Είναι μια νεκρή φύση, ένα μνημόσυνο, ίσως και ένας επιτάφιος. Η νέα ατομική έκθεση του Πάνου Χαραλάμπους «COLUMBIA – Die Ruinen von Athen» στην γκαλερί Citronne στο Κολωνάκι αντιστέκεται στην εύκολη περιγραφή, αλλά παραμένει άμεσα βιώσιμη, όχι βέβαια γιατί υπολείπεται βάθους, αλλά γιατί δεν προϋποθέτει τη θεωρητική ανάλυσή της για να αγγίξει κανείς τον πυρήνα της.
Ας ξεκινήσουμε όμως από τα βασικά, την αποδόμηση του τίτλου της: «Columbia», όπως Columbia Records – το αποτύπωμα της υπάρχουσας επιγραφής από το εργοστάσιο της Ριζούπολης, το οποίο κατεδαφίστηκε το 2006, αναγράφεται με χρυσά γράμματα στο αρχιτεκτονικό «διάδημα» στο κεντρικό δωμάτιο της γκαλερί.
«Die Ruinen von Αthen», από το μουσικό έργο του Μπετόβεν, που βρίσκεται με τη μορφή βινυλίου αναρτημένο σε έναν τοίχο, μαζί με διάσπαρτα πολιτισμικά θραύσματα – ένα έργο του παραγνωρισμένου διανοουμένου Τζούλιο Καΐμη, μαζί με τα χαρακτηριστικά γυάλινα ποτήρια-βεντούζες, που υπαινίσσονται τα νερά της Αμβρακίας αλλά και τα Αναστενάρια στη γιορτή του Αγίου Κωνσταντίνου, και ήταν η πρώτη ύλη για το μουσικό «πάτωμα» που δημιούργησε στο πλαίσιο της 58ης Biennale Βενετίας. Αυτό που μένει μετά την καταστροφή, αυτή η μορφή επιβίωσης μέσα από την απώλεια, είναι κάτι που βρίσκεται στο κέντρο της δουλειάς του Χαραλάμπους.
Οι τρόποι με τους οποίους εκφράζεται αυτή η πρόθεση στην έκθεση είναι πολλοί. Στην είσοδο της γκαλερί συναντάμε τη μετατροπή του χώρου σε ένα είδος audio room: μια παράθεση δίσκων, αντικειμένων (καπνά, όστρακα, ένας βαλσαμωμένος αετός) και βιβλία (όπως μια παλιά έκδοση του Τόμας Μαν) πάνω σε ένα τεράστιο τραπέζι. Μια εγκατάσταση η οποία ξεφεύγει από τη «νεκρότητά» της χάρη στα ηχητικά στοιχεία που τη συνοδεύουν και την κρατούν ζωντανή.
Δύο ηχεία, σχεδιασμένα επί τούτου, εκπέμπουν το βασικό «ηχητικό πρόταγμα», όπως το χαρακτηρίζει ο δημιουργός του: τους ήχους-τριγμούς από μια βάρκα δεμένη με σκοινί που τρίζει κάθε τόσο, καθώς «παίζεται» με δοξάρι – μια βάρκα σαν κοντραμπάσο. Αυτό λειτουργεί ως μια βάση, ένα continuum για διάφορα projects συνύπαρξης που θα αναπτυχθούν με μουσικές από δικούς του δίσκους, δηλαδή ηχητικές συνθέσεις που εμπλέκονται σε μια εκθεσιακή περιπέτεια.
Χωρίς να λειτουργεί ως DJ, πάνω σε αυτό το μοτίβο παρεμβάλλεται περιστασιακά η αναπαραγωγή ενός δίσκου avant-garde μουσικής – όπως των The Cramps –, δημιουργώντας μια ακόμη στρώση ηχητικής συνύπαρξης. Σημειωτέον πως στη διάρκεια της έκθεσης διεξάγονται audio happenings, μέσα από τα οποία αναδεικνύεται η ηχητική διάσταση του έργου του Χαραλάμπους.
Δίσκους συναντάς και στο πίσω δωμάτιο της γκαλερί, εκεί όπου παρουσιάζεται μια εγκατάσταση από σπασμένα βινύλια – και πάλι μια αναφορά στο εργοστάσιο της Columbia στη Ριζούπολη –, «μια έμμεση αντιπαράθεση με την περίοδο της Ολυμπιάδας και το “μαύρο” της ηχητικής καταστροφής που αυτή συμπαρέσυρε» λέει ο καλλιτέχνης.
Τα βινύλια παρουσιάζονται τόσο αυτούσια όσο και στη ζωγραφική, μωσαϊκή απόδοσή τους στον τοίχο, αλλά και σε μια βίντεο-εγκατάσταση – η καταγραφή μιας ακούσιας καταστροφής όταν τα βινύλια που είχε αφήσει να στεγνώσουν χτυπήθηκαν από μια ξαφνική χαλαζόπτωση, δημιουργώντας ένα απρόβλεπτο, σχεδόν βίαιο αποτύπωμα πάνω στο υλικό.
