Ενα ιδιότυπο ριάλιτι κερδίζει πόντους στον πίνακα θεαματικότητας της γαλλικής τηλεόρασης. Κόνσεπτ του παιχνιδιού είναι να αναπαρασταθούν οι συνθήκες ενός σχολείου της δεκαετίας του ’50 και οι παίκτες-μαθητές να ανταποκριθούν στις συνθήκες αυτές. Δεν πρόκειται βεβαίως μόνο για τις σκηνογραφικές συνθήκες, τα τριθέσια θρανία, τον μαυροπίνακα, την πλισέ μακριά φούστα της δασκάλας, τα τραβηγμένα μαλλιά· πρόκειται – κι αυτό είναι το ενδιαφέρον στοιχείο – και για τις εκπαιδευτικές συνθήκες, δηλαδή ό,τι έχει σχέση με τα προγράμματα της εποχής, με τα βιβλία, με τον τρόπο διδασκαλίας της γλώσσας, της ιστορίας και των μαθηματικών, ακόμη και με τις πειθαρχικές ποινές ή τις τιμωρίες. H επιτυχία της εκπομπής αποδίδεται στο ότι προκαλεί κύματα νοσταλγίας για ένα σχολείο παλαιού τύπου, για έναν δάσκαλο κυριολεκτικά κύριο (maitre), όπου όλα λειτουργούσαν ιεραρχημένα και καθαρά, κύματα νοσταλγίας για μια Γαλλία της αθωότητας, με την μπαγκέτα κάτω από τη μασχάλη του μαθητή, με το ποδήλατο του γαλατά και τα γυάλινα μπουκάλια του γάλακτος, με τον χάρτη της Γαλλίας στο κέντρο του κόσμου, με το πικνίκ στην άκρη του ποταμού, όλα αυτά που βλέπουμε στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν. Και ξέρουμε πολύ καλά ότι νοσταλγία σημαίνει, τις περισσότερες φορές, εξιδανίκευση. Στη Γαλλία συζητείται αυτόν τον καιρό ένα θέμα εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, με αιχμή τη διδασκαλία της γλώσσας. Και ήδη μερικοί επικαλούνται ως επιχείρημα την επιτυχία της εκπομπής, για να ζητήσουν την επιστροφή στα παλιά. Αλλά μπορεί η νοσταλγία να δικαιολογήσει μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση;
H όλη αυτή ιστορία, που μπορεί να διαβαστεί και ως αλληγορία, μου θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο συζητείται στις μέρες μας η αλλαγή της διδασκαλίας των ελληνικών στην εκπαίδευση, με έμφαση στην αναβάθμιση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών. Οι ανακοινώσεις του υπουργείου Παιδείας, διατυπωμένες με μεγάλη γενικότητα, δημιουργούν την εντύπωση ότι η αναβάθμιση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών (προφανώς αναβάθμιση μόνο σε ώρες) υπαγορεύεται από κάποια νοσταλγία, από ένα απροσδιόριστο αίσθημα επιστροφής στον παλιό καλό καιρό, από μια επιθυμία αναπαλαίωσης. Είναι ακριβώς ο ίδιος τρόπος με τον οποίο έγινε πριν από λίγο καιρό η συζήτηση για τα σχολικά εγχειρίδια. Ολοι έμειναν στην πολιτική αντιπαράθεση, γιατί μπήκε ή βγήκε ένα κομμάτι του Βενέζη, γιατί μπήκε ή βγήκε ένα απόσπασμα από ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας, γιατί μπήκε ή βγήκε ένα κείμενο του Μίκη Θεοδωράκη. Κοντολογίς «τηλεοπτική» αντιπαράθεση, η οποία εξαντλήθηκε στην αποκάλυψη της πολιτικής τοποθέτησης του κάθε μέλους του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Τίποτε όμως για την ταμπακέρα, δηλαδή για το ότι τα σχολικά εγχειρίδια, ιδιαίτερα αυτά των ανθρωπιστικών γνώσεων (ιστορία, γεωγραφία), είναι σε γενικές γραμμές απαράδεκτα και προχειρογραμμένα.
