Την κατάρριψη πλείστων όσων μύθων για την ελληνική πολιτική σκηνή επιχειρεί η έρευνα του Πανεπιστημίου Αθηνών που παρουσιάζει σήμερα «Το Βήμα». Οι κυβερνητικές ελίτ – όπως αυτές διαμορφώνονται τα τελευταία 30 χρόνια, από την εποχή της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή ως και τον ανασχηματισμό της δεύτερης κυβέρνησης K. Σημίτη (τον Οκτώβριο του 2001) – δεν αποτελούνται από υπερήλικους δεινόσαυρους· οι πολιτικοί καταλαμβάνουν πρώτη φορά ανώτατα κυβερνητικά αξιώματα στην ηλικία των 40-49 ετών, ενώ έχουν πάψει προ πολλού να είναι… μόνο δικηγόροι. Οι συνθέσεις των εκάστοτε υπουργικών συμβουλίων αποκαλύπτουν μάλιστα ότι οι έννοιες της «αλλαγής» και της «ανανέωσης» είναι έντονα συνυφασμένες με την αντίληψη των ηγετών των δύο κομμάτων περί άσκησης της εξουσίας. Στους υπουργικούς και υφυπουργικούς θώκους τα πρόσωπα εναλλάσσονται συχνότατα και όχι απαραιτήτως με κριτήριο την ύπαρξη κυβερνητικής εμπειρίας. Γεγονός πάντως είναι ότι μετά το 1974 η μεγαλοαστική τάξη εγκαταλείπει την πολιτική, αφήνοντας «ελεύθερο» το πεδίο στους γερά μορφωμένους τεχνοκράτες.
Την έρευνα-προφίλ της κυβερνητικής «ελίτ» την τελευταία τριακονταετία υπογράφουν ο κ. Δ. Σωτηρόπουλος, επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο κ. Δ. Μπουρίκος, πολιτικός επιστήμονας και μεταπτυχιακός υπότροφος του IKY στον Τομέα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Με στόχο να απαντήσουν στο κλασικό ερώτημα της πολιτικής επιστήμης «ποιος κυβερνά;» οι ερευνητές οδηγήθηκαν σε μια σειρά από χαρακτηριστικά που συνθέτουν το κοινωνικό προφίλ της πολιτικής ελίτ στη χώρα μας, θέτοντας την ίδια στιγμή πλήθος ερωτήματα περί τα κοινωνικά εκείνα συμφέροντα που έχουν επιτύχει την εκπροσώπησή τους στις ανώτατες βαθμίδες του πολιτικού συστήματος, τόσο στη Βουλή όσο και στην εκάστοτε κυβέρνηση. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά καθώς αφενός μεν καταρρίπτουν το παρωχημένο στερεότυπο του μεσήλικου δικηγόρου, καταγόμενου από την Πελοπόννησο, υπουργού, αφετέρου δε επικαιροποιούν τα χαρακτηριστικά της πολιτικής «αφρόκρεμας», με ενδιαφέρουσες αναγωγές στη σύγχρονη σκηνή.
«Δείγμα» της έρευνας αποτέλεσαν τα 424 πρόσωπα που ανέλαβαν κυβερνητικά καθήκοντα κατά την εξεταζόμενη περίοδο, τα οποία και διακρίθηκαν με κριτήριο τον αριθμό των υπουργικών θητειών που έχει το καθένα. Από το σύνολο αυτού του πολιτικού προσωπικού, οι 142 απαρτίζουν την «κύριας» ελίτ, δηλαδή τον πυρήνα της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, έχοντας θητεύσει τρεις ή και περισσότερες φορές σε κάποιον υπουργικό τομέα. Στην ανάλυση που θα ακολουθήσει οι ερευνητές δεν συμπεριλαμβάνουν μόνο τρεις πολιτικούς, τους Ξ. Ζολώτα, Δ. Παπασπύρου και K. Στεφανάκη, οι οποίοι συμμετείχαν στην ιδιότυπη κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή και στις μεταβατικές κυβερνήσεις I. Γρίβα και Ξ. Ζολώτα της περιόδου 1989-1990. Οι υπόλοιποι (από τους 424) 282 περιορίζονται σε μία ή και δύο θητείες, σχηματίζοντας τη λεγόμενη «δευτερεύουσα» ελίτ.
