Το θέμα της εξορίας, της αυτοεξορίας, της εκτόπισης, της βίαιης μετανάστευσης και της ετεροτοπίας δεν είναι άγνωστο στη σύγχρονη ποίηση. Μεγάλοι ποιητές του 20ού αιώνα έχουν κεντρικό θέμα της ποίησής τους τον εξαναγκασμό να ζουν εκτός φυσικού χώρου και να δημιουργούν υπό πολιτική καταπίεση και υπό αβίωτες ψυχολογικά συνθήκες, μακριά από τα γενέθλια χώματα. Υπάρχουν αρκετοί ποιητές από χώρες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης, της Ρωσίας, της Λατινικής Αμερικής, της Ασίας και της Αφρικής, αλλά και Ελληνες και Τούρκοι, των οποίων το έργο διαπνέεται από την έλλειψη του οξυγόνου ελευθερίας. Αντιθέτως, στις αναπτυγμένες χώρες, αν και σαφώς υπάρχει η «εσωτερική» αυτοεξορία ως ποιητική έμπνευση, δεν καταγράφεται ως δείγμα πολιτικής καταπίεσης αλλά μάλλον ως προσωπική συνδήλωση «εγκεφαλικής» μόνωσης και μοναξιάς. Τα τελευταία είκοσι χρόνια «ακούγονται» πολύ στην Αμερική δύο άραβες ποιητές των οποίων το έργο ολοένα και περισσότερο συγκινεί όχι μόνο το ποιητικό κοινό και τους εν γένει ενασχολούμενους με την ποίηση αλλά και τους κριτικούς. Πρόκειται για τον Παλαιστίνιο Μαχμούντ Νταργουίς και τον Ιρακινό Σααντί Γιουσέφ. Θέμα και των δύο η πατρίδα, ως απουσία στον πρώτο, ως χώρος παθολογίας στον δεύτερο.


Χαμένος παράδεισος


Ο Νταργουίς γεννήθηκε το 1942 στη Γαλιλαία. Με είκοσι συλλογές ποίησης στο ενεργητικό του, αν και έχει ζήσει για πολλά χρόνια στο Λονδίνο, έχει επιλέξει να είναι κοντά στον λαό του, τους Παλαιστινίους. Βλέπει την Παλαιστίνη ως «μεταφορά» του χαμένου παραδείσου, για τις καταστροφές που προκαλούν οι εξώσεις, οι εκτοπισμοί, οι εξορίες, οι βομβαρδισμοί, οι μετακινήσεις πληθυσμών. Και δυσκολεύεται να χωνέψει την παρακμή του αραβικού κόσμου και την καθυστέρησή του να συγχρονίσει τον βηματισμό του με τη Δύση. Μετά την αραβική ήττα στον πόλεμο του 1967, ο Νταργουίς σήκωσε τη φωνή του τραγουδώντας τον καθημερινό πόνο των Παλαιστινίων. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στον βρετανικό «Guardian» περιέγραψε ως εξής τον καταναγκασμό του να γράφει για την Παλαιστίνη: «Για μας το τούνελ είναι τόσο σκοτεινό που δεν μπορείς να δεις το φως στην άκρη του. Αν ήταν τα πράγματα διαφορετικά, θα ήθελα να μην έγραφα για την Παλαιστίνη. Δεν μπορώ να γράφω συνέχεια για απώλειες και κατοχή. Νιώθω ότι μου στερεί την ελευθερία ως ποιητή. Το θέμα της κατοχής καταντά βάρος. Θέλω και ως ποιητής και ως άνθρωπος να απελευθερωθώ από την Παλαιστίνη. Αλλά δεν μπορώ. Οταν απελευθερωθεί η πατρίδα μου θα απελευθερωθώ κι εγώ. Αλλά ως τότε, το καθήκον είναι ξεκάθαρο. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή».


