Τη νύχτα της 7ης προς 8η Μαρτίου, το Ισραήλ έπληξε τέσσερις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις μέσα και γύρω από την Τεχεράνη, στο πλαίσιο ευρύτερων επιθέσεων σε περισσότερες από 30 ενεργειακές υποδομές του Ιράν.

Πυκνοί μαύροι, τοξικοί καπνοί σκέπασαν την πόλη, ενώ η αιθάλη και οι ρύποι επέστρεψαν στο έδαφος σαν «μαύρη βροχή», περνώντας και στα δίκτυα απορροής, με φόβους για ρύπανση επιφανειακών και υπόγειων υδάτων σε μια μητρόπολη άνω των εννέα εκατομμυρίων κατοίκων. Λίγες ημέρες αργότερα, η οικολογική ζημιά του πολέμου εμφανίστηκε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το κύριο πεδίο της σύγκρουσης, κοντά στις ακτές της Σρι Λάνκα.

Ο τορπιλισμός της ιρανικής φρεγάτας «Ντένα» από αμερικανικές δυνάμεις προκάλεσε πετρελαιοκηλίδα μήκους 20 χιλιομέτρων, απειλώντας οικολογικά ευαίσθητες παράκτιες ζώνες, με τις τοπικές αρχές της Σρι Λάνκα να έχουν ήδη ξεκινήσει δειγματοληψίες και επιχειρήσεις καθαρισμού.

Αυτά είναι μόνο δύο από 300 και πλέον κρίσιμα περιβαλλοντικά περιστατικά που κατέγραψε, μέσα στις πρώτες 11 ημέρες του πολέμου, σε 12 χώρες της ευρύτερης περιοχής, το Παρατηρητήριο Συγκρούσεων και Περιβάλλοντος (Conflict and Environment Observatory, μη κυβερνητική οργάνωση με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο), με 232 από αυτά να έχουν ήδη αξιολογηθεί ως προς τον περιβαλλοντικό τους κίνδυνο. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι συχνότεροι στόχοι αφορούσαν στρατιωτικές υποδομές, ενώ τουλάχιστον 12 εμπορικά πλοία είχαν πληγεί σε λιμάνια ή στον Περσικό Κόλπο ως τις 11 Μαρτίου, όπου στην αρχή της αμερικανικής επιχείρησης «Επική Οργή» βρίσκονταν αγκυροβολημένα περίπου 150 δεξαμενόπλοια με αργό πετρέλαιο και LNG.

Τόνοι διοξειδίου του άνθρακα

Μόλις στις δύο πρώτες εβδομάδες από την έναρξή του, ο πόλεμος παρήγαγε περισσότερους από 5 εκατ. τόνους ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα (CO2e), ποσότητα που ξεπερνάει τις αντίστοιχες μέσες ετήσιες εκπομπές της Ισλανδίας.

Αυτό καταδεικνύει πρόσφατη ανάλυση του προοδευτικού αμερικανικού κλιματικού και οικονομικού think tank Climate and Community Insitute.

Σχεδόν το 50% των εκπομπών CO2e προήλθε από τα κατεστραμμένα σπίτια, κτίρια και υποδομές, ενώ σχεδόν 1,8 εκατ. τόνοι CO2e αποδόθηκαν σε καύσιμα που κάηκαν σε πετρελαϊκές δεξαμενές, εγκαταστάσεις και δεξαμενόπλοια.

Μιλώντας στο «Βήμα» ο Πάτρικ Μπίγκερ, εκτελεστικός διευθυντής του Climate and Community Institute και βασικός συγγραφέας της ανάλυσης, χαρακτήρισε τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή ως «καίριο σημείο τομής μεταξύ της γεωπολιτικής και της γεωοικονομίας». Οπως επισημαίνει, «οι απρόκλητες στρατιωτικές επιθέσεις που επικεντρώνονται σε ενεργειακές υποδομές είναι απολύτως μια μορφή κλιματικής αποσταθεροποίησης».

Το προηγούμενο της Ουκρανίας είναι αποκαλυπτικό. Σύμφωνα με τον κ. Μπίγκερ, οι ρωσικές επιθέσεις δημιούργησαν τεράστια απροσδόκητα κέρδη για αμερικανικές εταιρείες ορυκτών καυσίμων μέσω της διεύρυνσης της αγοράς LNG. Αυτά τα κέρδη, αναφέρει στο «Βήμα», «διοχετεύονται ξανά σε νέες εξορύξεις και νέα παραγωγή σε όλον τον κόσμο».

