Ο τροχονόμος ο οποίος επιχειρούσε προ μερικών μηνών να απεγκλωβίσει τους βαρύτατα τραυματισμένους επιβάτες από τα συντρίμμια ενός αυτοκινήτου διέκρινε μια περίεργη μετασκευή και ένα πρόσθετο τμήμα στον… συμπλέκτη του οχήματος που εισήλθε για ανεξήγητο λόγο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προξενώντας μια πολύνεκρη, μετωπική σύγκρουση. Οπως διαπιστώθηκε από τις περαιτέρω έρευνες των αστυνομικών, ο οδηγός του μοιραίου οχήματος ήταν ανάπηρος, είχε τεχνητό μέλος και είχε κάνει τις μετασκευές στο ποδόπληκτρο μόνος του για να διευκολυνθεί στις κινήσεις του. Και μια απότομη κίνησή του έστειλε το όχημα στο αντίθετο ρεύμα με τραγικά αποτελέσματα. Οι αστυνομικοί που ερεύνησαν την υπόθεση δεν ανακάλυψαν κανένα σχετικό έγγραφο το οποίο να καταδεικνύει την αναπηρία του οδηγού. Για τις αρχές ήταν υγιέστατος και αρτιμελής αλλά ουσιαστικά έπρεπε να του έχει αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης. Η ενδεικτική αυτή υπόθεση είναι μία από τις δεκάδες χιλιάδες «αφανείς» περιπτώσεις οδήγησης οχημάτων από άτομα τα οποία, όπως έχουν διαπιστώσει οι αξιωματικοί της Τροχαίας, λόγω σημαντικών παθήσεων, αναπηριών και ψυχικών διαταραχών δεν έπρεπε να κρατούν τιμόνι. Κι όμως οδηγούν, αποτελώντας λόγω κινδύνου αιφνιδιαστικής εκδήλωσης της πάθησής τους εν δυνάμει… δολοφόνους της ασφάλτου. Και οι γιατροί που έχουν διαγνώσει την πάθησή τους, παρ’ ό,τι όφειλαν, δεν ενημερώνουν τις αρχές γι’ αυτό. Ετσι πολλές φορές πίσω από τη φράση «εισήλθε για άγνωστο λόγο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας» μπορεί να κρύβεται ένα βεβαρημένο ιατρικό μητρώο και μία σειρά από μοιραίες παραλείψεις αλλά και έκνομες ενέργειες.
Την καθιέρωση ενός μηχανογραφικού συστήματος επανελέγχου των αδειών οδήγησης ατόμων με ειδικές παθήσεις ή διαταραχές επιζητά και προωθεί η Διεύθυνση Τροχαίας του υπουργείου Δημόσιας Τάξης. Παράλληλα έχει τεθεί σε άμεση προτεραιότητα το ζήτημα του τρόπου ενημέρωσης των αρμόδιων υπηρεσιών και της αφαίρεσης του διπλώματος από σοβαρά ασθενείς που επιμένουν να οδηγούν.
Οπως αναφέρεται σε ειδική μελέτη γιατρών που ερεύνησαν το θέμα έπειτα από εντολές της Τροχαίας και του προϊσταμένου της αρμόδιας Διεύθυνσης Σ. Τσεννέ, «περίπου το 10%-20% των τροχαίων ατυχημάτων παραμένει ανεξιχνίαστο όσον αφορά το αρχικό αίτιο. Πιστεύεται ότι ένα μέρος από τα ατυχήματα αγνώστου αιτίας οφείλεται σε παθήσεις που επηρεάζουν την εγρήγορση ή την κινητικοαισθητηριακή ικανότητα του οδηγού. Ορισμένες από αυτές τις παθήσεις εκδηλώνονται για πρώτη φορά κατά τη στιγμή του ατυχήματος ενώ κάποιες άλλες προϋπάρχουν και θα πρέπει να είναι απαγορευτικές όσον αφορά τη συνέχιση της οδήγησης». Οπως σημειώνεται στην έκθεση, περίπου 2.000 άτομα υποβάλλονται ετησίως σε επεμβάσεις εγκεφάλου και 50.000 πάσχουν από επιληπτικές κρίσεις. Οι περισσότεροι εξ αυτών είναι πιθανό να οδηγούν ανέτως και χωρίς έλεγχο το αυτοκίνητό τους.