Καταστροφές και συμπλέξεις, όπου το τυχαίο, το ιστορικό και το προσωπικό συνυπάρχουν και επανανοηματοδοτούνται μέσα στον εκθεσιακό χώρο. Τα παλιά πράγματα αποκτούν για τον Χαραλάμπους μια καλλιτεχνική αξία, όχι ως χρηστικά αντικείμενα, αλλά ως φορείς εμπειρίας και μνήμης. «Σε αυτή τη λογική αναγνωρίζω και όσα λέει σχετικά ο πολωνός συγγραφέας και εικαστικός Μπρούνο Σουλτς, ο οποίος αντιμετωπίζει τα παροπλισμένα αντικείμενα μέσα από την καλλιτεχνική αξιολόγησή τους, όταν αποδεσμεύονται από τη χρήση τους και μετατρέπονται σε υλικό φαντασίας και αναστοχασμού» εξηγεί ο ίδιος.
Στην έκθεση-εγκατάσταση παρουσιάζονται δίσκοι από την πλούσια προσωπική συλλογή του Χαραλάμπους, τους οποίους όμως ο ίδιος δεν αντιμετωπίζει με τη λογική του συλλέκτη. Οπως διευκρινίζει: «Δεν υπεραμύνομαι των πραγμάτων ως συλλέκτης. Τα βλέπω ως δίσκους-αντικείμενα, φόρμες πάθους: κατεστραμμένοι από τη χούντα ή από το εργοστάσιο της Columbia. Συνδέονται με την ξενιτιά, γιατί έχω ένα αρχείο που είχαμε παρουσιάσει στην documenta, όπου στα μικρά δισκάκια είναι καταγεγραμμένα μηνύματα ξενιτεμένων, μια μορφή επιστολογραφίας μέσω του voice-o-graph εκείνης της εποχής.
Πρόκειται για αντικείμενα με έντονη λαϊκή βάση – από αναστενάρικα, ρεμπέτικα και μόρτικα μέχρι την Ούλα Μπάμπα και γενικότερα όλο το λαϊκό στοιχείο –, τα οποία όμως συνυπάρχουν με μουσικές avant-garde. Μια ιδιαίτερη νοητικότητα. Οχι ως αφαίρεση, αλλά ως πρόσθεση και συνεύρεση, σχηματίζοντας μια “στιβάδα” εμπειριών και αναφορών».
Παράλληλα, περιλαμβάνονται περίπου είκοσι δίσκοι με δικά του soundtracks, που έχει δημιουργήσει όλα αυτά τα χρόνια, «όχι με στόχο την κατανάλωση, αλλά ως υλικό για χρήση μέσα στα καλλιτεχνικά projects». Οπως εξηγεί ο ίδιος: «Είναι και μια επεξεργασία πένθους, φωνές νεκρών καλλιτεχνών και νεκρών υποθέσεων, αλλά γίνεται παιγνιωδώς ζωτικό».
Μία από τις θεματικές που διατρέχουν αυτή την προσέγγιση είναι, έμμεσα αλλά με σαφή τρόπο, η αναλογική εποχή και ό,τι αυτή συνεπάγεται για τη μνήμη και την υλικότητα της εμπειρίας. Σε αυτό το πλαίσιο, παρουσιάζεται και η εγκατάσταση της Θάλειας Χιώτη, η οποία αξιοποιεί παλιές κασέτες όχι απλώς ως φορείς ήχου, αλλά ως υλικά ίχνη μιας προσωπικής και κοινής ιστορίας: οι ταινίες τους έχουν τραβηχτεί έξω από το κέλυφός τους και έχουν μετασχηματιστεί σε μια χειροποίητη, σχεδόν υφαντική σύνθεση, που θυμίζει πλεκτό από ήχους και αναμνήσεις.
Οπως λέει ο Χαραλάμπους: «Υπάρχει ένα ζήτημα που αφορά την παραγωγή των δίσκων. Οταν δεν υπάρχει η κατάλληλη παραγωγή και διαχείριση ώστε ένας δίσκος να μπορεί να φτάσει και στον απλό άνθρωπο, τότε η διαδικασία πρακτικά δεν λειτουργεί. Αυτό φαίνεται και σήμερα, όπου δυσκολευόμαστε να βρούμε τη λαϊκότητα. Την ψάχνω, ας πούμε, στη Βίσση, αλλά δεν θα τη βρω εκεί. Δεν είναι θέμα ακούσματος, είναι θέμα ενδιαφέροντος.
Εμένα με ενδιαφέρει πώς βγαίνει κάτι από το χώμα. Ακόμη και αυτές οι σύγχρονες “αϋλότητες” έχουν ως βάση το πυρίτιο, δηλαδή τη γαία. Μου είναι αδιανόητη η τέχνη χωρίς βιολογικό σώμα. Το άτομο πασχίζει, και μέσα από αυτή την αγωνία ζωής γεννιέται η ανάγκη για έκφραση. Δεν μπορώ να κατανοήσω τα “studies”, γύρω από τα οποία κινείται η σύγχρονη τέχνη: το ότι έμαθες να σχεδιάζεις σε μια σχολή δεν σημαίνει ότι έγινες καλλιτέχνης».
