Ο Νίκος Ντάλλας γεννήθηκε στο χωριό Μυρίνη της Καρδίτσας, δέκα χιλιόμετρα από την πόλη, στον δρόμο προς τη Λάρισα. Το 1971, όταν ήταν μόλις πέντε χρόνων, η οικογένειά του μετανάστευσε στην Αυστραλία. Σήμερα, ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης (ΕΚΜ), με 25 χρόνια εμπειρίας σε διεθνή εκδοτικό οίκο με έδρα τη Νέα Υόρκη, αφιερώνει τον χρόνο του στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού.

Παράλληλα, εκπονεί διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας στη Θεσσαλονίκη για τους έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην Τασκένδη – μια σχεδόν άγνωστη πτυχή της ελληνικής διασποράς.

Η διαδρομή της μετανάστευσης

«Η ιστορία μου δεν διαφέρει από αυτή πολλών μεταναστών» λέει ο Ντάλλας. «Ο πατέρας µου είχε κάνει τέσσερις αιτήσεις – και σε Καναδά, σε Αυστραλία και σε Γερµανία, ακόµα και σε καράβια. Η µητέρα µου δεν ήθελε να φύγουµε, αλλά να είµαστε µαζί: “Καλύτερα στην Αυστραλία παρά να λείπει στα καράβια”».

Η περιοχή καταγωγής του είναι αγροτική – «βαμβάκια, καλαμπόκια και άλλες καλλιέργειες» – και κρατά λίγες αλλά έντονες αναμνήσεις από τα πρώτα χρόνια της ζωής του εκεί: «Θυμάμαι την αναχώρησή μας, είχε ένα μέτρο χιόνι το χωριό μας».

Η οικογένεια έφθασε στη Μελβούρνη με το ίδιο όνειρο που είχαν όλοι οι μετανάστες της εποχής: να δουλέψουν πέντε χρόνια, να μαζέψουν χρήματα και να επιστρέψουν στην Ελλάδα. «Τα πέντε έγιναν δέκα, τα δέκα είκοσι, τα είκοσι σαράντα και ακόμα εκεί είμαστε» λέει με ένα χαμόγελο. «Οι γονείς μας κατευθείαν στα εργοστάσια. Oλοι δούλευαν όσο μπορούσαν. Αλλά μετά μπλέκεις – τα παιδιά πάνε γυμνάσιο, πανεπιστήμιο, φτιάχνουν οικογένειες». Μέσα σε λίγους μήνες από την άφιξή του, ο μικρός Νίκος μιλούσε αρκετά καλά αγγλικά ώστε να γίνει διερμηνέας για τους γονείς του. Από μικρός είχε αγάπη για το διάβασμα, ιδιαίτερα για την Ιστορία, τη Γεωγραφία και τη Μυθολογία. Αυτή η αγάπη τον οδήγησε τελικά σε έναν εκδοτικό οίκο επιστημονικών και εκπαιδευτικών βιβλίων, παρόλο που είχε διδακτορικό στην οργανική χημεία: «Hταν μια δουλειά-χόμπι, γιατί όλα τα χρήματά μου πήγαιναν στα βιβλία».

Η Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης

Η Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης είναι ένας από τους μεγαλύτερους ελληνικούς οργανισμούς της διασποράς. Τα τελευταία 14 χρόνια, ο Νίκος Ντάλλας είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, που αποτελείται από δεκαεννέα εθελοντές και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον πολιτισμό και την παιδεία: «Eχουμε πάνω από χίλιους μαθητές σε διάφορα προγράμματα ελληνομάθειας, από προνήπια μέχρι ενήλικες. Προσφέρουμε ακόμα και προγράμματα για παιδιά από 18 μηνών. Πρέπει η γλώσσα να ξεκινά όσο νωρίτερα γίνεται – δεν είναι εύκολη η ελληνική».

Το κτίριο της κοινότητας, δεκατεσσάρων ορόφων, βρίσκεται στο κέντρο της πόλης – μια στρατηγική θέση που έχει αποδειχθεί καθοριστική: «Η Μελβούρνη είναι μια πολύ απλωμένη πόλη, θέλεις δύο ώρες να τη διασχίσεις. Το κέντρο είναι η πιο δίκαιη τοποθεσία – όλες οι συγκοινωνίες περνούν από εκεί». Στο κτίριο στεγάζονται τα γραφεία, αίθουσες διδασκαλίας, χώρος εκδηλώσεων και στην ταράτσα ένα café-εστιατόριο. Αρκετοί όροφοι νοικιάζονται σε ιδιώτες, έτσι έχει η κοινότητα ένα εισόδημα. Η κοινότητα διατηρεί επίσης περίπου δέκα σχολεία και πέντε εκκλησίες σε διάφορες περιοχές της πόλης.

