papag@dolnet.gr


Είκοσι πέντε αιώνες τώρα οι Επτά Σοφοί παραμένουν θρύλος στη δυτική κοινωνία. Πρώτος ο Πλάτωνας τους είχε ονοματίσει στην εποχή του, συνεπώς ήταν ήδη πανελληνίως γνωστοί τον 5ο αιώνα. Μετά τον Πλάτωνα ακολούθησαν ελάσσονες φιλόσοφοι και βιογράφοι που αναπαρήγαγαν κατά καιρούς έργα «ιστορίας της φιλοσοφίας». Κάποιοι από τους αρχικούς σοφούς χάθηκαν από τον κατάλογο καθώς άλλαζαν οι εποχές, ωστόσο σταθεροί έμεναν ο αστρονόμος Θαλής από τη Μίλητο, ο νομοθέτης Σόλωνας από την Αθήνα, ο δικτάτορας Πιττακός από τη Μυτιλήνη και ο μεταρρυθμιστής Χίλωνας από τη Σπάρτη. Κάποιοι προστέθηκαν με τον καιρό, όπως ο Βίας από την Πριήνη της M. Ασίας, ο Περίανδρος από την Κόρινθο και ο Πυθαγόρας από τη Σάμο. Μαζί τους διασώθηκε ένας πλούτος αποφθεγμάτων, όπως τα «μηδέν άγαν», «χρόνου φείδου», «σπεύδε βραδέως» και πολλά ακόμη, που αποδίδονται πότε στον έναν και πότε στον άλλον.


H σοφία τους άλλωστε ήταν αποφθεγματική και αφοριστική, και συνίστατο σε αυτό που λέμε «υγιής κοινός νους». Συνεπώς στα βασικά ζητήματα της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής μπορούσαν να συμφωνούν απόλυτα μεταξύ τους – τόσο ένας φιλελεύθερος σοφός με έναν τύραννο σοφό όσο και ένας Αθηναίος με έναν Σπαρτιάτη. Ο Πλούταρχος τους φαντάστηκε όλους συγκεντρωμένους να συμποσιάζονται σε ένα τραπέζι που είχε παραθέσει ο Πεισίστρατος στην Κόρινθο, με τη συζήτηση να κυλάει αβίαστα, παρουσία και άλλων προσκεκλημένων κάθε λογής.


Τι είπαν ακριβώς


Ας επιστρέψουμε όμως στα αρχέτυπα. Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι; Τι θέματα συζητούσαν; Ο ομότιμος καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης κ. Δημήτριος Λυπουρλής ανέλαβε να συγκεντρώσει τον ανθό των σωζόμενων κειμένων από την αρχαιότητα για τους Επτά Σοφούς. Κατέφυγε στον Διογένη τον Λαέρτιο, στον Ιωάννη Στοβαίο και στον Πλούταρχο. Τα επιλεγμένα κείμενα είναι κατατοπιστικά για τους ίδιους τους σοφούς, για τον χαρακτήρα τους και την εμφάνισή τους, για το τι ακριβώς είπαν σε κάθε περίσταση – πληροφορίες ανεκδοτολογικού περιεχομένου κυρίως.


Για παράδειγμα, όταν ρώτησαν τον Θαλή γιατί δεν κάνει παιδιά, αυτός απάντησε: «Από αγάπη για τα παιδιά». Τα κείμενα παρατίθενται στο πρωτότυπο και αντικριστά σε μετάφραση. Ετσι έχουμε κατ’ αρχήν το Βίοι Φιλοσόφων του Διογένη Λαέρτιου, ενός όχι τόσο «αληθινού φιλοσόφου» αλλά μάλλον «απλού ερασιτέχνη», ο οποίος όμως αναπαρήγαγε πηγές 500 περίπου χρόνων. Αποτύπωσε σε δέκα βιβλία ό,τι κυκλοφορούσε στην εποχή του, στις πρώτες δεκαετίες του 3ου αιώνα μ.X. Στη συνέχεια παρουσιάζεται το βυζαντινής προέλευσης Ανθολόγιον του Ιωάννου Στοβαίου (από τους Στόβους της Μακεδονίας), ο οποίος περιέλαβε σε τέσσερα βιβλία χωρία από τα έργα πεντακοσίων περίπου ελλήνων ποιητών και πεζογράφων. Από αυτά επιλέχθηκαν για την περίσταση τα έργα του Δημήτριου Φαληρέα και του Σωσιάδη. Τέλος περιλαμβάνεται το Των Επτά Σοφών συμπόσιον του Πλουτάρχου. Εδώ ο καθηγητής Λυπουρλής επέλεξε, αντί δικής του εισαγωγής, να ανατυπώσει την εξαιρετική μελέτη του καθηγητή Ιωάννη Συκουτρή για το Συμπόσιο από το περιοδικό «Νέα Εστία» του 1936. «Προσωπικά, δεν γνωρίζω καλύτερη και αισθαντικότερη “ανάλυση” του έργου αυτού του Πλουτάρχου» υπογραμμίζει ο καθηγητής.