Είναι αλήθεια ότι ενώ όλα τα βιβλία κρίνονται, τα σχολικά εγχειρίδια, που γράφονται και δημιουργούνται με την ευθύνη του υπουργείου Παιδείας, δεν αξιολογούνται έξω από τον στενό κύκλο των επιτροπών. Υπάρχουν καταγγελίες, κυρίως από δασκάλους, ότι τα περισσότερα εγχειρίδια είναι έτσι φτιαγμένα ώστε να μη μαθαίνει κανείς τίποτε· καταγγελίες ότι βιβλία για το δημοτικό σχολείο αποτελούν συντομεύσεις ή συντμήσεις βιβλίων για το γυμνάσιο· καταγγελίες ότι τα βιβλία δεν είναι ζωντανά, δηλαδή δεν κινητοποιούν ούτε ικανοποιούν την, έτσι κι αλλιώς φυσική σε αυτές τις ηλικίες, περιέργεια· καταγγελίες για πραγματολογικά λάθη, αντιφάσεις και ανακολουθίες, ακόμη και για λάθη χρονολογιών που δεν μπορούν να αποδοθούν στον δαίμονα του τυπογραφείου, αφού επαναλαμβάνονται πολλές φορές. Υπάρχει όμως και μια άλλη παράμετρος στην υπόθεση «σχολικό βιβλίο», η οποία έχει να κάνει με τη βιβλιοφιλία. (Οπως ξέρουμε από έρευνες και αναλύσεις, η βιβλιοφιλία καλλιεργείται στις μικρές ηλικίες.) Τα περισσότερα σχολικά βιβλία είναι άσχημα, με κακή σελιδοποίηση, κακή χρήση της εικονογράφησης, κακοτυπωμένα, πρόχειρα, περισσότερο τυχαία συμπιλήματα παρά συγκροτημένα βιβλία με τυπογραφικό και εικονογραφικό ύφος. Κι αυτή η υστέρηση αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο, αν τα σχολικά βιβλία συγκριθούν με τα θαυμάσια, από βιβλιοφιλική άποψη, βιβλία για παιδιά που εκδίδονται καθημερινώς από τους εκδοτικούς οίκους και τα οποία – ευτυχώς για τα παιδιά – υπάρχουν στις οικογενειακές βιβλιοθήκες ή στις βιβλιοθήκες των σχολείων.
Από τη νοσταλγία α λα γαλλικά στα αρχαία ελληνικά, από τα αρχαία ελληνικά στα σχολικά βιβλία και από ‘κεί σε ένα σημαντικό βιβλίο που κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες και πρέπει να γίνει το εγχειρίδιο για τους ανθρώπους που γράφουν (είτε είναι συγγραφείς είτε δημοσιογράφοι). Πρόκειται για τη συλλογή κειμένων ή σκέψεων του Νόρμαν Μέιλερ H μάγισσα τέχνη (The Spooky Art) σε πραγματικά καλή μετάφραση της Ιλάειρας Διονυσοπούλου (εκδόσεις Καστανιώτη). Αντιγράφω κάτι, που από την πλευρά του αντιγραφέα μοιάζει ως αυτοκριτική. Γράφει ο Μέιλερ, ο οποίος υπήρξε και δημοσιογράφος: «Τρεις στους τέσσερις δημοσιογράφους (που έρχονται να σου πάρουν συνέντευξη) δεν θα έχουν διαβάσει το βιβλίο σου. Κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα να σου κάνουν ερωτήσεις που κοστίζουν σ’ αυτούς 2% και σε μένα 98%. Για παράδειγμα: “Πείτε μου για το βιβλίο σας”. Αφότου έχεις απαντήσει αρκετές φορές σ’ αυτή την ερώτηση, αρχίζεις να νιώθεις λες και η λιμουζίνα με την οποία ταξιδεύεις έμεινε από βενζίνη κι εσύ πρέπει να τη σπρώξεις στην ανηφόρα».



