Την πρώτη ευρεία επιλογή ποιημάτων από το έργο της Πολωνέζας Βισουάβα Σιμπόρσκα, που το 1996 κέρδισε το Νομπέλ Λογοτεχνίας, μας προσφέρει ο ποιητής και μεταφραστής Βασίλης Καραβίτης, ο οποίος εδώ και αρκετά χρόνια «ερωτοτροπεί» με την ποίηση της Κεντρικής Ευρώπης και όχι μόνον. Ο B. Καραβίτης επιλέγει ποιήματα από όλα σχεδόν τα βιβλία της πολωνέζας ποιήτριας. H Σιμπόρσκα καθώς και ο Ταντέους Ρουζέβιτς και ο πρόσφατα χαμένος Ζμπίγκνιεφ Χέρμπερτ αποτελούν τη «θαυμαστή τριπλέτα» της μεταπολεμικής πολωνικής ποίησης. Ενας άλλος σημαντικότατος πολωνός ποιητής, που τιμήθηκε και αυτός με το Νομπέλ το 1980, ο Τσέσουαβ Μίουος, γράφει για την ομότεχνή του: «Τα ποιήματα της Σιμπόρσκα καταστρώνονται μέσ’ από ταχυδακτυλουργίες και, όπως μέσ’ από χρωματιστές σφαίρες, τα συστατικά της κοινής μας γνώσης μάς ξαφνιάζουν με τα παράδοξά τους και προβάλλουν τον ανθρώπινο κόσμο σαν κωμικοτραγικό».
Αν εξαιρέσει κανείς τις πρώτες δυο-τρεις συλλογές, που διαπνέονταν από τα σοσιαλιστικά ιδανικά, η αισθητική και ιδεολογική συνέπεια της Σιμπόρσκα σε αυτή τη σαραντάχρονη διαδρομή ξαφνιάζει. Από τη συλλογή Κραυγάζοντας στον Γέτι (1957) στο Αλάτι (1962) και από την Ατέλειωτη χαρά (1967) στο Για κάθε ενδεχόμενο (1972) ως τους Ανθρώπους πάνω στη γέφυρα (1986) και το Τέλος και αρχή (1993) υπηρέτησε μια ποίηση χαμηλόφωνη και εξομολογητική, μια ποίηση «τόσο αμέριμνα χορευτική σαν να είχε γραφτεί χωρίς προσπάθεια», σύμφωνα με τα λόγια του Μίουος. Στο κέντρο του ενδιαφέροντός της βρίσκεται πάντα ο άνθρωπος, αλλά ιδωμένος από ένα οντολογικό και κοινωνικό πρίσμα, ενταγμένος στην αλυσίδα της εξέλιξης. H Σιμπόρσκα, όπως και κάθε άνθρωπος της δικής της ευαισθησίας, συγκλονίζεται από τις αντινομίες της ύπαρξης (ανθρώπινη θηριωδία – μοναξιά και συντριβή του ανθρώπου) και τη σκληρή μοίρα του όντος, την ανέλπιδη πάλη του με την ανημπόρια και τον θάνατο.