Οι Επτά Σοφοί δεν ήταν διόλου τυχάρπαστοι. Εδιναν με τα γνωμικά τους μαθήματα ζωής και πολιτικής στους συμπολίτες τους. Τους ενδιέφεραν τόσο τα καθημερινά ζητήματα όσο και η οργάνωση της πολιτείας, αφού οι περισσότεροι ήταν νομοθέτες, μεταρρυθμιστές, κυβερνήτες. «Ηρωοποιήθηκαν», όπως επισημαίνει στη μελέτη του ο Συκουτρής, «από την ιωνικήν σκέψιν, η οποία ήθελε να τους αντιτάξει εις τους μυθικούς ήρωας του σπαθιού (τους Επτά επί Θήβας π.χ.), που εξακολουθούσαν ακόμη αποκλειστικώς να συγκινούν τους κατοίκους της Ελλάδος». Χρησιμοποιήθηκαν «ως οι επώνυμοι ήρωες της ανωνύμου, της ομαδικής σοφίας του 6ου αιώνος π.X.». Τα γνωμικά τους διατηρούν «και την κοινοτοπίαν της σοφίας των παροιμιών, όπως και το πνεύμα εκείνο της ισορροπημένης φρονήσεως, της περισκέψεως και επιφυλακτικότητας, της αποφυγής των υπερβολών (ακόμη και των μεγαλοψύχων), που χαρακτηρίζουν κάθε σοφίαν αντλουμένην από την άμεσον παρατήρησιν της ζωής, και όχι από τα πετάγματα του νου ή τα λαχταρίσματα της ψυχής».


Τα καθήκοντα του αμφιτρύωνος


Στο Συμπόσιο των Επτά Σοφών ο Περίανδρος, ο σκληρός δικτάτορας της πλούσιας Κορίνθου, εμφανίζεται «ως οικοδεσπότης εκτελών με λεπτότητα και ευγένειαν, με αρχοντικήν αληθινά μεγαλοσύνην, τα καθήκοντα του αμφιτρύωνος (…) Αλλά με πόσον φυσικόν και ανεπιτήδευτον ευγένειαν φέρεται προς τους καλεσμένους του!». Ενας από τους απλοϊκούς καλεσμένους «δεν ημπορεί να συγκρατήση την έκπληξίν του, όταν βλέπη πόσον λιτόν είναι το εδεσματολόγιον του πολυθρυλήτου συμποσίου, πόσον απλά είναι τα φορέματα, με τα οποία ενεφανίσθησαν ακόσμητοι και ο Περίανδρος και η γυναίκα του».


Οταν κάποια στιγμή, ήδη από την αρχαιότητα, τέθηκε το ερώτημα «ποιος από τους Επτά είναι πρώτος εις την σοφίαν», προκηρύχθηκε σαν έπαθλο ένας χρυσός τρίποδας με την επιγραφή «Τω σοφωτάτω» που είχε βρεθεί στα νερά της Μιλήτου και είχε θεωρηθεί θεϊκό σημάδι. «Αλλ’ όμως η σοφία των διαγωνιζομένων εδείχθη ακριβώς εις τούτο: κανείς δεν εθεώρησε τον εαυτόν του σοφώτερον· ο καθένας έστελλε το εύρημα εις τον άλλον, ώσπου έφθασε πάλι εις τον πρώτον». Απτά δείγματα πρακτικής σοφίας μάς περιμένουν σε όλη την έκταση της έκδοσης. Ακόμη και τα σχόλια του καθηγητή στο τέλος του βιβλίου επιφυλάσσουν εκπλήξεις. Το «παν μέτρον άριστον» είναι ένα πρόσφατο λάθος, διαβάζουμε. Το απόφθεγμα ήταν «μέτρον άριστον», αφού το μέτρο είναι μόνο ένα.