Εντονες είναι οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης για την πραγματοποίηση ενός ταξιδιού του Πάπα Βενεδίκτου του ΙΣτ´ στην έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Φανάρι. Μέχρι στιγμής το ζήτημα έχει συζητηθεί δύο φορές. H πρώτη συζήτηση διεξήχθη τον περασμένο Απρίλιο μεταξύ του ιδίου του Πάπα και του Μητροπολίτη Γέροντα Εφέσου κ. Χρυσοστόμου, ο οποίος εκπροσώπησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην ενθρόνιση του νέου Προκαθημένου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. H δεύτερη συνομιλία έγινε στα μέσα της περασμένης εβδομάδας μεταξύ του Ποντίφικα και του Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην εορτή του Αποστόλου Πέτρου, ιδρυτή της Εκκλησίας της Ρώμης. Οι συζητήσεις χαρακτηρίζονται άκρως απόρρητες. Οι δύο πλευρές αρνούνται να δώσουν οποιαδήποτε πληροφορία για το ζήτημα. Φαίνεται όμως ότι μία από τις πιθανές ημερομηνίες που εξετάζονται για την πραγματοποίηση ενός τέτοιου ταξιδιού είναι 29-30 Νοεμβρίου, ημέρες κατά τις οποίες η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως εορτάζει τη μνήμη του ιδρυτή της, του Πρωτοκλήτου Αποστόλου Ανδρέα. H πραγματοποίηση όμως μιας τέτοιας επίσκεψης αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα. Το πρώτο και το σημαντικότερο είναι η Τουρκία και οι θέσεις που εκφράζει το Βατικανό για την ευρωπαϊκή προοπτική της.


Ο εκάστοτε Πάπας, εκτός από Προκαθήμενος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, είναι και αρχηγός του κράτους του Βατικανού, γι’ αυτό και το ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη θα πρέπει να περιλαμβάνει και την πραγματοποίηση συναντήσεων με τον Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας κ. Σεζέρ και τον πρωθυπουργό κ. Ταγίπ Ερντογάν και να περιλαμβάνει και μια επίσκεψη στην Αγκυρα. Μέχρι στιγμής όμως το Βατικανό δεν έχει συζητήσει με την τουρκική πλευρά το ενδεχόμενο επίσκεψης του Πάπα Βενεδίκτου στην Κωνσταντινούπολη, γι’ αυτό και οι όποιες συνομιλίες διεξάγονται μεταξύ των δύο Εκκλησιών χαρακτηρίζονται «άκρως απόρρητες».


* Ο Πάπας και η Τουρκία


Ως καρδινάλιος Γιόζεφ Ράτσινγκερ ο Πάπας Βενέδικτος ο ΙΣτ´ ήταν ένας εκ των σκληρότερων και ισχυρότερων αντιπάλων του ευρωπαϊκού ονείρου της Τουρκίας. Πριν από έναν χρόνο είχε δηλώσει ότι η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας «θα είναι ένα σοβαρό λάθος, μια απόφαση εναντίον της Ιστορίας». Ακόμη είχε επισημάνει ότι «ιστορικά και πολιτιστικά η Τουρκία εκπροσωπεί μια διαφορετική ήπειρο από την Ευρώπη». Και όταν η Τουρκία διαμαρτυρήθηκε για τις απόψεις που εξέφραζε επανήλθε. Και μπορεί να δήλωσε ότι οι απόψεις του είναι προσωπικές και δεν εκφράζουν την πολιτική του Βατικανού, είχε σπεύσει όμως να επισημάνει πως, «παρ’ ότι ο Κεμάλ Ατατούρκ δημιούργησε ένα λαϊκό κράτος, αυτό διατηρεί τις ισλαμιστικές του βάσεις, γι’ αυτό είναι διαφορετικό από την Ευρώπη».


Πιο διπλωμάτης ο πρέσβης-νούντσιος του Βατικανού στην Αγκυρα Εντ. Φαρχάτ δήλωνε τότε ότι «η Αγία Εδρα δεν είναι αντίθετη στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας αλλά επιθυμεί η Αγκυρα να πραγματοποιήσει όλες τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται». Την περασμένη όμως εβδομάδα ο κ. Φαρχάτ τόνισε ότι «η EE δραστηριοποιείται ενεργά στα ζητήματα που αφορούν τη θρησκευτική ελευθερία στην Τουρκία, αυτό όμως δεν αρκεί. Χρειάζεται να τεθεί το θέμα της θρησκευτικής ελευθερίας όχι ως προϋπόθεση αλλά ως δικαίωμα. Είναι να αναρωτιέται κανείς: Την ημέρα κατά την οποία η EE θα πιστοποιήσει πως η Τουρκία πληροί de facto, πέραν του de jure, τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, αυτό θα σημάνει ίσως ότι η Τουρκία ολοκλήρωσε την “κεμαλική” της επανάσταση; Είναι κάτι τέτοιο δυνατόν;». Στις δηλώσεις του ο κ. Φαρχάτ είπε και άλλα πολλά σχετικά με τη γείτονα. Σχεδόν ταυτόχρονα ο καρδινάλιος και πατριάρχης της Βενετίας κ. Αντζελο Σκόλα τόνισε ότι η οποιαδήποτε πορεία της Τουρκίας στην EE θα πρέπει να επηρεαστεί και από τη στάση της προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο.


