Τι είναι, πώς λειτουργούν και ποιες τράπεζες λανσάρουν τα νέα προϊόντα capital guarantee



Διαφοροποίηση της επενδυτικής τακτικής επιβάλλει το νέο περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων του ενιαίου νομίσματος αναγκάζοντας τους επενδυτές που βλέπουν τις απλές καταθέσεις να αποδίδουν σχεδόν μηδενικό τόκο να στραφούν σε πιο σύνθετες επενδύσεις, συνδυασμούς ρίσκου και απόδοσης. Η νέα συγκυρία γέννησε τα προϊόντα capital guarantee, τα οποία λανσάρισαν πρώτες οι ιδιωτικές τράπεζες, ενώ αναμένεται να υιοθετηθούν και από τις κρατικές, αφού, σύμφωνα με πληροφορίες, η Εθνική σχεδιάζει και πρόκειται ενδεχομένως και εντός του μηνός να ανακοινώσει προϊόντα εγγυημένου κεφαλαίου που θα προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία εισόδου και εξόδου για τον επενδυτή.


Τα προϊόντα εγγυημένου κεφαλαίου είναι επενδύσεις που προστατεύουν μέρος του ή ολόκληρο το αρχικό κεφάλαιο, ενώ οι αποδόσεις τους είναι συνδεδεμένες με έναν χρηματιστηριακό δείκτη ή ένα «καλάθι» από μετοχές ή δείκτες. Στην Ελλάδα διατίθενται κυρίως σε μορφή προθεσμιακής κατάθεσης για καλύτερη δυνατή φορολογική αντιμετώπιση. Με αυτόν τον τρόπο το ποσό που λαμβάνει ο επενδυτής στη λήξη της κατάθεσης είναι εγγυημένα ένα ποσοστό του αρχικού κεφαλαίου (συνήθως 100%) συν ένα ποσοστό συμμετοχής στην υπερ-απόδοση του υποκειμένου δείκτη.


Οπως εκτιμούν τραπεζίτες, τα προϊόντα αυτά θα γίνουν ακόμη πιο σύνθετα κατόπιν συνεργασιών ελληνικών τραπεζών με διεθνείς επενδυτικούς οίκους που διαθέτουν ήδη την τεχνογνωσία. Στο πλαίσιο αυτό, τα προϊόντα εγγυημένου κεφαλαίου αναμένεται να ακολουθήσουν συνθετικά αμοιβαία κεφάλαια (όπως εμφανίστηκαν προ πενταετίας τα synthetic swaps), συνδυασμοί καταθετικών προϊόντων και παραγώγων κ.ά.


Οι καταθέσεις εγγυημένου κεφαλαίου απευθύνονται κυρίως σε επενδυτές με μεσοπρόθεσμο ορίζοντα που σε ένα περιβάλλον εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων και αυξημένου ρίσκου στις χρηματιστηριακές αγορές ψάχνουν για εναλλακτικές τοποθετήσεις με προοπτικές υψηλότερης απόδοσης από τις παραδοσιακές καταθέσεις και με εξασφάλιση του κεφαλαίου τους. Επίσης απευθύνονται σε διευθυντές διαχείρισης διαθεσίμων (Treasurers) εταιρειών και επιχειρήσεων, οι οποίοι αναζητούν ασφαλείς τοποθετήσεις σε καλές μετοχές μεγάλης κεφαλαιοποίησης για την επίτευξη υψηλών αποδόσεων.


Από την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού


Τα προΪόντα εγγυημένου κεφαλαίου πρωτοεμφανίστηκαν στις ΗΠΑ κατά τα τέλη της δεκαετίας ’80-’90, όπου είχαν μεγάλη απήχηση στους επενδυτές. Αργότερα έκαναν την εμφάνισή τους και στην Ευρώπη, ιδιαίτερα σε χρηματιστηριακά ανεπτυγμένες χώρες, όπως η Γαλλία, το Βέλγιο, η Γερμανία και η Μεγάλη Βρετανία. Τα τελευταία δύο τρία χρόνια τα προϊόντα αυτά εισέβαλαν και σε χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία και αργότερα η Πορτογαλία, ενώ κατά το τελευταίο έτος παρατηρήθηκε μια άνθηση των capital guarantee και στην Ελλάδα με αρκετά έντονο ενδιαφέρον.


