Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ο Αλαν Λουσιέν Ογεν, o 48χρονος νορβηγός χορογράφος, σκηνοθέτης και συγγραφέας, ένας από τους πιο ανήσυχους αλλά και ευαίσθητους καλλιτέχνες της εποχής μας, έρχεται στην Ελλάδα για να παρουσιάσει, για πρώτη φορά, δουλειά του. Μαζί με την ομάδα του, τους Winter Guests, και τέσσερις συνεργάτες-χορευτές του Tanztheater Wuppertal Pina Bausch, θα καταθέσουν, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, µια εκδοχή της σοφόκλειας «Αντιγόνης» στη σκηνή του αρχαίου αργολικού θεάτρου.

Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχεστε στην Ελλάδα…

«Οχι, έχω έρθει ξανά τα τελευταία χρόνια, αλλά και μικρό παιδί, ένα καλοκαίρι, στη Ρόδο, νομίζω. Προ 20ετίας επρόκειτο και να παίξω. Δεν θυμάμαι αν ήταν στο πλαίσιο του Φεστιβάλ, ήταν όμως σε ανοικτό χώρο, με την Αμάντα Μίλερ. Ολοι παραπονούνταν γιατί έκανε πολλή ζέστη εκτός από εμένα, που αγαπάω τη ζέστη και ήμουν πολύ χαρούμενος. Ομως μετά την πρόβα με τα κοστούμια αρρώστησα – ένας συνδυασμός ηλίασης με γαστρεντερίτιδα – και δεν συμμετείχα τελικά. Η απογοήτευσή μου ήταν τεράστια. Οπότε είμαι πολύ χαρούμενος που βρίσκομαι τώρα εδώ.

Είχα έρθει ξανά και προ διετίας για δουλειά, στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, με τον Δάφνι Κόκκινο. Εμεινα μία εβδομάδα και νομίζω ότι τότε έμαθα την Αθήνα. Μου αρέσει η πόλη, οι άνθρωποι, οι ομορφιές της. Δεν είναι και υπερβολικά τουριστική».

Πρόσφατα επισκεφθήκατε την Επίδαυρο. Πώς νιώσατε;

«Το πρώτο που είπα ήταν “Ουάου…”. Ανέβηκα στην κορυφή και κοιτούσα από ψηλά – μου κόπηκε η ανάσα. Αισθάνθηκα την ενέργεια. Θα πρέπει να είναι φανταστικά να παίζεις σε αυτό το θέατρο. Είναι πανέμορφο. Οταν ο Μιχαήλ Μαρμαρινός μού ανέφερε την οικειότητα που σε κάνει να νιώσεις αυτός ο χώρος, σκέφτηκα “ναι, ναι, Οk…”. Αλλά όταν βρέθηκα στην Επίδαυρο τότε κατάλαβα τι εννοούσε. Εκπέμπει οικειότητα και ειλικρίνεια. Φαντάζομαι πώς θα αισθάνεται κανείς όταν έχει και θεατές».

«Ζούμε σε σκοτεινούς καιρούς. Το άτομο, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, βρίσκονται σε επικίνδυνο σημείο»

Γιατί διαλέξατε την «Αντιγόνη»;

«Η “Αντιγόνη” είναι ένα από εκείνα τα έργα με τα οποία θέλεις να καταπιαστείς κάποια στιγμή. Είναι πάντα στη λίστα σου. Τώρα όμως νιώθω ότι είναι ακόμη περισσότερο η στιγμή της – όλοι θέλουν να κάνουν την “Αντιγόνη” και πρέπει να την κάνουμε. Μέσα σε δεκαπέντε ημέρες είχα δύο κλήσεις από δύο διαφορετικούς ανθρώπους που ήθελαν να συνεργαστούμε – και οι δύο μού πρότειναν την “Αντιγόνη”. Πέρυσι, λοιπόν, τη σκηνοθέτησα πρώτα ως θεατρικό, με ηθοποιούς. Ηταν πραγματικά ενδιαφέρον. Συναρπαστικό, δύσκολο, σύνθετο κείμενο, με διαλόγους και μεγάλους μονολόγους που πρέπει να τους μεταφέρεις στο σήμερα. Ατόφια ποίηση. Μετά τη θεατρική παράσταση επέστρεψα στην ομάδα μου, τους Winter Guests, και ξανάπιασα την “Αντιγόνη”. Προστέθηκαν και τέσσερις χορευτές από το Tanztheater Wuppertal Pina Bausch, με τους οποίους έχουμε ξαναδουλέψει.

