ΛΟΝΔΙΝΟ, Aνταπόκριση
Δημήτρης Μαυροκεφαλίδης
Μια φωτογραφία από την Ντάουνινγκ Στριτ αποτυπώνει μια στιγμή επισημότητας: ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Κιρ Στάρμερ κάθεται απέναντι από τον ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, στην επιβλητική επίσημη πρωθυπουργική κατοικία την περασμένη Τρίτη. O Στάρμερ δήλωσε ότι «η προσοχή πρέπει να παραμείνει στην Ουκρανία» παρά την κλιμάκωση του πολέμου με το Ιράν σε όλη τη Μέση Ανατολή.
Πέρα από τον Ατλαντικό, η μετρημένη προσέγγιση του Στάρμερ δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επέκρινε δημόσια το Λονδίνο, λέγοντας ότι «δεν είναι ευχαριστημένος» και ότι «θα έπρεπε να συμμετέχει με ενθουσιασμό» στις προσπάθειες επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ. Ο Τραμπ ξεχώρισε το Ηνωμένο Βασίλειο ως «Rolls-Royce των συμμάχων», τονίζοντας την προσωπική του απογοήτευση και υποστηρίζοντας ότι ο Στάρμερ θα έπρεπε να ενεργήσει αποφασιστικά.
Πηγές από το Λονδίνο, ωστόσο, τονίζουν ότι ο βρετανός πρωθυπουργός εξισορροπεί τις στρατιωτικές εκτιμήσεις με την ανάγκη να ενεργήσει υπεύθυνα. Το αντιτορπιλικό Type 45 HMS Dragon αναπτύχθηκε για να προστατεύσει τη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι της Κύπρου, η οποία πρόσφατα έγινε στόχος drone, σηματοδοτώντας τη δέσμευση της Βρετανίας να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της χωρίς να κλιμακώσει σε επιθετικές επιχειρήσεις.
Περιορισμένες επιλογές
«Οι επιλογές του Ηνωμένου Βασιλείου είναι περιορισμένες. Η κυβέρνηση δέχεται σημαντική πίεση από τη διοίκηση Τραμπ για να συμβάλει στην απομάκρυνση του ιρανικού καθεστώτος, αλλά προς το παρόν η προσοχή επικεντρώνεται στην προστασία των βρετανικών συμφερόντων. Το Λονδίνο σαφώς δεν θέλει να εμπλακεί στον πόλεμο» είπε στο «Βήμα» ο Αντριου Μάμφορντ, καθηγητής Σπουδών Πολέμου στο Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ. Ο δρ Ντάφιντ Τάουνλι, που διδάσκει Διεθνή Ασφάλεια στο Πανεπιστήμιο του Πόρτσμουθ, συμφώνησε ότι «οι επιλογές του Ηνωμένου Βασιλείου είναι περιορισμένες, εν μέρει λόγω των δεσμεύσεων σε άλλα μέρη του κόσμου, αλλά και λόγω των μειωμένων δυνατοτήτων που είναι αποτέλεσμα της μεταψυχροπολεμικής μείωσης των αμυντικών δαπανών».
Ο δρ Ντάριους Γουεϊνράιτ, λέκτορας Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ, μας έθεσε την παράμετρο της εστίασης στην Ευρώπη. «Τα τελευταία χρόνια, οι προσπάθειες και η χρηματοδότηση του Βασιλικού Ναυτικού έχουν επικεντρωθεί στην αντιμετώπιση της ρωσικής απειλής, δεν υπάρχουν οι πόροι για να ανταποκριθεί και στα δύο».
Mιλώντας στο «Βήμα», ο απόστρατος συνταγματάρχης του Βρετανικού Στρατού Σάιμον Ντίγκινς, πρώην στρατιωτικός ακόλουθος στην Καμπούλ, εξήγησε το στρατηγικό δίλημμα που αντιμετωπίζει το Λονδίνο: «Θα έλεγα ότι αυτός ο πόλεμος έχει αναδείξει ορισμένα δύσκολα ζητήματα γύρω από την ειδική σχέση με τις ΗΠΑ. Στο παρελθόν η σχέση βασιζόταν πάντα στην ιδέα ότι η Αμερική είναι ένας από τους πιο στενούς συμμάχους μας… Ετσι, το γεγονός ότι η κυβέρνηση ήταν απρόθυμη να στηρίξει τις ΗΠΑ στο Ιράν, αν και δεν είναι εντελώς πρωτοφανές, πηγαίνει ενάντια στη γενικότερη κατεύθυνση που υπήρχε». Σύμφωνα με τον Ντίγκινς, η στάση του Ηνωμένου Βασιλείου πηγάζει εν μέρει από τη νομικιστική επιφυλακτικότητα του Στάρμερ. Με υπόβαθρο στη νομική και περιτριγυρισμένος από νομικούς συμβούλους, ο βρετανός πρωθυπουργός δίνει έμφαση στο διεθνές δίκαιο και στη δράση αμυντικού και όχι επιθετικού χαρακτήρα.
