Η αλχημεία των επιστολών
Ο Γιώργος Σεφέρης, δύο φορές στην αλληλογραφία του με τον Εντμουντ Κίλι, αποκαλεί τον εαυτό του κακό αλληλογράφο. Μάλιστα τη δεύτερη επιτείνει τον χαρακτηρισμό: Οπως ξέρεις, είμαι ελεεινός αλληλογράφος, σχολιάζει. Για τον Σεφέρη η αλληλογραφία ήταν τέχνη και απαιτούσε άνεση χρόνου που αυτός ποτέ δεν διέθετε. Και όμως το σώμα της επιστολογραφίας του δημοσιευμένες αλληλογραφίες και όσες ακόμη περιμένουν τη φροντίδα των επιμελητών τους είναι εντυπωσιακό. Αν και διαπίστωνε ήδη από τότε, πριν από 33 χρόνια, ότι η αλληλογραφία ήταν τέχνη που έμοιαζε παρωχημένη, επέμενε να την καλλιεργεί. Ως ένα βαθμό το επέβαλλαν οι περιστάσεις η καριέρα του ως διπλωματικού υπαλλήλου με διαρκείς μεταθέσεις καθώς και οι φίλοι από άλλους τόπους , παρεκινείτο όμως και από εσώτερη ανάγκη, όπως διατηρούσε ανελλιπώς και ημερολόγιο. Θα παραμείνει ζητούμενο κατά πόσο ο Σεφέρης θεωρούσε αυτές τις χρονοβόρες ασκήσεις σε πεζό λόγο θεραπεία ψυχής ή καλλιτεχνίας ή και τα δύο.
Σε κάθε περίπτωση, ο Σεφέρης είναι ένας μεγάλος αλληλογράφος του αιώνα μας, ιδιαίτερα σημαντικός σε μια εποχή που προτιμά να διευθετεί τα πάντα προφορικώς, χωρίς περιθώριο περισυλλογής ούτε αποτυπώματα στον χρόνο για να τα αποκρυπτογραφούν οι κατοπινοί. Ο Σεφέρης θα πρέπει να διεκδικεί τα πρωτεία επιστολογράφου μαζί με τον Νίκο Καχτίτση, έναν ακόμη αλληλογράφο του, ανεξάρτητα αν οι επιστολές Καχτίτση μένουν καταχωνιασμένες κατά το κακό ριζικό όλων των γραπτών του. Ο Καχτίτσης όμως είναι ιδιαίτερη περίπτωση: αλληλογραφώντας, τις περισσότερες φορές, συντάσσει πεζογραφήματα ερήμην του παραλήπτη. Σε αντίθεση, ο Σεφέρης ανοίγει διά των επιστολών διάλογο ο οποίος και κρατιέται στο ύψος του εκάστοτε αλληλογράφου του.
Δεδομένου ότι οι συνεντεύξεις του Σεφέρη είναι εξαιρετικά ολιγάριθμες (μία από τις σημαντικότερες, η συζήτηση με τον Ε. Κίλι, τέλη Δεκεμβρίου 1968, στο Πρίνστον), ιδιαίτερα με τα σημερινά μέτρα και σταθμά, μένουν η επιστολογραφία και τα ημερολόγια για να προσεγγίσουμε τουλάχιστον τον άνθρωπο, γιατί ο ποιητής παραμένει κρυφός. Για την αλχημεία της ποιητικής δημιουργίας ο Σεφέρης όχι μόνο δεν προβαίνει σε εκμυστηρεύσεις αλλά, αντίθετα, όπως φαίνεται και στην αλληλογραφία του με τον Ε. Κίλι, υψώνει τείχη προστασίας. Αν φανερώνεται κάπου ο ποιητής, είναι στις επιστολές που ανταλλάσσει με τον κατά δέκα χρόνια νεότερό του και κριτικό Ανδρέα Καραντώνη.