Σήμερα η “Αντιγόνη” είναι απίστευτα επίκαιρη, ενοχλητικά επίκαιρη θα έλεγα. Πιστεύουμε ότι έχουμε εξελιχθεί ως πολιτισμός, αλλά τελικά κάναμε έναν κύκλο και επιστρέψαμε σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια πίσω. Δυστυχώς για εμάς και ευτυχώς για τον Σοφοκλή που αποδείχθηκε τόσο έξυπνος: Κατάφερε να μιλήσει για κάτι παγκόσμιο, διαχρονικό. Ζούμε σε σκοτεινούς καιρούς. Το άτομο, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, βρίσκονται σε επικίνδυνο σημείο. Πρέπει να αρθρώσουμε λόγο, δεν πρέπει μόνο να λέμε “όχι” στον τύραννο, πρέπει να κάνουμε διάλογο μαζί του. Η “Αντιγόνη” είναι μια συζήτηση, ένας διάλογος – ανάμεσα σε δύο που λένε “εγώ έχω δίκιο”».

Αυτός είναι και ο ορισμός της τραγωδίας…

«Πράγματι. Στα χαρτιά ο Κρέων είναι ο κακός της υπόθεσης, αλλά μελετώντας καταλαβαίνεις ότι και εκείνος έχει και δίκιο και άδικο, όπως και η Αντιγόνη. Απλώς ο Κρέων το πάει πολύ μακριά και χάνει το δίκιο του. Ανεξαρτήτως θρησκείας, το να μην ταφεί ο νεκρός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Και ο Κρέων το κάνει γιατί φοβάται ότι θα χάσει την εξουσία, το κάνει για να δείξει ότι έχει τη δύναμη – όπως και τόσοι άλλοι γύρω μας. Γι’ αυτό και πρέπει να συζητάμε, να κάνουμε διάλογο, και δεν το κάνουμε. Σήμερα φωνάζουμε, και η τεχνολογία με τα κινητά μάς οδηγούν σε κραυγές και μονολόγους».

Η Αντιγόνη έπρεπε/πρέπει να είναι γυναίκα;

«Θα ήθελα να μπορώ να πω όχι, αλλά δυστυχώς ακόμα και σήμερα η γυναίκα αντιμετωπίζεται σαν μειονότητα – κι ας μην είναι, και το λέω γιατί έτσι της συμπεριφέρονται. Οπως σε όλες τις μειονότητες».

Στην παράσταση αναφέρετε και σύγχρονα γυναικεία ονόματα, από αυτό της Μέριλιν Μονρόε ως και της Μόνικα Λιουίνσκι…

«Ναι. Από την αρχαιότητα οι γυναίκες είχαν μια τραγική μοίρα, γνώρισαν τη βία σε κάθε μορφή της. Από αυτή την ίδια μοίρα έχουν υποφέρει και οι γυναίκες της εποχής μας, όπως η Μέριλιν… Η βία εναντίον των γυναικών δεν έχει σταματήσει».