Θεωρητικά, προσθέτει, η Ευρώπη θα έπρεπε να έχει ήδη καταλάβει ότι «η ενεργειακή ασφάλεια μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με μεγάλες επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας». Ωστόσο, προειδοποιεί ότι «δεν θα πάρουν όλες οι χώρες αυτό το μάθημα και σίγουρα όχι η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση» η οποία, κατά την εκτίμησή του, θα χρησιμοποιήσει τις υψηλές τιμές ως πρόσχημα για να επεκτείνει ακόμη περισσότερο την παραγωγή ορυκτών καυσίμων, οδηγώντας έτσι σε ακόμη μεγαλύτερη κλιματική αποσταθεροποίηση.

Το διαχρονικό ζητούμενο

Διαχρονικό ζητούμενο παραμένει όχι μόνο το μέγεθος των βλαβερών για το περιβάλλον εκπομπών από πολεμικές συγκρούσεις, αλλά και το γεγονός ότι αυτές παραμένουν θεσμικά υποκαταγεγραμμένες. Οπως τονίζει ο κ. Μπίγκερ, «οι στρατιωτικές εκπομπές αποκλείστηκαν σκοπίμως από τις λογιστικές μεθοδολογίες της Σύμβασης-Πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή ήδη από τη δεκαετία του 1990», ενώ ακόμη και σήμερα «δεν υπάρχει μια γενικά αποδεκτή μεθοδολογία για την αποτίμηση των εκπομπών σε καιρό πολέμου».

Αυτό σημαίνει ότι το πραγματικό κλιματικό αποτύπωμα των συγκρούσεων συχνά υπολογίζεται εκ των υστέρων από ανεξάρτητους ερευνητές και όχι από ένα συνεκτικό διεθνές σύστημα λογοδοσίας. Για τον ίδιο, περισσότερα δεδομένα είναι χρήσιμα μόνο αν οδηγούν σε ουσιαστικά αποτελέσματα: «Η καταγραφή θα είχε νόημα μόνο αν ο σκοπός ήταν η απόδοση ευθύνης για οικοκτονία και για τις κλιματικές ζημιές που προκαλούν οι επιθετικοί πόλεμοι». Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο την επιστημονική μέτρηση του πολέμου, αλλά και το αν η περιβαλλοντική του ζημιά θα αποκτήσει ποτέ πραγματικό νομικό και διπλωματικό βάρος.

Σε αυτό το σημείο η παρέμβαση της Θεοδότας Νάντσου, επικεφαλής περιβαλλοντικής πολιτικής της WWF Ελλάς, προσδίδει στο ζήτημα την πιο καθαρή του πολιτική διάσταση. Μιλώντας στο «Βήμα», κάνει λόγο για «ανθρώπινη τραγωδία, αλλά και οικολογική καταστροφή παγκόσμιων διαστάσεων, με συνέπειες που θα διαρκέσουν περισσότερο από την ίδια τη σύγκρουση», ενώ χαρακτηρίζει τον βομβαρδισμό εγκαταστάσεων ορυκτών καυσίμων «περιβαλλοντικό έγκλημα».

Η παρατήρησή της αποκτά μεγαλύτερο βάρος αν ιδωθεί δίπλα στην Ουκρανία. Τρία χρόνια πολέμου έχουν ήδη συνδεθεί με περίπου 237 εκατ. τόνους CO₂e, ποσότητα συγκρίσιμη με τις ετήσιες εκπομπές του Βελγίου, της Ιρλανδίας και της Αυστρίας μαζί, και με εκτιμώμενο κοινωνικό κόστος περίπου 43 δισ. δολαρίων. Για την κυρία Νάντσου, οι δύο πόλεμοι στη γειτονιά της Ευρώπης καταδεικνύουν ότι η εξάρτηση από τους υδρογονάνθρακες είναι ταυτόχρονα πηγή συγκρούσεων, αστάθειας, γεωπολιτικής εξάρτησης καθώς και περιβαλλοντικής καταστροφής. «Η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα», τονίζει, «είναι συνταγή για ειρήνη, αλλά και επιτακτική ανάγκη για σταθερότητα, ενεργειακή ασφάλεια και περιβαλλοντική προστασία».