Η κοινότητα διοργανώνει δύο μεγάλα φεστιβάλ ετησίως. Το Φεστιβάλ Αντίποδες, που πραγματοποιείται εδώ και σχεδόν 40 χρόνια, προσελκύει πάνω από 100.000 επισκέπτες σε ένα Σαββατοκύριακο: «Κλείνουμε τους δρόμους, φέρνουμε καλλιτέχνες από την Ελλάδα – έχει έρθει και ο Νταλάρας, και η Χάρις Αλεξίου, και η Πρωτοψάλτη. Υπάρχουν περίπτερα με φαγητό – λουκουμάδες, σουβλάκια –, αδελφότητες, σχολεία, ελληνικά προϊόντα. Ερχονται και χορευτικά συγκροτήματα από άλλες Πολιτείες. Περνούν και Ελληνες και μη Ελληνες, παίρνουν μια γεύση από τον ελληνικό πολιτισμό». Το δεύτερο είναι το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου κάθε Οκτώβριο, με περίπου 10.000 θεατές.

Τι σημαίνει να είσαι Ελληνας στη διασπορά

«Το θέμα της ταυτότητας είναι πολυδιάστατο» παρατηρεί ο Ντάλλας. «Μπορεί να είσαι Ελληνας δίχως να μιλάς τη γλώσσα, αλλά αν θέλεις να επεξεργαστείς την ταυτότητά σου σε βάθος, δεν μπορείς να πας παραπέρα χωρίς αυτήν. Πόσο βαθιά θέλεις να πας; Κάποια στιγμή έχεις ένα φρένο». Η μεγάλη πρόκληση είναι η επόμενη γενιά: σε είκοσι-τριάντα χρόνια, το 80%-90% θα προέρχεται από πολιτιστικά μεικτούς γάμους: «Γιατί αυτό το παιδί να θέλει να ασχοληθεί με την ελληνική του ταυτότητα που θα είναι μία από τις πολλές; Αυτή είναι η μεγάλη ερώτηση».

Η απάντηση βρίσκεται στην ποικιλία: «Δεν υπάρχει μία λύση. Πρέπει να προσφέρουμε επιλογές – χορό, θέατρο, μουσική, φιλοσοφία, μαγειρική. Κάθε ένας έχει διαφορετικά κουμπιά. Πρέπει να πάμε πιο πέρα από τη γλώσσα». Διαφωνεί με την άποψη ότι οι μεικτοί γάμοι δεν βοηθούν. «Εξαρτάται πιο πολύ από τη νοοτροπία του γονέα. Αν ο γονέας σέβεται τη γλωσσομάθεια και τα πλεονεκτήματα της διγλωσσίας, θα φέρνει το παιδί στο ελληνικό σχολείο». Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση στα τμήματα ενηλίκων: «Ερχονται Ελλάδα, περνούν καλά και λένε “θέλω να μάθω τη γλώσσα”. Πολλοί αισθάνονται ότι έχασαν μια ευκαιρία γιατί ως παιδιά δεν πήγαν στο ελληνικό σχολείο ή αντέδρασαν στους γονείς τους. Τώρα το έχουν μετανιώσει».

Η σχέση με την Εκκλησία

Στην Αυστραλία, σε αντίθεση με την Αμερική, όπου σχεδόν τα περισσότερα γίνονται υπό την αιγίδα της Εκκλησίας, η κοινότητα διατηρεί σχετική αυτονομία: «Ιστορικά υπήρχαν προβληματικές σχέσεις μεταξύ κοινότητας και Εκκλησίας. Μελετώντας την ιστορία της διασποράς της Αυστραλίας, βλέπουμε ότι τις δεκαετίες του ’50 και ’60, το 90% του χρόνου συγκρούονταν πάνω σε αυτό το θέμα. Οι τοπικές ελληνικές κοινότητες είχαν λαϊκές επιτροπές, ήταν αυτόνομες. Μετά ήρθε η Αρχιεπισκοπή και άρχισαν οι συγκρούσεις – “δώσε μας τους τίτλους των εκκλησιών”, “όχι, εμείς τις φτιάξαμε”». Σήμερα υπάρχει συμφιλίωση, αλλά η Ελλάδα δεν είναι κοσμικό κράτος – δεν υπάρχει χωρισμός Εκκλησίας – Κράτους – και αυτό επηρεάζει τις σχέσεις. Και οι δύο οργανισμοί αποφεύγουν τη σύγκρουση, γνωρίζουν ότι έχουν αρκετές κοινές προκλήσεις.