1. Ανανέωση – αλλαγή
H ανανέωση, έννοια που αντανακλά το ποσοστό των «άπειρων» μελών της εκάστοτε κυβέρνησης, των μελών που δεν είχαν καμία προηγούμενη κυβερνητική εμπειρία, έχει πολιτικό πατέρα της τον Ανδρέα Παπανδρέου. H κυβέρνηση που σχημάτισε ο A. Παπανδρέου τον Οκτώβριο του 1981 παρουσιάζει τον δείκτη ανανέωσης με τη μεγαλύτερη τιμή (94%), που δηλώνει την ευρύτητα εκείνης της πολιτικής μεταβολής. H δεύτερη σε μέγεθος ανανέωση της σύνθεσης του Υπουργικού Συμβουλίου (με δείκτη της τάξεως του 61%) έγινε στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας που συγκρότησε ο Καραμανλής τον Ιούνιο του 1974, γεγονός που αντανακλά την ανάγκη ανάδειξης νέων στελεχών που δεν συνδέονταν με την επιβαρημένη πολιτικά και κοινωνικά προδικτατορική περίοδο.
Ακολουθούν οι κυβερνήσεις A. Παπανδρέου το 1985 και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη το 1990, με δείκτες της τάξεως του 55,6% και του 60,5% (συχνή αλλαγή μελών, χαμηλοί δείκτες σταθερότητας). Επονται οι κυβερνήσεις Καραμανλή τον Νοέμβριο του 1974 και του 1977 με μέτριο δείκτη ανανέωσης (48,3% και 42,5%), καθώς και η κυβέρνηση του K. Σημίτη του 2000. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση της τελευταίας κυβέρνησης Σημίτη με τις δύο προηγούμενες, τον Ιανουάριο και τον Σεπτέμβριο του 1996, με τους δείκτες ανανέωσης να περιορίζονται στο 27,3% και το 28,8% αντιστοίχως. «Υποδηλώνεται η περιορισμένη ευχέρεια του πρωθυπουργού για ανανέωση της υπουργικής ελίτ, δεδομένων των τότε περιορισμών» εξηγούν οι ερευνητές. «Συγκεκριμένα, της μη άμεσης εκλογικής εντολής στην πρώτη περίπτωση και της ανάγκης υπουργικής σταθερότητας στη δεύτερη ως όρου αναγκαίου για την επίτευξη του προγράμματος οικονομικής σύγκλισης της χώρας με την EE».
Τον μικρότερο δείκτη ανανέωσης παρουσιάζει η κυβέρνηση του Γ. Ράλλη, του 1980, αντανακλώντας τόσο τη βραχύβια παραμονή της στην εξουσία όσο και τον μεταβατικό χαρακτήρα της.
2. H κυβερνητική ελίτ του ΠαΣοΚ συγκρινόμενη με την κυβερνητική ελίτ της Νέας Δημοκρατίας
Από τα 139 μέλη της κύριας ελίτ και των δύο κομμάτων, το 83% ανέλαβε αξίωμα υπουργού, το 4% έφθασε ως το αξίωμα του αναπληρωτή υπουργού (για το ενδιάμεσο αυτό επίπεδο κυρίως υπεύθυνο είναι το ΠαΣοΚ, αφού εκεί ανήκουν σχεδόν όλοι οι αναπληρωτές υπουργοί), ενώ το υπόλοιπο 13% παρέμεινε στη βαθμίδα του υφυπουργού.
Υπουργοί ή και υπουργοί (αφού πρωτύτερα είχαν γίνει υφυπουργοί) διετέλεσαν το 77% της ελίτ του ΠαΣοΚ και το 91% της ελίτ της Νέας Δημοκρατίας. Τα ποσοστά αυτών που διετέλεσαν μόνον υφυπουργοί διαμορφώνονται σε 17% για το ΠαΣοΚ και σε 7% για τη Νέα Δημοκρατία.
