Η νίκη της κουβανικής επανάστασης το 1959 έστρεψε την προσοχή όλης της ανθρωπότητας στη Λατινική Αμερική και για πρώτη φορά κάποιες φυσιογνωμίες της περιοχής (Κάστρο, Γκεβάρα, Καμίλο Τόρες) απέκτησαν διαστάσεις συμβόλων για τους καταπιεσμένους λαούς της υφηλίου. Ταυτόχρονα την ίδια εποχή φανερώθηκε ένα μεγάλο ενδιαφέρον για τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία καθώς έγκυρες λογοτεχνικές επιθεωρήσεις της Βαρκελώνης, τα λογοτεχνικά ένθετα των νεοϋορκέζικων εφημερίδων, οι πρώτες σελίδες λογοτεχνικών περιοδικών της Λατινικής Αμερικής ασχολήθηκαν με τα λατινοαμερικανικά μυθιστορήματα ως σημαντικά έργα της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής. Τα βιβλία του Αργεντινού Χούλιο Κορτάσαρ, του Περουβιανού Μάριο Βάργας Γιόσα, του Μεξικανού Κάρλος Φουέντες και του Κολομβιανού Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ξέφυγαν από τα στενά όρια της ηπείρου και κατέκτησαν ένα πολυπληθές κοινό σε πολλές χώρες. Η μεγάλη εκδοτική επιτυχία δεν καθιέρωσε μόνο τους προαναφερθέντες τέσσερις συγγραφείς της «έκρηξης», του μεγάλου «μπουμ», αλλά επέτρεψε να γίνουν γνωστά και τα ονόματα των δασκάλων τους, εκείνων που είχαν προηγηθεί, των Αλέχο Καρπεντιέρ, Μιγκέλ Αστούριας, Χουάν Ρούλφο, Ερνέστο Σάμπατο, Χοσέ Λεσάμα Λίμα, Χοσέ Μαρία Αργουέδας και Χουάν Κάρλος Ονέτι. Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 οι παραπάνω μαζί με ορισμένους άλλους, τους Αουγκούστο Ρόα Μπάστος, Κάρλος Ντρογκέτ, Χοσέ Δονόσο, Χόρχε Εντουαρντς, Γκιγέρμο Καμπρέρα Ινφάντε και Μανουέλ Πουίγκ, εξερεύνησαν την ταυτότητα της Λατινικής Αμερικής κατακτώντας ένα όλο και μεγαλύτερο κοινό σε διάφορες γλώσσες, σύμφωνα με τον καθηγητή Αντόνιο Αβαρία του Πανεπιστημίου της Βρέμης (το σχετικό άρθρο του υπάρχει στο περιοδικό Λατινική Αμερική, αρ. 1, 1982).


Ο μαγικός ρεαλισμός, ωστόσο, η προσφορά της Λατινικής Αμερικής στην παγκόσμια λογοτεχνία, το είδος που κατέκτησε εκατομμύρια αναγνώστες ανά τον κόσμο, έχει πλέον εγκαταλειφθεί από εκείνους που τον εισήγαγαν και τον επέβαλαν. Την ταφόπλακα πάνω στο μνήμα του την έβαλε ίσως ο ίδιος ο Μάρκες στη συνέντευξη που παραχώρησε στο Newsweek στις 6 Μαΐου 1996 με αφορμή το βιβλίο του Είδηση μιας απαγωγής (βλέπε «Βιβλία», 2 Μαΐου 1999). Εκτοτε και ενώ νέοι λατινοαμερικανοί συγγραφείς εμφανίστηκαν στο προσκήνιο μερικοί ελληνικοί οίκοι συνεχίζουν να εκδίδουν είτε τα κλασικά έργα του μαγικού ρεαλισμού είτε τα τελευταία βιβλία των εκπροσώπων του είδους που δεν είναι απαραίτητο να ακολουθούν τους αρχικούς κανόνες γραφής. Ανάμεσα σε αυτά συγκαταλέγεται Το παπαδοπαίδι του Χιλιανού Χοσέ Δονόσο (Σαντιάγο, 1924 – Σαντιάγο, 1996) και Ο κατήγορος του Παραγουανού Αουγκούστο Ρόα Μπάστος (Ασουνσιόν, 1917).