Προς μία απο-ιεροποίηση της τέχνης
Ο Χαραλάμπους, ο οποίος σημειωτέον είναι και πρώην πρύτανης της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας, τοποθετείται κριτικά απέναντι και σε μια άλλη, όχι «νεκρή» αλλά θνησιγενή κατάσταση: αυτή την οποία κρίνει ως μια γενικευμένη τάση εξωραϊσμού της τέχνης και ενός είδους ναρκισσισμού που, όπως υποστηρίζει, απομακρύνει το έργο από τη ζωντανή του διάσταση:
«Οταν μιλάω για εξωραϊσμό και για ναρκισσισμό, αναφέρομαι στο ότι η τέχνη είναι σαν να απαντάει σε αυτό που περιμένει ο άλλος να δει. Στη βάση της τέχνης που παράγεται στις μέρες μας υπάρχει μια “ωραιότητα”, αλλά όχι με την έννοια του δραματικού στοιχείου – γιατί η ωραιότητα πάντα εμπεριέχει έναν δαίμονα, ιδιαίτερα η κλασική ή η ρομαντική. Η τέχνη έχει χάσει τη “γεγονότητά” της, τη δράση της.
Ούτε αρκεί η γνώση της ατομικότητας ή το ορθολογικό “εγώ”, που είναι της μόδας, μια και δεν συνιστούν μια ουσιαστική διερεύνηση ή περιορίζονται σε έναν ψυχαναλυτικό χαρακτήρα. Θυμάμαι και στη σχολή μία σχεδόν πάγια συνήθεια: να ξεκινούν από ένα πάθος της παιδικής ηλικίας. Αυτό είναι ενδιαφέρον, αλλά δεν μπορεί να αποτελεί πρόταγμα αν δεν αναχθεί σε κάτι υψηλότερο. Θα έλεγα ότι από αυτό το σύνδρομο εξωραϊσμού διακατέχονται και τα δημόσια ιδρύματά μας.
Βλέπεις εκθέσεις όπου δεν πέφτει ούτε μία σταγόνα αίμα, δεν υπάρχουν σφάλματα, το πάθος είναι εκτός. Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν καλλιτέχνες με αγωνία, αλίμονο. Αλλά αποτελούν τη μειονότητα».
Ωστόσο, η γνώση της ατομικότητας – ή έστω η διερεύνηση της ίδιας της σύστασής της – μπορεί, όταν φέρει πραγματική αλήθεια, να υπερβεί το προσωπικό επίπεδο και να αγγίξει μια ευρύτερη, οικουμενική διάσταση.
«Η μετάβαση από τη βιογραφία στον τύπο δεν γίνεται εύκολα: χρειάζονται δίοδοι ώστε να μη χαθεί ούτε η αναφορά στην ατομικότητα αλλά ούτε και η τυπολογία. Ολοι έχουμε υποσυνείδητο και εμπειρίες παιδικής ηλικίας, όμως όταν ένας ποιητής γράφει έναν στίχο, αυτό που προκύπτει διατυπώνεται με έναν άλλον τρόπο – χωρίς να αποκόπτεται από τον ίδιο. Η έκφραση είναι πεπρωμένο όλων των ανθρώπων. Ο τύπος της έκφρασης όμως είναι αυτός που κάνει τη διαφορά. Και αυτό δεν είναι ζήτημα σπουδών, αλλά της ποιητικής του κάθε ανθρώπου».
Ο Χαραλάμπους στρέφεται και στη σχέση μας με την τεχνολογία, βλέποντάς την ως έναν μηχανισμό που μεταβάλλει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τα συναισθήματα και τις σχέσεις. «Το “τηλεφονίνο” (σ.σ. κινητό τηλέφωνο στα ιταλικά), που λέει και ο ιταλός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν, είναι ο μέγας δαίμονας που συγκρατεί ορμές, πάθη και καταστάσεις και κάνει τους ανθρώπους απαθείς. Το τηλέφωνο είναι το όργανο χάρη και στο οποίο βλέπω ότι υπάρχει ένα φρενάρισμα. Βλέπω ότι ο ορθολογικός άνθρωπος κάνει κακό στον ανιμιστικό άνθρωπο. Οταν είσαι χαμένος σε ένα κινητό, πώς να δεις τον άλλον, τα μάτια του, τα πάθη του; Αυτό δεν μπορεί να συμβεί χωρίς επιπτώσεις».
INFO:
«COLUMBIA – Die Ruinen von Athen»: Citronne Gallery (Πατριάρχου Ιωακείμ 19, Αθήνα), έως τις 29/6.
Επιμέλεια: Τατιάνα Σπινάρη-Πολλάλη.