Ελάχιστες διαφορές εντοπίζονται πάντως μεταξύ των δύο κομμάτων ως προς τη διάρκεια της θητείας των μελών της κυβερνητικής ελίτ. Το 70,5% των πολιτικών έχει συνολική θητεία 2-8 ετών, το 19,5% πάνω από 8 έτη και το 10% κάτω από δύο έτη. Είναι προφανές ότι το προαναφερθέν 19,5% αναδεικνύει τους «μόνιμους» κατόχους υπουργικού θώκου, τον εσωτερικό πυρήνα της κύριας ελίτ.
Στην «ελίτ της ελίτ» της Νέας Δημοκρατίας συμμετείχαν συνολικά 10 πολιτικοί, οι Ευάγγελος Αβέρωφ, K. Καραμανλής, K. Μητσοτάκης, Τζ. Τζαννετάκης, Στ. Μάνος, I. Βαρβιτσιώτης, Π. Παπαληγούρας, K. Παπακωνσταντίνου, Χρ. Στράτος, A. Ανδριανόπουλος. H σημασία της εν λόγω ομάδας είναι προφανής, καθώς τρία από τα μέλη της έγιναν πρωθυπουργοί (Καραμανλής, Τζαννετάκης, Μητσοτάκης), ενώ άλλοι συγκρότησαν ηγετικές ομάδες αναλαμβάνοντας ακόμη και την αρχηγία του κόμματος (Ευ. Αβέρωφ) ή δημιουργώντας άλλο κόμμα (Στ. Μάνος).
Από την αντίστοιχη 17μελή ομάδα του ΠαΣοΚ, εξαιρουμένου του Ανδρέα Παπανδρέου, ένας ανέλαβε την πρωθυπουργία, ενώ οι υπόλοιποι ήταν από τα πλέον αναγνωρίσιμα πρόσωπα των κυβερνήσεων ΠαΣοΚ. Πρόκειται για τους κκ. Ακη Τσοχατζόπουλο, Γ. Αρσένη, Θ. Πάγκαλο, K. Σημίτη, K. Λαλιώτη, Γ. Παπανδρέου, Ευάγγελο Γιαννόπουλο, Αγαμέμνονα Κουτσόγιωργα, I. Παπαντωνίου, (τον σημερινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας) K. Παπούλια, Σ. Βαλυράκη, (τον εκτός ΠαΣοΚ πλέον ) Στ. Παπαθεμελή, M. Παπαϊωάννου, Φ. Πετσάλνικο, καθώς και την κυρία Βάσω Παπανδρέου αλλά και τη Μελίνα Μερκούρη.
3. Εκπαιδευτικό επίπεδο – Κλάδος σπουδών
H υπουργική ελίτ της ΝΔ υπερέχει στα νομικά (45,5% έναντι 44% του ΠαΣοΚ) και στις κοινωνικές επιστήμες, με έμφαση στις πολιτικές, ενώ η κυβερνητική ελίτ του ΠαΣοΚ υπερτερεί στα πεδία των οικονομικών και πολυτεχνικών κλάδων, με ποσοστό της τάξεως του 43% έναντι του αντίστοιχου 29% της Νέας Δημοκρατίας. H ιατρική είναι επίσης ένας χαρακτηριστικός κλάδος σπουδών των υπουργών του ΠαΣοΚ με ποσοστό της τάξεως του 11%.
Μικρή αλλά υπαρκτή διαφορά ανάμεσα στα δύο κόμματα αποτελεί το γεγονός ότι το 4% της υπουργικής αφρόκρεμας του ΠαΣοΚ έχει μόνο μεταλυκειακή εκπαίδευση (δηλαδή τεχνική/επαγγελματική ή άλλη σχολή που δεν εντάσσεται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση), όταν στη Νέα Δημοκρατία το αντίστοιχο ποσοστό είναι μηδενικό.