Ο συμβουλάτορας και ο οικείος
Διαφορετικές όψεις του Σεφέρη προσφέρουν οι αλληλογραφίες, παραλλάσσουσες σύμφωνα με τον παραλήπτη και τον χαρακτήρα της αναμεταξύ τους επικοινωνίας. Ο εγκάρδιος φίλος προβάλλει στις αλληλογραφίες με τους Γ. Κατσίμπαλη και Γ. Θεοτοκά. Μάλιστα σε αυτή με τον Κατσίμπαλη υπάρχει η πειρακτική αθυροστομία δύο ανθρώπων που μοιράζονται απόψεις και ανεκδοτολογικές ιστορίες για το λογοτεχνικό σινάφι αλλά και γενικότερα. Η αλληλογραφία με τον κύπριο ζωγράφο Αδαμάντιο Διαμαντή δείχνει την αγάπη του Σεφέρη για την Κύπρο, το ίδιο υποθέτουμε και η αλληλογραφία με τον έτερο Κύπριο, τον Ευάγγελο Λουίζο. Ενας μέντορας ενδοτικός σε αστεϊσμούς είναι ο Σεφέρης των επιστολών προς τον νεότερό του φιλόλογο Γ. Π. Σαββίδη. Στην κατ’ εξοχήν ενδιαφέρουσα αλληλογραφία με τον Ζήσιμο Λορεντζάτο αναπτύσσεται γόνιμος διάλογος όπου βαραίνει ο στοχαστής Σεφέρης. Τέλος, στις επιστολές προς τη Μαρώ, όπως τις παρασύρει η ερωτική ευεξία, υπάρχουν και σελίδες με αφηγηματικές αρετές.
Αναμφιβόλως συμβουλευτής ο Σεφέρης και στην αλληλογραφία με τον Ε. Κίλι, μόνο που σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για μια σχέση σε εξέλιξη, από την τυπική προσέγγιση αρχικά στην οικειότητα του εμπίστου αργότερα. Το σύνολο, 120 επιστολές, όπου συμπεριλαμβάνονται ορισμένες κάρτες και ένα ευχετήριο τηλεγράφημα για την απονομή του βραβείου Νομπέλ: 70 γράμματα του Ε. Κίλι προς τον αγαπητό κ. Σεφέρη, 49 του Σεφέρη προς τον αγαπητό κ. Κίλι, που ήδη από τον Φεβρουάριο του 1961 γίνεται ο αγαπητός Μιχαλάκης, και ένα της Μαρώς Σεφέρη μετά την οδυνηρή απώλεια, στις 19.11.71, προς το ζεύγος Κίλι.
Η αλληλογραφία απλώνεται σε μια εικοσαετία, από τις 3 Μαΐου 1951 ως τις 12 Απριλίου 1971. Την πρώτη δεκαετία είναι αραιότερη και μάλλον μονομερής. Ο Ε. Κίλι στέλνει 24 επιστολές ενώ ο Σεφέρης ανταποκρίνεται με τέσσερις, ένα σημείωμα και ένα ακόμη γράμμα, που όμως ποτέ δεν ταχυδρομήθηκε, ωστόσο φυλάχθηκε στο αρχείο Σεφέρη. Επίσης τα τελευταία δύο χρόνια, ενώ υπάρχει τακτική επαφή, οι επιστολές είναι σύντομες, συχνά κάρτες, και περιορίζονται σε ολωσδιόλου πρακτικά θέματα, όπως παραγγελίες βιβλίων ή άλλων δυσεύρετων στην Αθήνα αγαθών. Η αλληλογραφία είναι στα αγγλικά και μόνο μετά την 1.2.65 ορισμένες επιστολές του Σεφέρη γράφονται εξ ολοκλήρου στα ελληνικά, σε μερικές από τις οποίες υπάρχει το γνώριμο παιγνιώδες ύφος του. Ο πληθυντικός ευγενείας του Ε. Κίλι και ο ενικός του Σεφέρη αποδόθηκαν κατά τη μετάφραση αφού η αγγλική δεν κάνει διάκριση. Οταν ο Ε. Κίλι, στις 27.11.69, αλλάζει την προσφώνηση στο λιγότερο τυπικό αγαπητέ κ. Γ.Σ., οι αντίστοιχες επιστολές ακολουθούν τον ενικό.
Μέσα από την αλληλογραφία προβάλλει ανάγλυφη η προσωπικότητα του Ε. Κίλι. Είκοσι τριών ετών, το 1951, όταν στέλνει το πρώτο γράμμα στον ποιητή, είναι ένας παρορμητικός και ενθουσιώδης φοιτητής, αντιπροσωπευτικός της αμερικανικής νοοτροπίας που δεν διστάζει να θέτει ερωτήματα σε αντίθεση με τον ακαδημαϊσμό των κεντροευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Νεαρός καθηγητής στο Πρίνστον, το 1954, παραμένει αυθόρμητος με εκείνη την αβίαστη οικειότητα που χαρακτηρίζει τους ομοεθνείς του. Συχνά οιστρήλατος με καινούργια σχέδια, αποδεικνύεται αποτελεσματικός με ό,τι καταπιάνεται. Απέναντι στον Σεφέρη είναι πάντα πρόθυμος να εξυπηρετήσει, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται και αυτός στον στρόβιλο της βράβευσης του Νομπέλ, ως στενός φίλος τοποθετημένος σε καίρια θέση. Οταν πεθαίνει ο Σεφέρης, ο Ε. Κίλι είναι ένας σαραντάρης, δραστήριο στέλεχος του Πανεπιστημίου του Πρίνστον, σταθερά ερωτευμένος με την Ελλάδα και διά βίου αφοσιωμένος στη νεοελληνική ποίηση.