«Εχω δει πελάτες μου που έχουν χειρουργηθεί επειδή είχαν όγκο στο κεφάλι, οι οποίοι έχουν παρενέργειες λόγω της σοβαρότητας της πάθησής τους, να συνεχίζουν να οδηγούν παρά τις περί του αντιθέτου συστάσεις μου» αναφέρει ο κ. Γ. Στράντζαλης, νευροχειρουργός, διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της άτυπης γνωμοδοτικής επιτροπής που συγκροτήθηκε έπειτα από πρωτοβουλία της Διεύθυνσης Τροχαίας Αθηνών. Από την άλλη πλευρά ο πρόεδρος της Ενωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών και μέλος των ομάδων εργασίας του υπουργείου Μεταφορών κ. Γ. Σκούρτης υπογραμμίζει ότι «ετησίως στον ελληνικό χώρο σημειώνονται 250.000-280.000 ατυχήματα. Θα μπορούσαμε να είχαμε μείωση αυτού του αριθμού κατά 30%-40% αν υπήρχε επαρκής έλεγχος της αξιοπιστίας του οδηγού».
Το κενό του νόμου
Η υπάρχουσα νομοθεσία (υπουργική απόφαση 107000/1500/1990, άρθρο 7) προβλέπει την ενημέρωση των αρχών σε περίπτωση πάθησης ενός κατόχου αδείας οδήγησης, λόγω όμως έλλειψης κυρώσεων και ελεγκτικών μηχανισμών αυτή καταστρατηγείται. Ούτε οι γιατροί ούτε βεβαίως οι ασθενείς οδηγοί ενημερώνουν τις υπηρεσίες του υπουργείου Μεταφορών. Ο πολίτης μπορεί να βγάζει άδεια οδήγησης 20 ή 25 ετών και ως τα 60 χρόνια του που ο νόμος επιβάλλει να ανανεώσει την άδειά του, έπειτα από ιατρικές εξετάσεις, ουδείς γνωρίζει τι έχει μεσολαβήσει, κατά πόσο είναι αρτιμελής, υγιής και ψυχικά ισορροπημένος.
Η Διεύθυνση Τροχαίας έχει προχωρήσει στην αποστολή ενημερωτικών εγγράφων προς το υπουργείο Μεταφορών, ζητώντας την καθιέρωση του μηχανογραφικού συστήματος το οποίο υπάρχει σε όλη την Ευρώπη και προβλέπει την καταβολή υψηλών προστίμων σε γιατρούς και οδηγούς που δεν ενημερώνουν τις αρχές για την πάθησή τους. Και αυτό συνδυαζόμενο με αυστηρούς ελέγχους των τροχονόμων αλλά και των αστυνομικών. Από την άλλη πλευρά, έχει προταθεί στις ομάδες εργασίας του υπουργείου Μεταφορών που συνεδριάζουν τις τελευταίες ημέρες να δημιουργηθεί το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο ώστε οι γιατροί όταν προχωρούν στη διάγνωση κάποιας πάθησης να ενημερώνουν αμέσως τις αρχές ώστε να κρατείται το δίπλωμα οδήγησης, το οποίο να παραδίδεται έπειτα από τυχόν νέα γνωμάτευση του γιατρού. Τέλος, εκπρόσωπος της Διεύθυνσης Οδικής Κυκλοφορίας του υπουργείου Μεταφορών τόνισε ότι «το ζήτημα καθιέρωσης συστήματος επανελέγχου των αδειών οδήγησης ατόμων με ειδικές παθήσεις ή διαταραχές θεωρείται υψίστης σημασίας για την οδική ασφάλεια και θα υπάρξει άμεση λήψη μέτρων μετά τις προτάσεις των ομάδων εργασίας του υπουργείου Μεταφορών».