«Παρά το γεγονός ότι η έρευνα κατέδειξε μεγάλο αριθμό υπουργών που κατείχε τίτλους σπουδών σε τρία διαφορετικά επιστημονικά πεδία, νομικά, οικονομικά, πολιτικές επιστήμες», συμπληρώνουν οι ερευνητές, «το σκηνικό έχει αλλάξει. Μετά το 1974 ολοένα και λιγότεροι από αυτούς που έχουν μεταπτυχιακές σπουδές ασχολούνται με την πολιτική. Αποτελεί βασικό ερώτημα πια το γιατί η μεγαλοαστική τάξη εγκατέλειψε την πολιτική… Είναι ιδιαίτερα έντονη δε η αντίστιξη με την προ του 1967 περίοδο, κατά την οποία το μορφωτικό επίπεδο ήταν υψηλότατο – με χαρακτηριστικές περιπτώσεις αυτές του Κωνσταντίνου Τσάτσου και του Παναγιώτη Κανελλόπουλου».
4. Γεωγραφική προέλευση
Συνοπτικά, η κατανομή στο ΠαΣοΚ είναι πιο συμμετρική από αυτή στη ΝΔ καθώς στην κυβερνητική ελίτ της τελευταίας ορισμένες περιοχές, όπως η Θεσσαλονίκη, η Ηπειρος και τα Δωδεκάνησα, δεν αντιπροσωπεύονται καθόλου.
Αθροιστικά, τα τρία μεγάλα αστικά κέντρα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πειραιάς, αντιπροσωπεύουν το 22% και στις δύο κυβερνητικές ομάδες. Στην κυβερνητική σύνθεση της ΝΔ όμως το ποσοστό αυτό οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στους Αθηναίους, ενώ στην αντίστοιχη του ΠαΣοΚ υπάρχει εκπροσώπηση – μικρή έστω (4% και 3% αντιστοίχως) – των Θεσσαλονικέων και των Πειραιωτών.
H δεύτερη διαφοροποίηση καταγράφεται στη συμμετοχή της Πελοποννήσου που είναι σαφώς μεγαλύτερη στο ΠαΣοΚ (21%) σε σχέση με αυτή της ΝΔ (16%). H τρίτη τάση αφορά συνολικά τις υπόλοιπες επί μέρους διαφορές, αφού στο ΠαΣοΚ καταγράφεται συμμετοχή της Ηπείρου, των Δωδεκανήσων και της Διασποράς [οι ερευνητές αναφέρονται στις περιπτώσεις του Γιάννου Κρανιδιώτη (Κύπρος), του Γ. Παπανδρέου (ΗΠΑ) και του Π. Ρουμελιώτη (Αίγυπτος)]. Στη ΝΔ καταγράφεται συμμετοχή της Θράκης και αυξημένη συμμετοχή της Θεσσαλίας.
5. Ενδοκυβερνητική κινητικότητα
Με την έννοια «κινητικότητα» οι ερευνητές αναφέρονται στην εξέλιξη των μελών της κυβερνητικής ελίτ κατά τη διάρκεια των θητειών τους στα τρία υπουργικά αξιώματα, του υπουργού, του αναπληρωτή υπουργού, του υφυπουργού. Στο ΠαΣοΚ η κινητικότητα της κυβερνητικής ελίτ είναι πιο περιορισμένη στη δεύτερη και στην τρίτη θητεία στην κυβέρνηση, σε σύγκριση με την αντίστοιχη ραγδαία της ΝΔ.
Τα στοιχεία δείχνουν πάντως ότι κατευθείαν στο αξίωμα του υπουργού αναδείχθηκε το 36,8% των υπουργών του ΠαΣοΚ, ποσοστό που για τη ΝΔ κυμαίνεται στο 26% – εξηγείται από τον σχηματισμό εντελώς νέας κυβέρνησης από το ΠαΣοΚ το 1981.