Ο Αμερικανός και ο κοσμοπολίτης
Το αντικείμενο των επιστολών είναι πάντα πολύ συγκεκριμένο. Αρχικά παρακολουθεί τα ενδιαφέροντα του νεοτέρου: ο συμβολισμός στην ποίηση Σεφέρη, η σχέση με τον Τ.Σ. Ελιοτ ή ακόμη οι μεταφραστικοί γρίφοι, όπως η απόδοση μιας λέξης ή η χαμένη, κατά τον μεταφραστικό διάπλου, μουσικότητα των ομοιοκατάληκτων στίχων. Αργότερα προέχει η υποδοχή του Σεφέρη στις ΗΠΑ· η μελοποίηση της ποίησής του, η σύντομη επίσκεψη στο Πρίνστον, τον Ιούνιο του 1965, όταν ανακηρύσσεται επίτιμος διδάκτωρ, και η τρίμηνη παραμονή του εκεί, το φθινόπωρο του 1968. Επίσης, επί μακρόν τους απασχολεί η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Σεφέρη, όπως και η μετάφραση των «Δοκιμών».
Ο Ε. Κίλι προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες αποτίμησης για τα λογοτεχνικά πράγματα εκείνα τα χρόνια στις ΗΠΑ σχολιάζοντας εκδότες, περιοδικά και πανεπιστημιακά ιδρύματα. Δύο κυρίως πρόσωπα εμπλέκονται στην αλληλογραφία τους, οι έτεροι δύο μεταφραστές της ποίησης Σεφέρη στην αγγλική. Ο παλαιός φίλος του Σεφέρη από τα τέλη της δεκαετίας του ’40, σχεδόν ομήλικός του, άγγλος ελληνιστής Ρεξ Γουόρνερ. Στη μετάφραση της σεφερικής ποίησης είχε τη συμπαράσταση του Γ. Κατσίμπαλη, του Γ. Π. Σαββίδη και του ίδιου του Σεφέρη, όπως μαρτυρούν οι πυκνές εγγραφές στις «Μέρες Ζ’». Και ο Φίλιπ Σέραρντ, που ο Σεφέρης σε επιστολή του προς τον Ζ. Λορεντζάτο, στις 8 Απριλίου 1950, συστήνει ως ένα νέο με καταπληκτική αφοσίωση για τα ελληνικά γράμματα. Πολλά τα κοινά σημεία Σέραρντ-Κίλι, αν και πρόκειται για διαφορετικά ταμπεραμέντα: από την ηλικία, το θέμα διδακτορικής διατριβής και την ελληνίδα σύζυγο ως την προσήλωση στα νεοελληνικά γράμματα και τη χώρα μας. Γι’ αυτό και η μεταφραστική συνεργασία τους, όπως δείχνει η αλληλογραφία, ιδιαζόντως αρμονική, κράτησε από το 1955 ως τον θάνατο του Σέραρντ, στις 30.5.95.
Το τοπίο που σκιαγραφούν οι επιστολές ολοκληρώνεται με εισαγωγή 100 σελίδων έναντι των 200 που καταλαμβάνει η αλληλογραφία. Αυτό το εκτενές προλόγισμα χωρίζεται σε περιόδους, ως επί το πλείστον ετήσιες, σε μια προσπάθεια να δοθούν τα συμφραζόμενα των επιστολών. Αντί του συνήθους φιλολογικού υπομνηματισμού (οι υποσημειώσεις που υπάρχουν κυρίως παραπέμπουν στην εισαγωγή), ο Ε. Κίλι προτίμησε μια ενιαία ανιστόρηση που περιλαμβάνει περίληψη των επιστολών, περιγραφή γεγονότων και προσώπων, καθώς και αναφορά σε επιστολές τρίτων που παρατίθενται σε παράρτημα του βιβλίου. Εκτιμούμε πως ο Ε. Κίλι, μετά μισό αιώνα εντρύφησης στην ποίηση Σεφέρη, ενθυμούμενος με αγάπη τον ποιητή, ζητά να φωτίσει, και απολογητικά, συμπεριφορές και τρόπους έκφρασης. Ενας από τους τελευταίους εν ζωή εμπίστους του Σεφέρη αντιμετωπίζει κριτικά τον αλλοτινό αυθορμητισμό του ή και την εσπευσμένη πολλές φορές διατύπωση απόψεων.