Ιστορικές αναλογίες
Δεν είναι η πρώτη στιγμή έντασης στη λεγόμενη «ειδική σχέση» ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ. «Κατά την πρώτη προεδρία του προέδρου Τραμπ, υπήρχε ένας βαθμός σκεπτικισμού για το ΝΑΤΟ. Το 2014, ο Πούτιν εισέβαλε στην Κριμαία. Αν κοιτάξετε τις αμυντικές μας δαπάνες, το απόλυτο χαμηλότερο σημείο ήταν το 2016 – 1,6%. Ετσι, υπήρχαν ερωτήματα (στην Ουάσιγκτον) για το πόσο αξιόπιστοι ήταν οι Ευρωπαίοι» πρόσθεσε ο Ντίγκινς. Οι προσωπικοί δεσμοί του Τραμπ με τη Βρετανία, ιδιαίτερα μέσω της μητέρας του που γεννήθηκε στη Δυτική Σκωτία, προσθέτουν μία ακόμα παράμετρο: «Παίρνει πολύ προσωπικά το ότι δεν τον στηρίζει η χώρα που αποτελεί μέρος της ταυτότητάς του».
O δρ Σαμ Εντουαρντς, ιστορικός στο Πανεπιστήμιο του Λάφμπορο, μας είπε ότι «η “ειδική σχέση” έχει σαφώς πληγεί τις τελευταίες ημέρες, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση η πρώτη φορά που υπάρχει ένταση μεταξύ Λονδίνου και Ουάσιγκτον. Η κρίση του Σουέζ το 1956 ήταν ένα πραγματικά χαμηλό σημείο· όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η σχέση επανήλθε σε σταθερή βάση. Παρομοίως, κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Βιετνάμ, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αρνήθηκε να στείλει βρετανικά στρατεύματα να πολεμήσουν στο πλευρό των Αμερικανών. Μέχρι τη δεκαετία του 1980 ωστόσο, η σχέση έγινε ξανά στενή. Οι τρέχουσες εντάσεις δεν είναι απαραίτητα μοιραίες για την “ειδική σχέση”». Πρόσθεσε ότι «δεν υπάρχει διάθεση από το βρετανικό κοινό για έναν ευρύτερο ρόλο στην κλιμακούμενη σύγκρουση. Και αυτό, επίσης, αποτελεί παράγοντα που διαμορφώνει τις αποφάσεις της κυβέρνησης».
Συμβολική κίνηση
Η ανάπτυξη του HMS Dragon στην Κύπρο είναι σε μεγάλο βαθμό συμβολική αλλά τεχνικά ικανή. «Η αποστολή του “HMS Dragon” στην Κύπρο αντικατοπτρίζει την προσέγγιση της κυβέρνησης ότι οποιαδήποτε αντίδραση θα πρέπει να υπερασπίζεται μόνο τα βρετανικά συμφέροντα» είπε ο δρ Γουεϊνράιτ. Ο καθηγητής Μάμφορντ συμφωνεί: «Η αποστολή του “HMS Dragon” είναι μια σημαντική συμβολική κίνηση για τους Κυπρίους, αλλά η παρουσία του δεν θα έχει μεγάλη επίδραση, δεδομένου του μεγαλύτερου αριθμού πλοίων άλλων χωρών».
Ο Γουίν Ρις, καθηγητής στη Σχολή Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ, τόνισε τις δυνατότητες του «HMS Dragon»: «Είναι ένα αντιτορπιλικό με εξελιγμένο σύστημα αεράμυνας. Επιτρέπει στο Ηνωμένο Βασίλειο να υπερασπιστεί τις βάσεις του στην Κύπρο και τα αεροσκάφη Typhoon που επιχειρούν από εκεί». O Ντάνιελ Πλες, καθηγητής Διπλωματίας και Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο SOAS του Λονδίνου, πρόσθεσε ότι «το “HMS Dragon” μπορεί να καταρρίπτει εισερχόμενους πυραύλους σε ακτίνα 120 χιλιομέτρων και να διαχειρίζεται πολλές επιθέσεις ταυτόχρονα σε διάμετρο 240 χιλιομέτρων».
Λεπτή ισορροπία
Ο καθηγητής Μάμφορντ σημείωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει ευθυγραμμισμένο με την Ευρώπη, παρά τις προσδοκίες της Ουάσιγκτον: «Φαίνεται να υπάρχει μια αρκετά ενιαία ευρωπαϊκή θέση. Πρόκειται για έναν πόλεμο επιλογής των ΗΠΑ και του Ισραήλ που θα έχει συνέπειες για την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένου του οικονομικού αντίκτυπου των υψηλότερων τιμών πετρελαίου και των διαταραχών στις αλυσίδες εφοδιασμού».
Καθώς η σύγκρουση με το Ιράν εξελίσσεται, το Λονδίνο αναμένεται να διατηρήσει αμυντική στάση, παρέχοντας περιορισμένη στήριξη στους συμμάχους μέσω δυνατοτήτων κατά ναρκοθέτησης, τεχνολογίας κατά drones και στρατηγικής τοποθέτησης ναυτικών μέσων. «Το Ηνωμένο Βασίλειο ιδανικά θα επιδίωκε να αποκλιμακωθεί αυτή η σύγκρουση. Αν ο πόλεμος διαρκέσει για μερικούς ακόμα μήνες, θα πρέπει να προτείνει να διαθέσει πλοία για την επιτήρηση των Στενών του Ορμούζ» μας είπε ο δρ Τάουνλι.