H «λίστα αναμονής» των υπουργών είναι πάντως πιο μακροσκελής στο ΠαΣοΚ από ό,τι στη Νέα Δημοκρατία. Από τους πολιτικούς του ΠαΣοΚ με τρεις κυβερνητικές θητείες, σχεδόν οι μισοί (το 48%) έγιναν υπουργοί κατά την τελευταία θητεία, όταν στη Νέα Δημοκρατία το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 74,5%. Οσο για εκείνους που χρίσθηκαν υπουργοί την τέταρτη φορά κατά την οποία κατέλαβαν κυβερνητικό αξίωμα, τα ποσοστά διαμορφώνονται περί το 76,5% για το ΠαΣοΚ και περί το 86% για τη ΝΔ.
«H διαφορά αυτή μεταξύ των δύο κομμάτων», υπογραμμίζουν οι ερευνητές, «οφείλεται αποκλειστικά στην ύπαρξη ενός ενδιάμεσου σταδίου μεταξύ της ανάληψης υπουργικής θέσης και υφυπουργικής, που αναφέρεται στην ευρεία χρήση από τις κυβερνήσεις του ΠαΣοΚ του θεσμού του αναπληρωτή υπουργού».
Αντιθέτως ομοιότητες παρουσιάζουν τα δύο κόμματα κατά την εξέταση του αριθμού των θητειών των υφυπουργών που τελικώς έγιναν υπουργοί. Οι μισοί υπουργοί και των δύο ελίτ είχαν τουλάχιστον μία θητεία ως υφυπουργοί, ενώ ο ένας στους τρεις είχε δύο θητείες ως υφυπουργός προτού υπουργοποιηθεί.
6. H «κύρια» συγκριτικά με τη δευτερεύουσα κυβερνητική ελίτ
Οι πολιτικοί της κύριας ελίτ, αθροιστικά για το ΠαΣοΚ και τη ΝΔ, έχουν επιτύχει σε ποσοστό 82,7% να αναλάβουν υπουργικό αξίωμα, ενώ εκείνοι της δευτερεύουσας ελίτ σε πολύ χαμηλότερο, της τάξεως του 28,5%. Την ίδια στιγμή το 68% της δευτερεύουσας ελίτ παρουσιάζει στασιμότητα στο αξίωμα του υφυπουργού.
H μοναδική αξιοσημείωτη διαφορά είναι αυτή που αναφέρεται στα υψηλότερα ποσοστά των υπουργών της ΝΔ με θητεία πάνω από δύο έτη, σε αντίθεση με τους υπουργούς του ΠαΣοΚ που εμφανίζουν αρκετά βραχύβιες θητείες, το πολύ έως δύο έτη – αποτέλεσμα των συχνότερων ανασχηματισμών των κυβερνήσεων του ΠαΣοΚ, ιδιαίτερα της περιόδου 1981-1989. Τα μέλη της κύριας ελίτ στη συντριπτική τους πλειονότητα (68%) αναλαμβάνουν την πρώτη κυβερνητική τους θητεία σε ηλικία μικρότερη των 50 ετών, σε αντίθεση με τα μισά μέλη της δευτερεύουσας ελίτ που καταλαμβάνουν θώκο μετά τα 50 τους χρόνια.
Οσον αφορά την επαγγελματική ιδιότητα, ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί η χαμηλότερη συμμετοχή των οικονομικών και θετικών επιστημών στη δευτερεύουσα ελίτ σε σχέση με την κύρια. Από την άλλη πλευρά, στη δευτερεύουσα ελίτ παρουσιάζονται ενισχυμένες οι επαγγελματικές κατηγορίες των καθηγητών AEI, των γιατρών και των πολιτικών μηχανικών – και δη οι δύο τελευταίες.
7. ΝΔ – ΠαΣοΚ
Δεδομένης της μεγαλύτερης εκπροσώπησης των δικηγόρων στην κυβερνητική ελίτ της ΝΔ, οι ερευνητές κάνουν λόγο για ένα μεγάλο ποσοστό μελών της (ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1974-1981) με πρώτη θητεία στην προδικτατορική περίοδο, «ποσοστό που παραπέμπει σε μια διαφορετική κοινωνική δεξαμενή για τους πολιτικούς της ΝΔ όπου το πρότυπο του δικηγόρου-μεσολαβητή πολιτικού ήταν ο κυρίαρχος τύπος».
