«Ονομάζομαι Τζον Βόιτοβιτς, είμαι ο αληθινός Σόνι Βόρτζικ. Είμαι αυτός που βλέπετε στη “Σκυλίσια μέρα”». Η σκηνή εκτυλίσσεται σε μια τράπεζα. Και αυτός που μιλάει, ένας άνδρας μεσόκοπος, παχύς και με μούσι, κρατάει μια καραμπίνα στα χέρια και αφηγείται την ιστορία του. Πρόκειται για την αναπαράσταση μιας ληστείας που έγινε πριν από 29 χρόνια, στις 22 Αυγούστου του 1972, στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Είναι η ίδια ληστεία που το 1975 έδωσε το «στόρι» για την ταινία του Σίντνεϊ Λουμέτ «Σκυλίσια μέρα» με πρωταγωνιστή τον Αλ Πατσίνο. Μόνο που τώρα η αναπαράστασή της με τον ίδιο τον ληστή καταγράφεται σε βίντεο για να αποτελέσει το θέμα ενός οπτικοακουστικού έργου τέχνης. Τίτλος του «Η τρίτη μνήμη» και δημιουργός του ο γάλλος καλλιτέχνης Πιερ Ουίγκ. Ενα έργο που δημιουργήθηκε το 1999-2000 για το Κέντρο Ζορζ Πομπιντού – Εθνικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Γαλλίας και αύριο παρουσιάζεται στο ελληνικό κοινό μέσα από την έκθεση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στο Φιξ.
«Πρόκειται για μια μελέτη του γεγονότος, μια προσπάθεια αποκατάστασης της αλήθειας» λέει η διευθύντρια του μουσείου κυρία Αννα Καφέτση. «Ο Πιερ Ουίγκ καλεί τον δράστη, ο οποίος είναι μεγάλος σε ηλικία πλέον, να ανασύρει την “τρίτη μνήμη” του και να αποκαταστήσει την αλλοιωμένη εικόνα του στον κόσμο».
Ενας από τους πλέον σημαντικούς καλλιτέχνες της γενιάς του, όπως θεωρείται ο Πιερ Ουίγκ γεννήθηκε το 1962 , χρησιμοποιεί το φιλμ, το βίντεο, τη φωτογραφία και στα τελευταία έργα του, όπως αυτό, τον κινηματογράφο προκειμένου να οργανώσει και να παρουσιάσει τον προσωπικό του λόγο. Πρόκειται για ένα έργο που βασίζεται στην αποδόμηση των αφηγηματικών συμβάσεων του κινηματογράφου με στόχο την παρουσίαση των τρόπων με τους οποίους τα ΜΜΕ αφομοιώνουν και αναπαριστούν ένα πραγματικό γεγονός μετατρέποντάς το σε θέαμα.
Και όπως αναφέρει ο ίδιος, «η “Τρίτη μνήμη” είναι μια ανάλυση πραγματικών γεγονότων, εκτυλίσσεται όμως μέσα στο σκηνικό της ταινίας που γύρισε ο Σίντνεϊ Λουμέτ, διότι ζητούμενο δεν είναι μόνο η κατανόηση των συνθηκών υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε το γεγονός αλλά και η παρουσίαση όλων των σχέσεων που μπορούν να δημιουργηθούν μεταξύ του δράστη μιας πράξης και του κινηματογραφικού προσώπου που τον υποδύεται. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που του έκλεψαν, που του στέρησαν την εικόνα του».
Και αν κανείς αναρωτηθεί πού βρίσκεται η τέχνη σε μια τέτοια εργασία, η απάντηση εκφρασμένη από την κυρία Αννα Καφέτση υπάρχει: «Τέχνη δεν είναι μόνο αυτή που αρέσει και χαϊδεύει τα αφτιά και τα μάτια» λέει. «Διότι η τέχνη έχει πολλά πρόσωπα, ούσα ενιαία. Ετσι, ακόμη και όταν είναι βίαιη και άσχημη, ακόμη και τότε η ομορφιά βγαίνει από την επίτευξη του στόχου. Αλλωστε ένα πρόβλημα αναπαράστασης θέτει ο Ουίγκ στο έργο του. Και μην ξεχνάμε ότι και η ζωγραφική μια αναπαράσταση είναι».
Το ισόγειο του Φιξ, ο μόνος χώρος από όλο το κτίριο που είναι σε θέση να λειτουργεί στοιχειωδώς, αφού οι καθυστερήσεις για τη μετατροπή του σε σύγχρονο μουσείο γράφονται ήδη αρνητικά στο ιστορικό του άλλωστε, παρά τις συχνές υπουργικές διαβεβαιώσεις, ούτε η αγορά του από την Αττικό Μετρό έχει ακόμη ολοκληρωθεί , πρόκειται να φιλοξενήσει την εγκατάσταση του Ουίγκ. Δύο βιντεοπροβολές συγχρονισμένες μεταξύ τους και ο ήρωας του έργου έχει 9 λεπτά και 46 δεύτερα στη διάθεσή του για να εξιστορήσει τα γεγονότα. Μιλώντας σε αργκό πηγαινοέρχεται μέσα στην τράπεζα και βήμα βήμα στήνει τη δική του εκδοχή. Ο φίλος του Σαλ, οι όμηροι, το FBI, όλοι μαζί εγκλωβισμένοι σε μια ιστορία βίας, χωρίς νικητές, με θύματα και από τις δύο πλευρές.
«Τότε σκέφτομαι τι μέρα θα είναι και η σημερινή» λέει κάποια στιγμή ο ληστής και ο συνειρμός είναι ευθύς προς τον τίτλο της κινηματογραφικής εκδοχής της ιστορίας από τον Λουμέτ.
«Ο Ουίγκ παίρνει αποστάσεις από την ταινία» λέει η κυρία Αννα Καφέτση. «Αλλά ενώ έχει μια κριτική ματιά πάνω στο μαζικό θέαμα, ταυτόχρονα αποφεύγει να ηρωοποιήσει τον δράστη. Γιατί εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι ο τρόπος με τον οποίο μια προσωπική αλήθεια γίνεται θέαμα και πώς μπορεί αυτή η αλήθεια να αποκατασταθεί».
Η «Τρίτη μνήμη» γίνεται έτσι η πρώτη μιας σειράς εκθέσεων στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης οι οποίες προσφέρονται ως ερεθίσματα για τον προβληματισμό του θεατή γύρω από θέματα που δεν έχουν μόνο καλλιτεχνικό αλλά και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον.
«Η τέχνη σήμερα είναι μια πρόκληση για νέες αισθητικές εμπειρίες» υποστηρίζει η κυρία Αννα Καφέτση. «Και αυτό επιδιώκει το μουσείο. Στόχος είναι η κινητοποίηση των επισκεπτών, έτσι ώστε να γίνουν ενεργητικοί θεατές για να δοκιμάσουν αυτές τις εμπειρίες».
Στο ίδιο κλίμα κινείται και η παράλληλη με την έκθεση του Ουίγκ «Βιντεοτέχνη 1965-1995» και τα «Νέα Μέσα (CD – ROM)», όπου παρουσιάζεται μια επιλογή από τα νέα αποκτήματα του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Πρόκειται για 61 έργα στο σύνολό τους, τα οποία καλύπτουν την ιστορία του κινήματος της βιντεοτέχνης με τους βασικότερους εκπροσώπους του: τον Ναμ Τζουν Πάικ, που θεωρείται ο πρόδρομος του Διαδικτύου, τον Μπρους Νάουμαν με την μπεκετική σύλληψη, τον Μπιλ Βαϊόλα με έργο βαθιά πνευματικό και ποιητικό, τον Γκάρι Χιλ με το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την οργανική σχέση μεταξύ γλωσσολογίας και ηλεκτρονικών, τον Τόνι Αουρσλερ με μια τριλογία έργων που διερευνά το θέμα της καταστροφής του ανθρώπινου σώματος και ακόμη τον Ρόμπερτ Γουίλσον με ένα τελετουργικό έργο, το υλικό του οποίου προέρχεται από μια πεντάωρη όπερα με αναφορές στην ελληνική τραγωδία.
Αίθουσες σκοτεινές, φωτισμένες μόνο από τις προβολές των έργων υποδέχονται τον επισκέπτη του Φιξ με στόχο να αιχμαλωτίσουν αμέσως την προσοχή του βάζοντάς τον στον ρόλο του ενεργού θεατή. Στον χώρο υποδοχής όμως η μύηση σε αυτό το είδος της τέχνης περνάει και μέσα από βιβλία, όπως «Η κοινωνία του θεάματος» του Γκυ Ντεμπόρ, μέσα από τον κατάλογο-οδηγό για την έκθεση του Ουίγκ, αλλά και δύο βίντεο του Γκοντάρ, επίσης προσφάτως αποκτηθέντα από το μουσείο, της δεκαετίας του ’70, όπου ο σκηνοθέτης πραγματεύεται τη σχέση ακριβώς των ΜΜΕ με το θέαμα.



