Δύο αιώνων πρωτιά συμπληρώνουν η Ιατρική και η Νομική Σχολή, που αποδεικνύονται πέραν πάσης αμφιβολίας οι δημοφιλέστερες σχολές της χώρας παρ’ ότι οι γιατροί και οι δικηγόροι έχουν αυξηθεί σε τέτοιο σημείο ώστε να μην είναι καθόλου βέβαιο πλέον ότι θα ωθήσουν τα νέα μέλη τους στο εσωτερικό των κοινωνικών «ελίτ». Οι δύο «ισχυρές» σχολές της χώρας ωστόσο αποδεικνύονται οι μόνες σταθερές αξίες των ελληνικών οικογενειών, χωρίς να έχουν χάσει στο ελάχιστο την αίγλη τους από εκείνη την πρώτη στιγμή, το «σωτήριον έτος» 1837, που οι πρώτοι «πελάτες» του Πανεπιστημίου Αθηνών πάτησαν το πόδι τους στο εσωτερικό του ιδρύματος και βρέθηκαν μπροστά στο πρωτόγνωρο δίλημμα «ποια σχολή να διαλέξω;». Η προσφορά περιελάμβανε τότε μόνο τέσσερις επιλογές: τη Θεολογική, τη Νομική, τη Φιλοσοφική και την Ιατρική. Εναν αιώνα μετά, τα χαρτιά μοιράστηκαν ξανά και στο τραπέζι κάθησε ένας ακόμη ισχυρότατος αντίπαλος: οι Πολυτεχνικές σχολές. Μπορεί να έχουν περάσει πολλά χρόνια, αλλά το δίλημμα παραμένει σήμερα το ίδιο ισχυρό: «Ποια σχολή να διαλέξω;». Εφέτος ειδικά και σύμφωνα με τη νέα διαδικασία εισαγωγής στα ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι μαθητές της Γ´ τάξης του Ενιαίου Λυκείου σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τους υποψηφίους των γενικών δεσμών, που θα έχουν και εφέτος ποσοστό εισαγωγής αντίστοιχο με το περυσινό θα επιλέξουν τι θα σπουδάσουν αφού ήδη θα γνωρίζουν τους τελικούς βαθμούς τους. Μέσα στο καλοκαίρι λοιπόν οι υποψήφιοι για τις σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα κληθούν να συμπληρώσουν το ειδικό μηχανογραφικό δελτίο και να αποφασίσουν: Πόσο έχουν αλλάξει τα δεδομένα της κοινωνικοοικονομικής διάρθρωσης της χώρας μας; Ποια επαγγέλματα είναι πλέον τα επιτυχημένα; Με ποια κριτήρια πρέπει να επιλέξουν; Οπως φανερώνουν τα στοιχεία που έχει συγκεντρώσει ο εκπαιδευτικός και ερευνητής κ. Χρ. Κάτσικας (και περιλαμβάνονται στη νέα έκδοση του βιβλίου του «Η ανισότητα στην ελληνική εκπαίδευση»), τα τελευταία χρόνια το 50% των υποψηφίων έχει «πρώτη επιλογή» το 10% των πανεπιστημιακών τμημάτων. Πώς έφθασαν τα πράγματα ως εκεί;
Το Πανεπιστήμιο Αθηνών ιδρύεται το 1837 και ξεκινά τη λειτουργία του με τέσσερις σχολές: τη Θεολογική, που άρχισε να λειτουργεί με οκτώ φοιτητές, τη Νομική με 23 φοιτητές, τη Φιλοσοφική με 18 φοιτητές και την Ιατρική με τέσσερις φοιτητές. Στη δεκαετία του 1840 η Ιατρική αρχίζει να κερδίζει το παιχνίδι και προσελκύει όλο και περισσότερους φοιτητές. Ηδη γύρω στους μισούς φοιτητές του Πανεπιστημίου επιλέγουν τον κλάδο της ιατρικής επιστήμης, που αρχίζει να συνδέεται με τον πλούτο και το κοινωνικό κύρος. Η δεκαετία του 1850 χαρακτηρίζεται από την άνοδο των νομικών επιστημών, που διεκδικούν ξανά την πρωτιά, εφόσον αναπτύσσεται και επεκτείνεται και η δικαστική εξουσία. Οι προτιμήσεις προς τις νομικές επιστήμες παραμένουν τον 19ο αιώνα, αφού όλες οι «υποθέσεις του κράτους» περνάνε πλέον από τα δικαστήρια. Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα όμως εμφανίζεται η πρώτη προτίμηση των νέων στις φυσικές και χημικές επιστήμες. Τα πρώτα στοιχεία εκβιομηχάνισης τη δεκαετία του 1870, οι σιδηρόδρομοι και η ατμοκίνητη ναυσιπλοΐα το 1880 και το 1890 «εισάγουν» για πρώτη φορά το μάθημα της γενικής χημείας, το οποίο και αποκτά τους πρώτους «πελάτες» του. Οι φυσικές επιστήμες σύντομα αυτονομούνται, ενώ η Φιλοσοφική Σχολή χάνει την αίγλη της ακριβώς πάνω στην αλλαγή του αιώνα. Οι φυσικοχημικές επιστήμες βέβαια παραμένουν στη «σκιά» των δύο πρώτων σχολών.