«H σχετικά αυξημένη συμμετοχή των οικονομολόγων, των πολιτικών μηχανικών και των γιατρών στην κυβερνητική ελίτ του ΠαΣοΚ ενδεχομένως αντανακλά τη μετεξέλιξη των απαιτήσεων της σύγχρονης διακυβέρνησης και τη μετάβαση από ένα παρεμβατικό-πατερναλιστικό κράτος σε ένα ρυθμιστικό-επιτελικό κράτος, που απαιτεί μεγαλύτερη εξειδίκευση ρόλων και τεχνοκρατικές δεξιότητες» συμπληρώνουν οι ίδιοι.
Εκτός όμως από τη ζήτηση εκ μέρους του κράτους, υπάρχει και η πλευρά της προσφοράς, δηλαδή η αυξημένη διαθεσιμότητα, το ατομικό – συλλογικό ενδιαφέρον και άλλων ελεύθερων επαγγελματιών – πλην των δικηγόρων – να σταδιοδρομήσουν στην πολιτική. H αυξημένη συμμετοχή τέτοιων επαγγελμάτων στις κυβερνητικές ελίτ εγείρει ερωτήματα τα οποία αφορούν το ποιος κυβερνά όχι μόνο τυπικά αλλά και ουσιαστικά.
Επαγγελματική απασχόληση
Αν και είναι συζητήσιμο το ποιοι και σε ποιο βαθμό άσκησαν το επάγγελμα που δηλώνουν, το επάγγελμα του δικηγόρου συγκεντρώνει συντριπτικά ποσοστά τόσο στο ΠαΣοΚ (το 39% της κύριας ελίτ) όσο και στη ΝΔ (το 31%).
Αναντίρρητα, τα υπόλοιπα επαγγέλματα άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στους κόλπους της ελίτ μετά το 1981 και αφού ανέλαβε το ΠαΣοΚ την εξουσία. Ετσι οι δικηγόροι μειώθηκαν από το 52,3% του συνολικού αριθμού των μελών της Βουλής του 1974 στο 47,3% στη Βουλή του 1981 και εν συνεχεία στο 38,3% στη Βουλή του 1990.
Αντιθέτως, η αντιπροσώπευση των οικονομολόγων διαμορφώνεται σε 3,3%, 4% και 6,3%, αντιστοίχως, με δεδομένη τη μεγαλύτερη συμμετοχή τους στο ΠαΣοΚ. Στο ίδιο κόμμα αντιπροσωπεύεται μετά το 1989 σε ποσοστό διπλάσιο από ό,τι στη ΝΔ και η κατηγορία των μηχανικών – αρχιτεκτόνων. Γεγονός πάντως είναι ότι στη χώρα μας στην κύρια ελίτ υποεκπροσωπούνται τόσο η εργατική τάξη – σε αντίθεση, για παράδειγμα, με όσα συμβαίνουν στη Γαλλία – όσο και ο συνδικαλιστικός τομέας, σε αντίθεση με τα πολιτικά τεκταινόμενα στη Γερμανία.
H ηλικία των υπουργών
Παρά το στερεότυπο, σχετικά λίγοι (το ένα τρίτο του συνόλου) είναι οι πολιτικοί που γίνονται υπουργοί μετά το 50ό έτος της ηλικίας τους. Κατά την πρώτη ανάληψη κυβερνητικής θέσης οι περισσότεροι υπουργοί ή υφυπουργοί ήσαν μεταξύ 40 και 49 ετών.
«H διάχυτη εντύπωση, ιδιαίτερα στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ότι οι έλληνες υπουργοί ήταν υπερήλικοι δεινόσαυροι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα» τονίζουν οι ερευνητές. H Νέα Δημοκρατία υπερέχει μάλιστα έναντι του ΠαΣοΚ υπουργοποιώντας σε ακόμη νεαρότερη ηλικία, αυτή των 30-39 ετών. H ελίτ του ΠαΣοΚ παρουσιάζει σχετικά υψηλότερα ποσοστά στις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες.