Ποιος είναι ο δικός σας τρόπος να την παρουσιάσετε;

«Θα σας πω πώς φτιάξαμε την παράσταση. Ξεκινήσαμε με το έργο: Το διαβάσαμε και το συζητήσαμε. Το πιάσαμε από την αρχή – από το τέλος του πολέμου, όταν οι άνθρωποι επέστρεψαν στην πατρίδα τους, αλλά δεν είχαν πια τίποτα, ούτε σπίτια ούτε οικογένειες. Πώς μπορείς να πανηγυρίζεις λοιπόν για το τέλος του πολέμου;

Ενα από τα μέλη της ομάδας, ο Φερνάντο, πήρε ένα λουλούδι, μάδησε ένα-ένα τα πέταλά του και μετά προσπάθησε να τα ξαναβάλει μαζί. Ολο αυτό με παρέπεμψε σε μια μεταφορά: Πώς να ξαναχτίσουμε τον κόσμο. Και από εκεί στήθηκε η παράσταση, με πολλή χορογραφία. Δεν ακολουθεί μια ευθεία γραμμή. Αναγνωρίζεις όμως τα κομμάτια της “Αντιγόνης” του Σοφοκλή. Νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον και ας είναι ιδωμένη μέσα από ένα σημερινό παράθυρο. Η βία εναντίον των γυναικών είναι ένα σημαντικό κομμάτι της παράστασης».

Πώς συνδυάζετε τις διαφορετικές μορφές τέχνης;

«Υπάρχει πολλή χορογραφία, αλλά ενταγμένη πάντα σε μια κατάσταση, σε μια ξεκάθαρη ατμόσφαιρα. Δεν είναι αφηρημένη. Δουλεύουμε πολύ με το σύνολο, κρατάμε σημειώσεις, όταν έχουμε ανάγκη το κείμενο το χρησιμοποιούμε, όταν δεν το έχουμε, το αφήνουμε. Υπάρχουν και προσωπικές ιστορίες, προσωπικά κείμενα. Τι σημαίνει να είσαι θύμα ή θύτης. Ολα συνδέονται με την Αντιγόνη και τον Κρέοντα. Το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης πάντως είναι χορογραφία».

Νιώθετε κυρίως χορογράφος ή σκηνοθέτης;

«Νιώθω περισσότερο σκηνοθέτης, κι ας ξεκίνησα ως χορευτής, με σπουδές χορού. Ο πατέρας μου εργαζόταν σε θέατρο και όταν ήμουν μικρός πήγαινα συχνά μαζί του. Αρχισα με τον χορό, αλλά επέστρεψα στο θέατρο. Αγαπώ τον χορό, την κίνηση, ωστόσο με ενδιαφέρει αυτό να συμβαίνει μέσα σε μια κατάσταση, γι’ αυτό κάνω θέατρο.

Του χρόνου θα ανεβάσω δύο θεατρικά έργα – όχι χορογραφίες – και μετά μια παράσταση που θα συνδυάζει θέατρο και χορό. Αυτό όμως τώρα είναι χοροθέατρο. Δεν ξέρω αν μου αρέσει ο χαρακτηρισμός, αλλά πιστεύω ότι ταιριάζει. Η ομάδα αποτελείται από εξαιρετικά ταλαντούχους καλλιτέχνες».

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΛΗΣ

Κατάγεστε από τη χώρα του Ιψεν, λογικό να αγαπάτε το θέατρο…

«Πράγματι. Σκηνοθέτησα την “Αγριόπαπια” προ διετίας. Είναι απίστευτη η δύναμη που έχει το κείμενο. Τώρα ετοιμάζω μια παράσταση για το 2028, στο μεγάλο αφιέρωμα για τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Ιψεν. Σκέφτομαι το “Κουκλόσπιτο”. Αν και η “Αγριόπαπια” παραμένει το αγαπημένο μου έργο του. Θα έλεγα ότι μοιάζει λίγο στην “Αντιγόνη” – όλοι έχουν δίκιο. Είναι πραγματική ιδιοφυΐα ο Ιψεν».

Πόσο καλά γνωρίζετε στην πατρίδα σας το αρχαίο ελληνικό δράμα;

«Το μαθαίνουμε στο σχολείο, το βλέπουμε στο θέατρο. Είναι παγκόσμια κληρονομιά και πρέπει να την προσέχουμε, να την προστατεύουμε. Είναι τιμή να δουλεύεις πάνω σε αυτά τα κείμενα».