* Οι πολυτεχνικές σχολές
Μεταβολές και ανατροπές χαρακτηρίζουν τις προτιμήσεις των νέων στις Πολυτεχνικές σχολές την περίοδο των πρώτων 30 ετών της «παντοκρατορίας» τους. Μετά τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο και ως τη δεκαετία του ’70 οι πολυτεχνικές σπουδές με επίκεντρο τις σχολές των Πολιτικών Μηχανικών, των Αρχιτεκτόνων και των Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων αποτελούν «μαγνήτη» για τους νέους, αφού αντιπροσωπεύουν τις «μαγικές λέξεις»: υψηλό εισόδημα, κύρος, γόητρο. Η ζήτηση όμως τα επόμενα χρόνια μειώνεται και οι σχολές που παλιά συγκέντρωναν πολλούς φοιτητές (Μαθηματικών, Φυσικής, Χημείας κ.ά.) σιγά σιγά αποκτούν λίγους μεν, φανατικούς δε οπαδούς. Και αυτό γιατί ως τη δεκαετία του ’70 ο πτυχιούχος των παραπάνω σχολών είχε πολλές εναλλακτικές επαγγελματικές λύσεις, ανάμεσα στις οποίες και το Δημόσιο. Τα πράγματα στην πορεία όμως αλλάζουν συνολικά.
* Μηχανικοί στα αζήτητα
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα έρευνας του Ιδρύματος Μεσογειακών Μελετών και του Τεχνικού Επιμελητηρίου, την τελευταία 15ετία παρά την αύξηση των εισακτέων παρατηρείται μια μείωση του κοινωνικού ενδιαφέροντος για τις σπουδές του μηχανικού (πολιτικών μηχανικών, αρχιτεκτόνων, μηχανολόγων κ.ά.) με εξαίρεση τις «επίκαιρες» σπουδές στο αντικείμενο των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Υπάρχουν μάλιστα σήμερα σχολές του ΕΜΠ (Αγρονόμων-Τοπογράφων, Μεταλλειολόγων και Μηχανικών Παραγωγής και Ορυκτών Πόρων) στις οποίες οι εισακτέοι είναι περισσότεροι από εκείνους που θέτουν τις αντίστοιχες ειδικότητες ως πρώτες στην επιλογή τους. Αντίθετα, οι νέες σχολές που σχετίζονται με την πληροφορική, την ηλεκτρονική και την αυτοματοποίηση (προγραμματιστές, αναλυτές κ.ά.) καταλαμβάνουν κυρίαρχες θέσεις στις επιλογές των υποψηφίων αντιπροσωπεύοντας και το σύγχρονο εργασιακό μέλλον. Την τελευταία δεκαετία, 17 τμήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν ιδρυθεί ή μετονομασθεί σε τμήματα της πληροφορικής, έχοντας αποδώσει περίπου 8.000 πτυχιούχους, ενώ εξακολουθούν να «βγάζουν» 1.500 άτομα ανά έτος.
Οι μισοί υποψήφιοι της πρώην Α´ Δέσμης δίνουν πλέον στην πρώτη τους επιλογή το όνομα «Υπολογιστών και Πληροφορικής». Αυξημένος είναι και ο αριθμός αυτών που θέλουν να σπουδάσουν πολιτικοί μηχανικοί, ενώ ένας στους δέκα υποψηφίους θέλει να φοιτήσει στην αρχιτεκτονική. Μόλις δύο στους 1.000 υποψηφίους δείχνουν ενδιαφέρον για τα τμήματα Μαθηματικών, δύο στους 100 για τα έξι τμήματα Φυσικής και 16 στους 1.000(!) για τα τμήματα Γεωλογίας.
* Νομική και Ιατρική
Ανεξήγητο μεν, απολύτως αληθινό δε: τη Νομική κανένας δεν την «κουνάει» από τις πρώτες θέσεις στην επιλογή των υποψηφίων. Το 1997 είχε 7.522 άτομα που διεκδικούσαν μία από τις 580 πολυπόθητες θέσεις που διέθετε. Οι νομικές επιστήμες όμως ήταν από πολύ νωρίς συνδεδεμένες με τη διαμόρφωση των ελίτ τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες και βεβαίως ακόμη και σήμερα οι περισσότεροι βουλευτές και ευρωβουλευτές είναι νομικοί. Στο επιστημονικό πεδίο των Ανθρωπιστικών, Νομικών και Κοινωνικών Σπουδών, που αποτελεί την παλιά Γ´ Δέσμη, ένας στους τρεις υποψηφίους συμπλήρωσε πέρυσι ένα από τα τρία τμήματα της Νομικής (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κομοτηνή). Η Ψυχολογία με τα τέσσερα τμήματά της (Πάντειο, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Θεσσαλονίκη, Ρέθυμνο) ήλθε δεύτερη στις προτιμήσεις των υποψηφίων με 5.726 «πρώτες προτιμήσεις», ενώ στην τρίτη θέση βρίσκονταν τα τρία τμήματα ΜΜΕ (Πάντειο, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Θεσσαλονίκη) με 3.772 συνολικά «πρώτες προτιμήσεις» και αμέσως μετά τα εννέα τμήματα ξένων γλωσσών με 3.504 «πρώτες προτιμήσεις». Η Φιλολογία είναι αρκετά χαμηλά, τα επτά τμήματα Ιστορίας-Αρχαιολογίας και τα τέσσερα τμήματα Θεολογίας ακόμη πιο χαμηλά.