Η κοσμικοποίηση της αυστραλιανής κοινωνίας είναι εμφανής: «Στην τελευταία απογραφή, η μεγαλύτερη μερίδα – περίπου 39% του συνολικού πληθυσμού – δήλωσε ότι δεν έχει θρησκεία». Βλέπει γενιά με γενιά να αλλοιώνεται η επιρροή της Εκκλησίας: «Στη γενιά μου είναι μετρημένοι αυτοί που πηγαίνουν σε τακτική βάση. Για πολλούς είναι απλώς μια πολιτιστική ταυτότητα – οι γιορτές, το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, ο Δεκαπενταύγουστος. Τα σύνορα πολιτισμού και θρησκείας είναι θολά». Θεωρεί ότι η ποικιλομορφία είναι απαραίτητη: «Αν δεν έχεις ποικιλία, εάν δεν έχεις επιλογές, λιγότερα άτομα θα ασχοληθούν με την ελληνική ταυτότητα».

Η νέα μετανάστευση

Η οικονομική κρίση έφερε 15.000-20.000 νέους Ελληνες στην Αυστραλία. «Η Αυστραλία είναι δύσκολος προορισμός – είναι μακριά και πολλοί φοβούνται την απόσταση. Δεν είσαι στη Γερμανία ή τη Βρετανία, που ένα Σαββατοκύριακο πετάς στην Ελλάδα» εξηγεί. Το 90% αυτών που ήρθαν είχαν ήδη κάποια σύνδεση με τη χώρα, συνήθως μέσω της αυστραλιανής υπηκοότητας που είχαν αποκτήσει οι γονείς τους τη δεκαετία του ’80.

Ενα μικρότερο ποσοστό ήταν εξειδικευμένοι επαγγελματίες σε τομείς στους οποίους η Αυστραλία έχει έλλειψη – πολιτικοί μηχανικοί, ειδικοί πληροφορικής, ακόμα και ηλεκτρολόγοι: «Δεν έχουν πια ανάγκη ανειδίκευτα εργατικά χέρια, όπως όταν έφθασαν οι γονείς μας. Εχει αλλάξει το προφίλ ζήτησης. Αν είσαι νέος, ξέρεις αγγλικά και έχεις κάποιο από αυτά τα επαγγέλματα, παίρνεις μονάδες και πολύ πιθανόν να σε δεχθούν». Η κοινότητα δημιούργησε ειδικά τμήματα για τα παιδιά αυτών των οικογενειών, που μιλούν ελληνικά ως πρώτη γλώσσα.

Διασύνδεση της διασποράς – Εδρα Μιλτιάδη Μαρινάκη

Ο Νίκος Ντάλλας ανησυχεί για την κατάσταση των ελληνικών σπουδών στα πανεπιστήμια, αλλά παραμένει αισιόδοξος: «Πριν από είκοσι χρόνια υπήρχαν έξι πανεπιστήμια στη Μελβούρνη που πρόσφεραν ελληνικές σπουδές, τώρα έχει μείνει ένα και χαροπαλεύει. Το πρόβλημα είναι ότι τα τμήματα δυσκολεύονταν να προσελκύσουν φοιτητές μη ελληνικής καταγωγής».

Ωστόσο, υπάρχουν και θετικές εξελίξεις. Στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, με κονδύλι 2,5 εκατομμυρίων δολαρίων και επιδότηση από την αυστραλιανή κυβέρνηση, δημιουργήθηκε πρόγραμμα διασπορικών σπουδών με ελληνική διάσταση, υπό τον ιστορικό Αντώνη Πιπέρογλου: «Προσφέρει μαθήματα που έχουν σχέση με την ελληνική μετανάστευση και διαθέτει ερευνητικό πρόγραμμα – δίχως έρευνα δεν έχεις το ίδιο κύρος ως πρόγραμμα».

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συνεργασία με τον καθηγητή Γιώργο Αναγνώστου από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο και την Εδρα Μιλτιάδη Μαρινάκη για τη Νεοελληνική Γλώσσα και τον Πολιτισμό: «Οταν ήρθε στην Αυστραλία, προσπάθησα να τον συνδέσω με τα άτομα που είναι δραστήρια σε αυτόν τον τομέα. Προσπαθώ να είμαι ένας συνδετικός κρίκος». Ο Γιώργος Αναγνώστου, μέσω της Εδρας, προσφέρει μαθήματα για την ελληνική κουλτούρα, το σινεμά, τη λογοτεχνία – προσεγγίσεις που μπορούν να προσελκύσουν και μη έλληνες φοιτητές: «Η διασπορά πρέπει να μιλάει με τη διασπορά. Εχουμε πολλά να ανταλλάξουμε με τους ομογενείς στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά και αλλού. Αντιμετωπίζουμε τα ίδια προβλήματα – γιατί να ανακαλύπτουμε τον τροχό κάθε φορά;».