Στην κατηγορία των ατόμων που ανέλαβαν κυβερνητικές θέσεις σε «μικρή» ηλικία (30-39) αναφέρονται από το ΠαΣοΚ οι K. Λαλιώτης, 31 ετών, Γ. Παπανδρέου, 33, Γ. Πέτσος, 35, Π. Ρουμελιώτης, 35, I. Παπαντωνίου, 36, M. Παπαϊωάννου, 36, και Φ. Πετσάλνικος, 36 ετών.
Από το κόμμα της ΝΔ (η έρευνα διεξήχθη πριν από τις εξελίξεις που έφεραν τον πολιτικό κοντά στο ΠαΣοΚ) δεν θα μπορούσε φυσικά να παραλειφθεί ο A. Ανδριανόπουλος (30 ετών) αλλά και οι Π. Παπαληγούρας, 28, Γ. Παλαιοκρασσάς, 33, Γ. Ταταρίδης, 34, Γ. Σουφλιάς, 36, Στ. Μάνος, 36, Αντ. Σαμαράς, 38, και η κυρία Ντόρα Μπακογιάννη, 36 ετών.
Στον αντίποδα από την ομάδα αυτών που ανέλαβαν κυβερνητική θέση σε «ώριμη» ηλικία αναφέρονται από το ΠαΣοΚ ο I. Χαραλαμπόπουλος και από τη ΝΔ ο Γ. Παπούλιας, και οι δύο στα 62 τους χρόνια.
ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΝΔ H μερίδα του λέοντος σε Αθήνα και Πελοπόννησο
Σε μια προσπάθεια σύνδεσης της έρευνας με τη νέα πολιτική σκηνή, κατά τον τρόπο που έχει διαμορφωθεί μετά τις εκλογές του Μαρτίου 2004, οι ερευνητές επιχειρούν σύγκριση της κυβέρνησης του σημερινού πρωθυπουργού κ. K. Καραμανλή με την τελευταία των κυβερνήσεων Σημίτη – εκλεγείσα τον Απρίλιο του 2000. «H σύγκριση είναι απλώς ενδεικτική» σημειώνουν οι ίδιοι, «δεδομένου ότι η πρώτη ολοκλήρωσε μια τετραετή θητεία με ανασχηματισμό και αλλαγές προσώπων, ενώ η δεύτερη διανύει το δεύτερο έτος της θητείας της με μοναδική αλλαγή την παραίτηση του κ. Σ. Τσιτουρίδη». H κυβέρνηση Καραμανλή εμφανίζει τον μεγαλύτερο δείκτη ανανέωσης (78%) του υπουργικού προσωπικού κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο, αμέσως μετά την κυβέρνηση Παπανδρέου του 1981. Και σαφώς υπερτερεί στην επιχειρούμενη σύγκριση: μόλις το ένα στα τέσσερα μέλη της έχει προηγούμενη κυβερνητική θητεία, τη στιγμή που στην κυβέρνηση Σημίτη οι δύο στους τρεις διέθεταν ανάλογη εμπειρία. Στην τέως κυβέρνηση πάντως η γεωγραφική αντιπροσώπευση ήταν πιο αναλογική, ενώ στη νυν η ζυγαριά γέρνει εμφανώς προς την Αθήνα και την Πελοπόννησο. Επίσης, στη σύνθεση του σημερινού Υπουργικού Συμβουλίου λίαν ενισχυμένη εμφανίζεται η επαγγελματική κατηγορία των πανεπιστημιακών καθηγητών καθώς και η κατηγορία των κατόχων διδακτορικού. Σε όλους τους υπόλοιπους τομείς το προφίλ των δύο κυβερνήσεων δεν εμφανίζει ανατρεπτικές διαφορές: η μέση ηλικία κυμαίνεται περί τα 50 έτη, ενώ οι δικηγόροι – νομικοί συνεχίζουν να αποτελούν τον σκληρό πυρήνα.