Παρά το αδιαμφισβήτητο ενδιαφέρον της εισαγωγής, νομίζουμε ότι τελικά λειτουργεί σε βάρος της αλληλογραφίας. Πρώτον, γιατί ο αναγνώστης, αν ξεκινήσει από την εισαγωγή, θα διαβάσει με λιγότερο ενδιαφέρον το κυρίως σώμα των επιστολών. Δεύτερον και κυριότερον, η αλληλογραφία χωρίς ουσιαστικό υπομνηματισμό χωλαίνει. Η αδιάκοπη καταφυγή στην εισαγωγή γίνεται κουραστική, όταν μάλιστα δεν έχει προβλεφθεί ευρετήριο. (Πολλά οφείλει, για παράδειγμα, η αλληλογραφία Σεφέρη-Λορεντζάτου στη διακριτική επιμέλεια του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου). Σε καμία έκδοση αλληλογραφίας δεν επιτρέπεται να απουσιάζουν σημειώσεις και ευρετήριο αν θέλουμε η αλληλογραφία να γίνει ανάγνωσμα τερπνόν και ωφέλιμον.
Τελευταίο σημείο και ουσιαστικότερο, ο Σεφέρης της αλληλογραφίας. Στο ξεκίνημα φαίνεται τυπικός, χωρίς ωστόσο οι επιστολές του να γίνονται στεγνές. Με την πάροδο των ετών ξανοίγεται καθώς τα γράμματα κερδίζουν σε φιλικότητα. Θα παραμείνει όμως μέχρι τέλους μετρημένος, πιθανόν και επιφυλακτικός απέναντι σε μια ιδιοσυγκρασία διαφορετική από τη δική του. Οπως στην αλληλογραφία διευθετούνται πρακτικά θέματα συγγραφικά και μεταφραστικά δικαιώματα παρατηρούμε την πίστη που δείχνει ο Σεφέρης σε παλαιούς φίλους και τη συνέπειά του απέναντι σε ανειλημμένες υποχρεώσεις. Σε κάθε περίπτωση, απέχει της εικόνας που έχουμε σήμερα για ένα διπλωμάτη καριέρας και επιπλέον νομπελίστα ποιητή. Για παράδειγμα, το 1965 δεν έχει τραπεζικό λογαριασμό στην Αμερική ούτε φίλους πέραν της αδελφής του Ιωάννας Τσάτσου και του Ρεξ Γουόρνερ. Το 1968, όταν παραμένει ένα τρίμηνο στο Πρίνστον, δεν διαθέτει ιδιωτικό αυτοκίνητο και εξυπηρετείται με λεωφορείο ή ταξί.
Γενικά, παρά το κύρος του, μοιάζει ανεκτικός χαρακτήρας. Δεν διστάζει όμως να εκφράσει ευθέως αρκετά αυστηρές ως καυστικές απόψεις για πρόσωπα του λογοτεχνικού χώρου. Στις τελευταίες επιστολές διακρίνεται η έντονη δυσαρέσκεια του Σεφέρη για τη δικτατορία, όπως και η ανησυχία του για ό,τι θεωρεί πως του ζητείται να πράξει. Μετά τη δήλωση εναντίον της δικτατορίας φαίνεται να χαλαρώνει. Στα ατού του βιβλίου, η πλούσια εικονογράφηση με φωτογραφίες του Σεφέρη, όχι ιδιαίτερα γνωστές, ίσως και αδημοσίευτες, από το αρχείο της Αννας Λόντου, κόρης της Μαρώς.
Με την επικράτηση της γραφομηχανής και την κυριαρχία σήμερα των ηλεκτρονικών υπολογιστών χάθηκε οριστικά ο γραφικός χαρακτήρας. Ενώ, με την εξάπλωση της τηλεφωνίας, στερήθηκε η αλληλογραφία τους χρηστικούς λόγους ύπαρξής της. Οσοι σήμερα επικοινωνούν αλληλογραφώντας χαρακτηρίζονται γραφικοί. Στο γύρισμα του αιώνα η επιστολογραφία φαίνεται να κλείνει οριστικά τον κύκλο της, γεγονός που καθιστά τα υπάρχοντα σώματα αλληλογραφίας ακόμη πολυτιμότερα.
Η κυρία Μάρη Θεοδοσοπούλου είναι κριτικός λογοτεχνίας.