Στο ποίημά του «H γη μας πιέζει» από την ενότητα «Λιγότερα τριαντάφυλλα» ο Νταργουίς συνδυάζει ελπίδα, απελπισία και ρομαντισμό, βέβαιος ότι ο ορίζοντας της ελευθερίας θα φανεί μέσα από την πίστη στον αγώνα: «Πού θα πάμε μετά το τελευταίο σύνορο; / Πού θα πετάξουν τα πουλιά μετά τον τελευταίο ουρανό; / Πού θα κοιμηθούν τα φυτά μετά την τελευταία ανάσα του αέρα; / Γράφουμε τα ονόματά μας με κόκκινη ομίχλη/… Εδώ θα πεθάνουμε. Εδώ, στο έσχατο πέρασμα / Εδώ ή εκεί, το αίμα μας θα φυτεύει λιόδεντρα». Σε ένα άλλο ποίημά του με τίτλο «Στο αεροδρόμιο της Αθήνας», το αεροδρόμιο «μας σκορπίζει σε άλλα αεροδρόμια… / ωστόσο, σαν τα καθίσματα στο τέρμιναλ, / καθόμαστε ανυπόμονοι περιμένοντας τη θάλασσα». Πρόκειται για ποίηση βγαλμένη από το χώμα της Παλαιστίνης και του βασανισμένου λαού της.


H σύγκρουση δύο κόσμων


Ο Σααντί Γιουσέφ γεννήθηκε στο Ιράκ το 1934 αλλά από το 1979 ζει μια ζωή «βίαιων αναχωρήσεων». Αντικαθεστωτικός – πώς θα γινόταν αλλιώς – εκτοπίστηκε επί Σαντάμ, έχει ζήσει σε πολλές χώρες (Συρία, Αλγερία, Υεμένη, Λίβανος, Τυνησία, Γαλλία, Ελλάδα, Κύπρος, Γιουγκοσλαβία) και σήμερα κατοικοεδρεύει στο Λονδίνο. Εχει δημοσιεύσει τριάντα συλλογές ποίησης. Μετά τον Νταργουίς θεωρείται ο δεύτερος καλύτερος ποιητής της αραβικής γλώσσας και η ποίησή του εστιάζεται στις περιπέτειες της πατρίδας του. Στον τόμο Χωρίς αλφάβητο, χωρίς μορφή είναι συγκεντρωμένα ποιήματά του από το 1955 ως το 1997 γραμμένα σε όλες σχεδόν τις αραβικές χώρες όπου έζησε. Ο Γιουσέφ, εκτός από σπουδαίος ποιητής είναι και μεταφραστής στα αραβικά μεγάλων ποιητών του 20ού αιώνα, όπως οι Γουίτμαν, Καβάφης, Ρίτσος, Λόρκα και άλλοι. H ποίησή του, ενώ πάει πίσω, βαθιά στην ισλαμική ποιητική παράδοση, κοιτάζει εμπρός, στις εικονικές αισθητικές αναζητήσεις των μοντερνιστών.


Το ποίημά του «Αμέρικα, Αμέρικα» δεν γράφτηκε πρόσφατα, όπως θα νόμιζε ο υποψιασμένος αναγνώστης, αλλά το 1996, μετά τον Πόλεμο του Κόλπου, ενώ ζούσε εξόριστος στη Δαμασκό. Είναι ένα ποίημα-ποταμός πέντε σελίδων σε στυλ Γουόλτ Γουίτμαν και Αλεν Γκίνσμπεργκ όπου εξιστορείται η σύγκρουση των δύο κόσμων, του αραβικού και του αμερικανικού. Στους πυραύλους Τόμαχοκ των Αμερικανών, ο Γιουσέφ αντιπροτείνει «νεροβούβαλα που μασάν νούφαρα στα ριζοχώραφα» του Ιράκ. Στα «βρυχούμενα σιδερένια πουλιά» και στον «οπλισμένο ως τα δόντια αμερικανό στρατιώτη», αντιπαρατάσσει «ένα χωριό με ένα σπίτι με στέγη από φοινικόφυλλα και αποδημητικά πουλιά με πράσινα λοφία».


Το γιατί η αραβική ποίηση και πιο συγκεκριμένα η ποίηση των Νταργουίς και Γιουσέφ δεν είναι όσο θα έπρεπε γνωστή και διαδεδομένη στην Αμερική, οφείλεται σε λόγους μισαλλοδοξίας, προκατάληψης και ηθελημένης άγνοιας που εδράζεται στην εξόφθαλμα άνιση εξωτερική πολιτική της Αμερικής στο Παλαιστινιακό – αλλά και στο ποιος έχει τον τελευταίο λόγο στους εκδοτικούς οίκους και στα MME. Και είναι άξιοι επαίνων το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας και ο οίκος Graywolf που μας δίνουν τη χαρά να διαβάσουμε στα αγγλικά την ποίηση των δύο αυτών μεγάλων ποιητών της αραβικής γλώσσας αλλά και από τους σημαντικότερους του κόσμου.


Ο κ. Ντίνος Σιώτης είναι εκδότης της λογοτεχνικής επιθεώρησης «Mondo Greco».