Οι Ελληνες της Τασκένδης

Παράλληλα, ο Νίκος Ντάλλας εκπονεί διδακτορικό για τους έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες που κατέληξαν στην Τασκένδη μετά τον Εμφύλιο. «Ηταν περίπου 100.000 Ελληνες που κατέληξαν στην πολιτική προσφυγιά, στις Λαϊκές Δημοκρατίες και τη Σοβιετική Eνωση. Στην Τασκένδη, που ήταν τότε πρωτεύουσα του σοβιετικού Ουζμπεκιστάν, ήταν κυρίως μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού, 90% αγροτικής προέλευσης». Εκεί ανακάλυψε αρχεία με χιλιάδες καρτέλες απογραφής που κανείς δεν είχε μελετήσει – «ήταν λίγο πεταμένα, κατά λάθος γλίτωσαν».

«Φανταστείτε κάποιον από ένα χωριό της Βόρειας Ελλάδας που δεν έχει φύγει ποτέ από τον νομό του. Ξαφνικά βρίσκεται στον Γράμμο στην τελευταία μάχη, μετά περνάει από Αλβανία, βλέπει θάλασσα για πρώτη φορά, μπαίνει σε σοβιετικά καράβια και μετά από δύο εβδομάδες φθάνει στις στέπες της Κεντρικής Ασίας – καμία ομοιότητα με τη δασώδη Βόρεια Ελλάδα, διαφορετικός πολιτισμός, κυρίως ισλαμικός. Τι περνούσε από τα μυαλά αυτών των νέων ανθρώπων;». Ο Νίκος Ντάλλας έχει πάει τρεις φορές τον τελευταίο χρόνο και έχει δεθεί με την κοινότητα. Σήμερα στην Τασκένδη ζουν 1.000-1.500 άτομα ελληνικής καταγωγής, κυρίως παιδιά και εγγόνια πολιτικών προσφύγων. Πιο πρόσφατα άνοιξε ελληνική πρεσβεία και στάλθηκε ένας αποσπασμένος εκπαιδευτικός.

Το μέλλον

Ο Νίκος Ντάλλας πιστεύει ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να κάνει περισσότερα για τη διασπορά: «Οι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί έχουν μειωθεί δραματικά – κάποτε ήταν τριάντα, τώρα τους μετράς στα δάχτυλα του ενός χεριού. Και ο μισθός τους δεν αντικατοπτρίζει το κόστος ζωής της Αυστραλίας – αν δεν τα βγάλουν πέρα, δεν θα μείνουν».

Ο ίδιος θεωρεί σημαντικές για τα παιδιά της διασποράς τις κατασκηνώσεις στην Ελλάδα, που είχαν σταματήσει με την κρίση αλλά τώρα προσπαθούν να τις επαναφέρουν: «Εκεί φτιάχνεις τους μελλοντικούς πρεσβευτές της Ελλάδας. Πολλά παιδιά δεν έχουν έρθει ποτέ – η Αυστραλία είναι μακριά και τα εισιτήρια ακριβά. Δένονται πολύ τα παιδιά σε αυτές τις κατασκηνώσεις». Η κατάλληλη στελέχωση των προξενικών υπηρεσιών και η απλούστευση των γραφειοκρατικών διαδικασιών για όσους ζουν στη διασπορά θα συνέβαλλαν επίσης σημαντικά.

«Οι προκλήσεις δεν τελειώνουν ποτέ», καταλήγει ο Νίκος Ντάλλας, «αλλά έχουμε φθάσει σε καλό σημείο. Είμαστε μια ώριμη κοινότητα και μπορούμε να λειτουργήσουμε ως μέντορες για νεότερες κοινότητες μεταναστών που έχουν έρθει από εμπόλεμες ζώνες, όπως το Σουδάν ή η Σομαλία. Τους καθοδηγούμε, τους μιλάμε για τις εμπειρίες μας, για το πώς χτίστηκαν τα σχολεία μας. Αυτή είναι η επιτυχία της Αυστραλίας – ότι τόσοι διαφορετικοί πληθυσμοί, πάνω από 200 εθνικότητες, μπόρεσαν να χτίσουν μαζί αυτή τη χώρα. Και είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτό».