Οι «15» πρέπει να έχουν έτοιμη τη νέα Συνθήκη του Μάαστριχτ ως τον Ιούνιο


Σημαντικές χαρακτηρίζονται (και είναι) οι προτεραιότητες της ΕΕ για το 1997, οι περισσότερες από τις οποίες θα προωθηθούν εξαιτίας του γεγονότος ότι οι «15» θα πρέπει να έχουν μια νέα συνθήκη τον Ιούνιο του 1997, η οποία θα αντικαταστήσει εκείνη του Μάαστριχτ. Ετσι, οι κυβερνήσεις των κρατών – μελών της ΕΕ θα πρέπει κατά τη διάρκεια του Α’ εξαμήνου του 1997 να εργασθούν πυρετωδώς ώστε να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τις προκλήσεις που συνεπάγεται η θέληση των πολιτών της για οικονομική ευημερία, μείωση της ανεργίας και αύξηση της απασχόλησης, διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων, προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και καταπολέμηση της εγκληματικότητας και της απάτης.


Κατ’ αρχήν λοιπόν η ΕΕ θα προωθήσει κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους τα θέματα που σχετίζονται με τη βελτίωση των όρων οικονομικής και κοινωνικής διαβίωσης των κατοίκων της και θα αποδώσει ιδιαίτερη σημασία στην ενημέρωση των πολιτών της για τα δικαιώματά τους, βάσει της αρχής «πρώτα οι πολίτες».


Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες προτεραιότητες οι οποίες προκύπτουν, ανεξαρτήτως της επιθυμίας των πολιτών της ΕΕ για «καλύτερη ζωή». Μεταξύ των προτεραιοτήτων αναφέρονται και οι εξής:


­ Η ενίσχυση της εξωτερικής δράσης της ΕΕ, ώστε οι «15» να μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικότερη πολιτική και οικονομική επίδραση σε παγκόσμιο επίπεδο. Προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να ενισχυθούν οι δομές της Ενωσης όσον αφορά την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας και να αναπτυχθούν οι διατάξεις της συνθήκης σχετικά με την ασφάλεια και την άμυνα, όπως άλλωστε αναφέρεται και στα συμπεράσματα του Συμβουλίου του Δουβλίνου – 2 (5 Δεκεμβρίου 1996).


­ Οι θεσμικές αλλαγές, εν όψει της διεύρυνσης, οι οποίες θα πρέπει να συνδυάζουν την αποτελεσματικότερη λήψη αποφάσεων και τη διασφάλιση ότι τα όργανα αυτά θα είναι δημοκρατικότερα. Πέραν όμως των ανωτέρω, δηλαδή εκείνων των προτεραιοτήτων που θα προωθηθούν λόγω της επιθυμίας των πολιτών της ΕΕ και άλλων που θα προωθηθούν ανεξαρτήτως της θέλησής τους, υπάρχουν και ορισμένες οι οποίες συνδυάζουν τη θέληση των απλών πολιτών αλλά και τον συγκερασμό συμφερόντων. Στην τελευταία αυτή κατηγορία μπορούν να συμπεριληφθούν διάφορες δράσεις, όπως η προώθηση των θεμάτων που σχετίζονται με το εύρο, η εφαρμογή της συμφωνίας Σένγκεν σε όσο το δυνατόν περισσότερα κράτη – μέλη κλπ. Η εφαρμογή της ενδυναμώνει τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ Προωθείται η απεμπλοκή της Συμφωνίας Σένγκεν


Η Συμφωνία Σένγκεν, η οποία προβλέπει την ελεύθερη διακίνηση των πολιτών μεταξύ των κρατών που συμμετέχουν σε αυτήν, θα προωθηθεί ακόμη περισσότερο το 1997 σε σχέση με τα δύο προηγούμενα έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων αντιμετωπίσθηκαν αρκετά προβλήματα καθυστέρησης στην εφαρμογή της.


Υπενθυμίζεται ότι η Συμφωνία Σένγκεν στοχεύει στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μέσω της κατάργησης των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα των χωρών που συμμετέχουν σε αυτήν, αλλά παράλληλα στην προαγωγή μέτρων προστασίας της εσωτερικής ασφάλειας των πολιτών, άρα αυστηρούς ελέγχους στη διέλευση των εξωτερικών συνόρων.


Στόχος της ΕΕ είναι να προωθήσει κατά προτεραιότητα τη Σένγκεν εντός του 1997, διότι εκτός των άλλων η εφαρμογή της θα ενδυναμώσει την πεποίθηση των πολιτών της αφενός μεν για τα πλεονεκτήματα της απρόσκοπτης μετακίνησής τους, αφετέρου δε για την προστασία που τους παρέχεται λόγω των αυστηρών ελέγχων των εξωτερικών συνόρων.


Πρόσφατα (19/12/1996) υπεγράφησαν στο Λουξεμβούργο και νέες συμφωνίες στο πλαίσιο της Σένγκεν. Συγκεκριμένα υπεγράφησαν οι συμφωνίες προσχώρησης της Δανίας, της Σουηδίας και της Φινλανδίας αλλά και οι συμφωνίες συνεργασίας των χωρών Σένγκεν με τη Νορβηγία και τη Φινλανδία, οι οποίες δεν είναι μέλη της ΕΕ.


Εξάλλου, αποφασίσθηκε η έναρξη διαδικασιών εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν για την Ιταλία, την Αυστρία και την Ελλάδα, με προοπτική οι χώρες αυτές να εφαρμόσουν τη συμφωνία από τον προσεχή Οκτώβριο.


Υπενθυμίζεται ότι η Ελλάδα προσχώρησε στη συμφωνία στις 6 Νοεμβρίου 1992 αλλά η έλλειψη υποδομής για την προστασία κυρίως των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ την εμπόδισαν να την εφαρμόσει.


Επίσης, οι τελευταίες μετά το 1993 κυβερνήσεις επέδειξαν ιδιαίτερη ευαισθησία στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, σχετικό δε νομοσχέδιο βρίσκεται προς ψήφιση στη Βουλή.


Η εν λόγω συμφωνία υπεγράφη στις 14/6/1985 από τη Γερμανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο και στις 19/6/1990 οι ίδιες χώρες υπέγραψαν τη Σύμβαση Εφαρμογής της Συμφωνίας. Στις 27/11/1990 προσχώρησε στη συμφωνία η Ιταλία και στις 25/6/1991 η Ισπανία και η Πορτογαλία, ενώ στις 6/11/1992 η Ελλάδα και λίγες ημέρες αργότερα η Αυστρία.


Επί του παρόντος τη συμφωνία εφαρμόζουν η Γερμανία, η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, η Ισπανία και η Πορτογαλία. Τα κράτη – μέλη πρέπει να ακολουθήσουν πιστά τα προγράμματα ώστε να τηρηθούν τα κριτήρια Η Σύγκλιση απαιτεί και νέες θυσίες


Μεταξύ των προτεραιοτήτων της ΕΕ κατά το τρέχον έτος περιλαμβάνεται και η προώθηση όλων των απαραίτητων διαδικασιών για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της κοινοτικής οικονομίας και την προετοιμασία της εισαγωγής του εύρου ως κοινού νομίσματος.


Τούτο σημαίνει μεταξύ άλλων ότι τα κράτη – μέλη της ΕΕ θα πρέπει να τηρήσουν απαρέγκλιτα τα Προγράμματα Σύγκλισης προκειμένου να πραγματοποιηθούν μερικά ακόμη βήματα προς την κατεύθυνση της τήρησης των κριτηρίων σύγκλισης της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Υπενθυμίζεται ότι για την ένταξη μιας χώρας – μέλους της ΕΕ στην Γ’ φάση της ΟΝΕ θα πρέπει το έλλειμμά της να μην ξεπερνά το 3% του ΑΕΠ, ο ετήσιος πληθωρισμός να μην είναι ανώτερος του μέσου όρου των τριών χωρών με τις καλύτερες επιδόσεις συν 1,5 ποσοστιαία μονάδα και το δημόσιο χρέος να μην ξεπερνά το 60% του ΑΕΠ. Επίσης, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια να μην αποκλίνουν περισσότερο από δύο μονάδες από τον μέσο όρο των τριών χωρών με τις καλύτερες επιδόσεις.