Ο Χοσέ Δονόσο είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό ­ έχουν εκδοθεί Οι βαθύπλουτοι Βεντούρα και οι ανθρωποφάγοι, Η στέψη, το άσεμνο πουλί της νύχτας. Γόνος παλαιάς και ισχυρής οικογένειας του Σαντιάγο, εγκατέλειψε την πατρική εστία για να ταξιδέψει στην Αργεντινή, στο Μεξικό, στην Κεντρική Αμερική και στις ΗΠΑ, όπου κέρδισε μια υποτροφία στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Μετά τις εκδόσεις διαφόρων βιβλίων ασχολείται με τη δημοσιογραφία ­ ο ίδιος αναφέρει ότι πήρε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη από την Κατίνα Παξινού στην Αθήνα. Αφού δίδαξε σε πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών, το 1979 εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη, όπου οργάνωσε στο σπίτι του ένα λογοτεχνικό εργαστήρι που μετατράπηκε σε φυτώριο νέων συγγραφέων.


Το μυθιστόρημά του Το παπαδοπαίδι εκδόθηκε το 1997, μετά τον θάνατό του. Το εμπνεύστηκε από ένα ταξίδι που πραγματοποίησε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 σε μια περιοχή ανθρακωρυχείων. Σε αυτό ο Δονόσο προβάλλει τα παλιά οράματα και τις εμμονές του, τη μυστική σχέση ανάμεσα στην αριστοκρατία και στις περιθωριακές τάξεις, τις αμφισβητήσιμες καταγωγές και τις συγκεχυμένες ταυτότητες. Βασικοί ήρωές του είναι η Αλμπα, η σύζυγος του ηγέτη των ανθρακωρύχων η οποία κατεβαίνει στο ορυχείο για να βρει τον άντρα της, πράγμα που αποτελεί ιεροσυλία και επιφέρει την καταστροφή, ο γιος της Τονίνο που έχει εγκαταλείψει το μοναχικό σχήμα για χάρη της Μανγκαλί, η οποία έχει ανοίξει πορνείο, και ο Καλόγερος που επίσης εγκατέλειψε το μοναστήρι του για να ακολουθήσει την Μπαμπίνα, την ακροβάτισσα και ιδιοκτήτρια τσίρκου. Αυτά τα πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους δίνοντας στον συγγραφέα τη δυνατότητα να μιλήσει για τη φθορά και την παρακμή, την πτώση και τη σήψη ως φαινόμενα ατομικά και κοινωνικά.



Δεν είναι τόσο το θέμα που γοητεύει τον αναγνώστη όσο κυρίως το ύφος και η ποιότητα του κειμένου καθώς ο Δονόσο σπάει την παραδοσιακή αφήγηση ενός που διηγείται σε μορφή εξομολόγησης ή του παντεπόπτη αφηγητή που αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο. Εδώ όλα τα πρόσωπα είναι και αφηγητές, υπάρχουν εσωτερικοί μονόλογοι που αναμειγνύονται με τριτοπρόσωπη αφήγηση και διαλόγους. Από αυτή την άποψη το μυθιστόρημα θυμίζει τον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις.


Πρόκειται για ένα από τα τελευταία αριστουργηματικά δείγματα του λατινοαμερικανικού μυθιστορήματος, τα γραμμένα από τους σημαντικότερους μετρ του είδους.