Πώς λειτουργούν


Τα προϊόντα εγγυημένπου κεφαλαίου παρέχουν τη δυνατότητα πραγματοποίησης κερδών ακόμη και σε μια πτωτική αγορά καθώς η λειτουργία τους στηρίζεται σε παράγωγα προϊόντα. Οπως είναι γνωστό, παράγωγα προϊόντα μπορούν να «στηθούν» πάνω σε θετικά ή αρνητικά σενάρια για την πορεία των αγορών, των χρηματιστηριακών δεικτών, των τιμών των μετοχών και των εμπορευμάτων κτλ. Ετσι μπορεί κανείς να «ποντάρει» στην πτώση της Σοφοκλέους και να κερδίσει


Η λειτουργία των προϊόντων εγηυημένου κεφαλαίου είναι σχετικά απλή: το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων που συγκεντρώνονται κατά την περίοδο της εγγραφής τοποθετούνται σε προθεσμιακές καταθέσεις ή σε ομόλογα χωρίς κουπόνια (zero coupon). Οι τίτλοι αυτοί πουλιούνται σε τιμή μικρότερη της ονομαστικής αξίας τους, όπως συμβαίνει με τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου. Η διάρκειά τους ή των καταθέσεων είναι ίση με τον χρόνο δέσμευσης των χρημάτων των επενδυτών, δηλαδή αντίστοιχη με τον χρονικό ορίζοντα της επένδυσης, καθώς είναι απαραίτητη η δέσμευσή τους προς επένδυση ποσού για ένα προσυμφωνημένο χρονικό διάστημα. Το ύψος των κεφαλαίων των επενδυτών που τοποθετούνται σε τίτλους ή καταθέσεις είναι τόσο ώστε στη λήξη της επένδυσης το κεφάλαιο συν τους τόκους να ισούται με το ποσό που συγκεντρώθηκε αρχικά.


Αν, π.χ., έχει συγκεντρωθεί ποσό 100 εκατ. δρχ., τα 85 εκατ. δρχ. τοποθετούνται σε τίτλους ή καταθέσεις με επιτόκιο τέτοιο που ύστερα από δύο χρόνια, στη λήξη του προϊόντος, να έχουν γίνει 100 εκατ. δρχ., όσο δηλαδή το σύνολο των χρημάτων των επενδυτών. Με τον τρόπο αυτόν εξασφαλίζεται το κεφάλαιό τους. Τα υπόλοιπα 15 εκατ. δρχ. οι διαχειριστές τα επενδύουν σε παράγωγα προϊόντα ποντάροντας, π.χ., στην άνοδο της Σοφοκλέους. Ετσι αν στη λήξη της επένδυσης το Χρηματιστήριο έχει ανεβεί π.χ. κατά 30%, η απόδοση των χρημάτων που έχουν επενδυθεί θα είναι μέρος αυτής, ανάλογα με τους όρους του προϊόντος. Αν δηλαδή έχει συμφωνηθεί να είναι το ένα τρίτο αυτό, η απόδοση θα είναι 10%.


Αντιστοίχως το προϊόν μπορεί να ποντάρει στην πτώση του Χρηματιστηρίου, στη μεταβολή κλαδικών δεικτών, ισοτιμιών νομισμάτων, σε κάποιον συνδυασμό των παραπάνω κτλ. Μάλιστα οι τράπεζες παρέχουν τη δυνατότητα και για τη δημιουργία τέτοιου είδους προϊόντων ανάλογα με τις ανάγκες των πελατών τους. Μπορούν δηλαδή για κάποιον μεγάλο πελάτη τους ή ομάδα πελατών τους με κεφάλαιο π.χ. τουλάχιστον 1 εκατ. δολάρια να δημιουργήσουν κάποιο συγκεκριμένο προϊόν το οποίο να επενδύει σε αυτό που θεωρούν ότι μπορεί να τους αποφέρει στο μέλλον τις υψηλότερες αποδόσεις.