Σημειώνεται ότι επισήμως κανένα κράτος – μέλος δεν αρνείται την αναγκαιότητα τήρησης των ανωτέρω κριτηρίων, αν και όλα τα θεωρούν ιδιαίτερα αυστηρά. Εκείνο που προέχει τώρα είναι η αξιόπιστη καταγραφή των οικονομικών μεγεθών που αναφέρονται στα κριτήρια, δεδομένου ότι σε ορισμένα κράτη – μέλη διαπιστώνεται αλλοίωση των στοιχείων που παρέχονται στις αρμόδιες υπηρεσίες του Συμβουλίου Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (Eco/Fin) για το δημόσιο χρέος κυρίως.


Η Ελλάδα πάντως δεν περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών των κρατών – μελών. Αλλωστε είναι το μόνο κράτος – μέλος το οποίο έχει αποδεχθεί ότι δεν πρόκειται να συμπεριλαμβάνεται μεταξύ της «πρώτης ομάδας χωρών» που θα ενταχθούν στην Γ’ φάση της ΟΝΕ το 1999, αν εξαιρέσει κανείς τη Βρετανία η οποία γενικώς δεν επιθυμεί να ενταχθεί.


Το 1997 θα αποδειχθεί πάντως έτος καθοριστικής σημασίας για την πορεία της ΟΝΕ, πορεία η οποία εξαρτάται από τις εξελίξεις της οικονομίας των κρατών – μελών της ΕΕ.


Αν οι εξελίξεις στην οικονομία των ισχυρότερων κυρίως κρατών – μελών είναι θετικές, τότε δεν θα μπορεί να αμφισβητηθεί πλέον από κανέναν η ομαλή πορεία μετάβασης προς την Γ’ φάση της ΟΝΕ.


Αντιθέτως, αν η οικονομία τους παρεκκλίνει των μεγεθών που αναφέρονται στα Προγράμματα Σύγκλισης, τότε ανεξάρτητα από τις επιθυμίες των οποιωνδήποτε η Γ’ φάση θα αναβληθεί χρονικά.


Για όλους τους ανωτέρω λόγους, μία εκ των προτεραιοτήτων των «15» θα είναι η τήρηση των όσων αναφέρονται στα Προγράμματα Σύγκλισης. Οι νέες χώρες απέναντι στη διεύρυνση


Οι διαπραγματεύσεις, διαβουλεύσεις και συνομιλίες μεταξύ των «15» αλλά και μεταξύ αυτών και των υποψηφίων για ένταξη χωρών θα αποκτήσουν ιδιαίτερη βαρύτητα καθ’ όλο το 1997, παράλληλα με τις συζητήσεις στο πλαίσιο της Διακυβερνητικής Διάσκεψης.


Δεδομένου ότι άμεση προτεραιότητα της ΕΕ είναι η συμφωνία επί μιας νέας συνθήκης την οποία θα πρέπει να εφαρμόσουν και οι τρίτες, υπό ένταξη τώρα, χώρες δεν είναι δυνατόν παρά να διαβουλεύεται συνεχώς και επί παντός επιστητού με τις χώρες αυτές.


Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι η ΕΕ θα υιοθετήσει ένα κείμενο της νέας συνθήκης το οποίο θα προκύψει από τις διαβουλεύσεις με τις τρίτες χώρες, σημαίνει όμως ότι δεν μπορεί να αγνοήσει τις δυνατότητες και τις προοπτικές των χωρών τις οποίες θα δεχθεί στους κόλπους της. Ετσι, η ΕΕ είναι υποχρεωμένη να παρακολουθεί την οικονομική και κοινωνική πορεία τών υπό ένταξη χωρών αλλά παράλληλα να συνεχίσει το πρόγραμμα «επιμόρφωσης και κατάρτισης» πλήθους κατοίκων των χωρών αυτών σε θέματα εμπορικής πολιτικής, κοινοτικής νομοθεσίας, τραπεζικού συστήματος, ακόμη και δημοκρατίας και διαφάνειας.


Η ΕΕ γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι σε θέση να επιβάλει τους δικούς της όρους ένταξης των τρίτων χωρών, αλλά γνωρίζει εξίσου πολύ καλά ότι οι χώρες αυτές θα πρέπει να προετοιμασθούν έγκαιρα.


Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει και η ΕΕ να γνωρίζει όλα τα δεδομένα για τις χώρες αυτές αλλά και να τις προετοιμάσει σωστά για την ένταξή τους.


Πρόκειται για ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο, που δεν παύει όμως να αποτελεί μία ακόμη προτεραιότητα της ΕΕ για το 1997.