Ο κατήγορος του Αουγκούστο Ρόα Μπάστος είναι το τελευταίο μέρος μιας τριλογίας πάνω στον απολυταρχισμό και ένα αμείλικτο κατηγορώ κατά του αυταρχισμού που τόσα δεινά επέφερε στην Παραγουάη. Ο συγγραφέας, ο οποίος εγκατέλειψε την πατρίδα του το 1947, όταν θεωρήθηκε αναμεμειγμένος στο επαναστατικό κίνημα που ξέσπασε τότε, κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Ο γιος του ανθρώπου (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οδυσσέας) το 1960 και το Εγώ ο υπέρτατος το 1974. Σε αυτό το βιβλίο φιλοτέχνησε τη δεσποτική μορφή του Χοσέ Γκασπάρ Ροδρίγες δε Φράνσια, του ιδρυτή του κράτους της Παραγουάης, που ταυτίστηκε με το πρότυπο του πατέρα του έθνους, ενός δικτάτορα λατινοαμερικανικού τύπου. Στη διάρκεια της μακρόχρονης δικτατορίας του γερμανικής καταγωγής Αλφρέδο Στρέσνερ ο Μπάστος, που ζούσε στη Γαλλία και στην Ισπανία, άρχισε να γράφει τον Κατήγορο. Το 1989 όμως μια εξέγερση εντός των κόλπων του στρατού ­ και όχι μια λαϊκή επανάσταση ­ γκρέμισε την τυραννία. Το γεγονός εκείνο αλλά και οι δραματικές αλλαγές που έγιναν τότε σε παγκόσμιο επίπεδο ανάγκασαν τον συγγραφέα να καταστρέψει τα χειρόγραφά του ­ όσα είχε γράψει ήταν πλέον ανεπίκαιρα ­ και τον ώθησαν στο γράψιμο ενός διαφορετικού μυθιστορήματος με μια καινούργια θεώρηση του κόσμου.


Αφηγητής της ιστορίας είναι ο καθηγητής Φέλιξ Μοράλ, εξόριστος στο Παρίσι, ένας άνθρωπος που έχει χάσει την επαφή του με την εθνική πραγματικότητα. Χάρη ωστόσο στο δέσιμό του με την ιστορία της χώρας του κατορθώνει να επιβιώνει στον ξένο τόπο. Κάποια στιγμή πηγαίνει στην Παραγουάη ­ με αλλαγμένο πρόσωπο και ταυτότητα ­ για να λάβει μέρος σε ένα συνέδριο. Στην πραγματικότητα σκοπεύει να δολοφονήσει τον Στρέσνερ, κάτι που του έχει γίνει έμμονη ιδέα. Μόνο που υπάρχουν και άλλοι σύνεδροι αποφασισμένοι να σκοτώσουν τον δικτάτορα και βέβαια η φρουρά του αγρυπνά… Τις προθέσεις και τα σχέδιά του τα εξομολογείται στη Χιμένα, τη γυναίκα με την οποία συνδέεται αισθηματικά, το τι έγινε όμως στην Ασουνσιόν το αφηγείται στη συνέχεια η Χιμένα στη μητέρα του ήρωα.


Ο Μπάστος δεν μιλάει μόνο για την Παραγουάη και την ιστορία της. Αναφέρεται και σε όλη την αιματοβαμμένη ιστορία της Λατινικής Αμερικής, από τους αγώνες για την ανεξαρτησία, τους εμφυλίους πολέμους και τις στυγνές δικτατορίες ως τα μαρξιστικά κινήματα (των Σαντινίστας στη Νικαράγουα, των Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη, των Μοντονέρος στην Αργεντινή) που συσσώρευσαν αμέτρητους νεκρούς, τραυματίες και εξαφανισμένους αλλά τελικά οδήγησαν στα σημερινά δημοκρατικά καθεστώτα, χωρίς βεβαίως να έχει αλλάξει κατά πολύ η μοίρα των λαών αυτών των χωρών. Ο κατήγορος συνεχίζει τη μεγάλη παράδοση του λατινοαμερικανικού μυθιστορήματος και είναι, παρά την αφηγηματική αρτιότητά του, περισσότερο ένα κοινωνικό – πολιτικό δοκίμιο παρά ένα έργο με πρωταγωνιστές που έχουν ιδιωτική ζωή, αισθήματα και πάθη.


Και τα δύο βιβλία είναι φροντισμένα. Παρέχουν πλείστες πληροφορίες για τους συγγραφείς και το έργο τους βοηθώντας έτσι τον αναγνώστη να γνωρίσει και να κατανοήσει τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία, η οποία πήρε στοιχεία από τον πολιτισμό των ιθαγενών και την ντόπια παράδοση και δημιούργησε σημαντικά έργα που έχουν γίνει πλέον κλασικά.


Ο κ. Φίλιππος Φιλίππου είναι συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του «Αντίο, Θεσσαλονίκη».