. Εκτός Πορτογαλίας άρχισε να γίνεται γνωστή αρχές της δεκαετίας του ’50 με τις επισκέψεις και περιοδείες της στη Βραζιλία, στη Γαλλία και στις ΗΠΑ. Μεγάλες επιτυχίες της, τραγούδια όπως τα «Mala Suerte», «Coimbra» και «Barco Negro» μεταξύ πολλών άλλων.


Παρά όμως την αποκατάσταση της φήμης της πολύ αργότερα, το όνομά της συνδέθηκε με το πενηντάχρονο δικτατορικό καθεστώς της χώρας της, και η «Επανάσταση των Γαριφάλων» το 1974 την έθεσε στο περιθώριο. H ίδια έλεγε με παράπονο πως «τραγουδούσα πάντα τα φάντος χωρίς να σκέφτομαι την πολιτική. Ποτέ δεν είχα την υποστήριξη καμιάς κυβέρνησης».


Την Τετάρτη και την Πέμπτη, δύο νέες κυρίες και δύο γηραιότερες θα τιμήσουν στον Λυκαβηττό τη μνήμη της τραγουδώντας τις πιο χαρακτηριστικές επιτυχίες της. Ο λόγος για την αδελφή της Σελέστε Ροντρίγκες, που γνώριζε από πρώτο χέρι τις αγωνίες, τα προβλήματα αλλά και τις επιτυχίες της σπουδαίας τραγουδίστριας. H άλλη μεγάλη μορφή των φάντος είναι η Μαρία Αμέλια Προένκα με καριέρα που αριθμεί περίπου πενήντα χρόνια και συνεργασίες με τη Ροντρίγκες και τον Αλφρέντο Μαρσενέιρο. Οι δύο νεαρές κυρίες δεν είναι άλλες από την Κριστίνα Μπράνκο και τη Ζοάνα Αμεντοέιρα.


Οι Κριστίνα Μπράνκο, Ζοάνα Αμεντοέιρα, Μαρία Αμέλια Προένκα και Σελέστε Ροντρίγκες εμφανίζονται την Τετάρτη και την Πέμπτη στον Λυκαβηττό, στο πλαίσιο του αφιερώματος στη μνήμη της Αμάλια Ροντρίγκες.