* Οι προηγούμενες επισκέψεις


Ο Παύλος Στ´ ήταν ο πρώτος Ποντίφικας που επισκέφθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο μετά το σχίσμα των Εκκλησιών. H επίσκεψη πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1967 και σηματοδότησε την αποκατάσταση των σχέσεων της Ανατολής με τη Δύση. Οπως θυμούνται οι τελευταίοι Φαναριώτες που έζησαν εκείνα τα γεγονότα, και τότε τα προβλήματα που υπήρχαν με την Τουρκία ήταν πολλά. Τον Παύλο Στ´ στο αεροδρόμιο ανέμεναν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο πρωθυπουργός. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας βρισκόταν μεταξύ όλων των εκπροσώπων των χριστιανικών εκκλησιών, ανάμεσά τους και ο γιος του ψευδοπατριάρχη Παπα-Ευθήμ. Οσο για τους Μητροπολίτες Μελίτωνα Χατζή και τον σημερινό Γέροντα Εφέσου κ. Χρυσόστομο, αρνήθηκαν να μεταβούν στο αεροδρόμιο γιατί δεν τους επιτράπηκε να φορέσουν τα ράσα τους. Ο Παύλος Στ´ έλυσε όμως όλα τα προβλήματα αφού έτρεξε να χαιρετίσει τον Πατριάρχη Αθηναγόρα. «Πρώτα χαιρέτισε τον Πατριάρχη και μετά πάτησε στο κόκκινο χαλί, όπως απαιτεί το πρωτόκολλο, και συνομίλησε με όλους τους υπολοίπους. Οι καρδινάλιοι του φώναζαν να σταματήσει» θυμάται κάποιος από τους κληρικούς που συμμετείχαν στα γεγονότα της εποχής.


Τα προβλήματα όμως δεν περιορίστηκαν εκεί. Την επόμενη ημέρα ο Πάπας έπρεπε να βρίσκεται στις 5.30 το απόγευμα στο Φανάρι. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας είχε κατεβεί στο προαύλιο. Εκατοντάδες Ελληνες της Πόλης περίμεναν να δουν τον ασπασμό των δύο Προκαθημένων. Ο Πάπας όμως εμφανίστηκε λίγα λεπτά μετά τις 7 το απόγευμα. H απογοήτευση των ορθοδόξων ξεπεράστηκε όταν έμαθαν ότι ο Ποντίφικας εκλήθη να κάνει μια βόλτα στον Βόσπορο και το αποδέχθηκε. Οταν όμως είδε ότι η ώρα περνάει και η βόλτα δεν τελείωνε, επικαλέστηκε στομαχική διαταραχή για να κατεβεί από το πλοίο και να φτάσει στο Φανάρι…


H δεύτερη επίσκεψη Ποντίφικα πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 1979, οπότε και ο Πατριάρχης Δημήτριος και ο Πάπας Ιωάννης-Παύλος B´ έβαλαν τα θεμέλια για την έναρξη του διαλόγου που διεξάγεται ως σήμερα ανάμεσα στη Ρωμαιοκαθολική και στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Τότε ο Πάπας Ιωάννης-Παύλος B´ ταξίδεψε και στην Αγκυρα. Και βέβαια απέφυγε να προκαλέσει την Τουρκία σε αντίθεση με τον προκάτοχό του Παύλο Στ´, ο οποίος όταν επισκέφθηκε την Αγία Σοφία προσκύνησε, έσκυψε και προσευχήθηκε.


ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ Οι συνδετικοί κρίκοι


Παρά το γεγονός ότι πέρασαν σαράντα χρόνια από την ημέρα που έγινε η άρση των αναθεμάτων, πολλοί κληρικοί των δύο πλευρών αντιδρούν στην προσέγγιση της Ορθόδοξης με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, έχουν όμως να αντιμετωπίσουν σε κάθε τους ενέργεια σημαντικές προσωπικότητες οι οποίες σπάνε τις διαχωριστικές γραμμές.


Οι καρδινάλιοι της Βιέννης, του Μονάχου και του Βελγίου χαρακτηρίζονται λόγω των σπουδών τους και της στάσης τους μεγάλοι υποστηρικτές της προσέγγισης με την Ορθόδοξη Εκκλησία.


Τάγματα μοναχών όπως των Βενεδικτίνων του Βελγίου και της Βαυαρίας, οι Φουκολάριοι της Ρώμης και το Πανεπιστήμιο Αντενέουμ Αντονιάνιουμ του Βατικανού ενισχύουν κάθε προσπάθεια. Το Μοναστήρι του Μποόζε στο Μιλάνο και η πανίσχυρη αδελφότητα του Αγίου Αιγιδίου επενέβησαν πολλές φορές και στήριξαν την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ακόμη σημαντικός είναι ο ρόλος της κοινότητας του Τεζέ, που βρίσκεται στα σύνορα της Γαλλίας με την Ελβετία.


Οι συνδετικοί αυτοί κρίκοι ενισχύονται και από τις προσωπικές φιλίες που διαθέτει ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣτ´ στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Από τρεις παλιούς φοιτητές του, τον Αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας κ. Στυλιανό, τον Μητροπολίτη πρώην Ελβετίας κ. Δαμασκηνό Παπανδρέου και τον καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Απόστολο Γλαβίνα, ο Πάπας έχει μάθει πολλά για την Ορθοδοξία, ιδιαίτερα για την ελληνόφωνη. Σημαντική όμως και μακροχρόνια είναι η φιλία του και με τον Μητροπολίτη Σασίμων κ. Γεννάδιο, ο οποίος συμμετέχει στον διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.