Η πρώην Β´ Δέσμη και ιδιαίτερα τα επτά ιατρικά τμήματά της με πρώτη την Ιατρική Σχολή Αθηνών έχει κάθε χρόνο 20 φορές περισσότερους υποψηφίους από τις θέσεις που διατίθενται. Στις Επιστήμες Υγείας των ΑΕΙ το 66% της «πρώτης προτίμησης» των υποψηφίων συνωστίζεται στα επτά ιατρικά τμήματα, ενώ το 8% από αυτούς έλκεται από τις οδοντιατρικές σχολές, το 4% από τις φαρμακευτικές, το 1% προτιμά την κτηνιατρική και μόνο 16 υποψήφιοι στους 8.982 επιθυμούν να εισαχθούν στη νοσηλευτική.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ Οι ευνοημένοι της αγοράς και οι «πληβείοι»
Τα πανεπιστημιακά τμήματα της πρώην Δ´ Δέσμης κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία είναι τα τμήματα που απαιτούν πολύ υψηλή βαθμολογία αλλά και «υπόσχονται» πολύ υψηλούς μισθούς, δηλαδή τα τμήματα Επιχειρησιακής Ερευνας και Μάρκετινγκ, Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής Διοίκησης, Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής κ.ά. Η δεύτερη κατηγορία συγκεντρώνει τα τμήματα στα οποία γίνονται δεκτοί και υποψήφιοι με χαμηλές επιδόσεις: Κοινωνιολογίας, Γεωγραφίας, Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πολιτικής Επιστήμης, Δημόσιας Διοίκησης. Στο πέμπτο επιστημονικό πεδίο συνολικά τα Τμήματα Επιχειρηματικής Ερευνας και Μάρκετινγκ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών συγκεντρώνουν κάθε χρόνο γύρω στις 10.000 «πρώτες προτιμήσεις». Δεύτερο στις προτιμήσεις των νέων έρχεται το Τμήμα Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής Διοικητικής του Πανεπιστημίου Πειραιά και αμέσως μετά τα εννέα τμήματα Οικονομικών Επιστημών.
Οπως δηλώνει μιλώντας στο «Βήμα» ο κ. Κάτσικας, «αν οι βλέψεις για διεκδίκηση επαγγελματικής αποκατάστασης από καλύτερη θέση δρομολογούν την ένταση ζήτησης πανεπιστημιακών σπουδών, οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας και οι μεταβολές στην επαγγελματική δομή αποτελούν τους “καταλύτες” των εκπαιδευτικών επιλογών των νέων μέσα στα ίδια τα όρια της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Οι αλλαγές στην επαγγελματική δομή, οι όροι “κίνησης” της αγοράς εργασίας αναδεικνύονται άλλοτε φορέας σωτηρίας και άλλοτε φορέας απώλειας, καθώς λειτουργούν σαν το “χέρι του Μίδα” που ό,τι αγγίζει το μετατρέπει σε χρυσάφι και ό,τι απαξιώνει το “ρίχνει στα αζήτητα”. Η στροφή του ενδιαφέροντος στην τάδε ή στη δείνα σχολή είναι απείρως διαμεσολαβημένη από την εσωτερίκευση της προοπτικής ενός ανασφαλούς εργασιακού μέλλοντος που εμφιλοχωρεί στις επιλογές και τις καθορίζει. Στα πλαίσια αυτά μπορεί να ερμηνευθούν οι υψηλές βάσεις και η καλή σειρά στην κατάταξη των σχολών των τμημάτων εκείνων που προοιωνίζονται σίγουρη δημόσια ή ιδιωτική απασχόληση, αλλά σε ένα περιβάλλον γενικευμένης εργασιακής ανασφάλειας. Η κοινωνική πραγματικότητα, όπως εσωτερικεύεται από τον υποψήφιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, προσδιορίζει τις ατομικές προτιμήσεις για το είδος των σπουδών και του επαγγέλματος. Στα πλαίσια αυτά δεν είναι διόλου ανεξήγητες οι αλλαγές στις επιλογές σπουδών των νέων».