Είναι ενταγμένη στο σήμερα η παράσταση που θα δούμε στην Επίδαυρο;

«Νομίζω πως είναι αρκετά, χωρίς αλλαγές στο κείμενο. Ξεκινάμε με έναν διάλογο ανάμεσα στον Τειρεσία και ένα νεαρό αγόρι, το οποίο τού περιγράφει την κατάσταση – εντός και εκτός. Εκτός υπάρχει το απόλυτο χάος, ο Τραμπ, οι πόλεμοι, η πίεση που ασκείται στην κοινωνία. Οπότε, ναι, αυτό το κομμάτι, θα μπορούσε να τρέφεται διαρκώς από την καθημερινότητα. Επίσης αναφέρουμε και μια λίστα με ονόματα γυναικών στις οποίες έχει ασκηθεί βία στην εποχή μας, όπως η Σάρα Εβεραρντ.

Πρόσφατα που ήμασταν στο Χονγκ Κονγκ ήρθε μια μητέρα να μου ζητήσει αν μπορώ να προσθέσω και το όνομα της κόρης της – και το τι της έκαναν. Τα προσθέσαμε. Θα ακουστεί το όνομά της στην Επίδαυρο. Ολα όσα συμβαίνουν γύρω μας αποδεικνύουν πόσο ο κόσμος μας δεν είναι τέλειος».

Πώς είναι η διανομή; Υπάρχει Χορός;

«Μοιραζόμαστε τους ρόλους – μπορείς να δεις τα χαρακτηριστικά ενός ρόλου σε πολλούς ηθοποιούς ή χορευτές. Συνολικά είναι εννεαμελής ο θίασος. Ο Χορός είναι ενσωματωμένος, σαν μάρτυρες, όχι όπως στο πρωτότυπο. Νομίζω ότι έχει κάτι το τελετουργικό το θέαμα που προτείνουμε, όπως είναι και το ίδιο το θέατρο –
μια τελετουργία. Με αυτή την ελπίδα πηγαίνω στο θέατρο και έτσι ελπίζω να είναι και οι δικές μας παραστάσεις, τελετουργικές. Καμιά φορά νιώθω πως το θέατρο που κάνω είναι παλιομοδίτικο…».

Το κοινό διαφέρει από χώρα σε χώρα;

«Ετσι πίστευα και εξακολουθώ να το πιστεύω, αλλά λιγότερο από πριν, γιατί έχουμε όλο και περισσότερες κοινές αναφορές. Ο κόσμος γίνεται όλο και πιο μικρός. Νοιάζομαι για το κοινό, με ενδιαφέρει να μην πλήττει. Και η παράσταση που κάνω να λειτουργεί και να εμπεριέχει αναφορές – μουσικές, λέξεις, καταστάσεις, συναισθήματα – που μοιραζόμαστε όλοι, σε όλα τα μέρη του κόσμου».

Λειτουργείτε συναισθηματικά ως καλλιτέχνης;

«Ναι, θα έλεγα ότι είμαι συναισθηματικός. Η τέχνη για εμένα είναι πολύ προσωπική υπόθεση. Με τις παραστάσεις προσπαθώ να ξεφεύγω. Θέλουμε να είμαστε όσο πιο έντιμοι και τίμιοι γίνεται απέναντι στο κοινό για να μπορούμε να είμαστε αληθινοί. Γι’ αυτό δουλεύω και με προσωπικές ιστορίες της ομάδας. Θέλω ο κόσμος να σκέφτεται ότι θα μπορούσε να είναι στη θέση μας».

«Συνεργάζεστε» με την τεχνολογία;

«Φοβάμαι την τεχνολογία στο θέατρο. Μπορεί να χρησιμοποιώ την Τεχνητή Νοημοσύνη για πρακτικούς λόγους στην καθημερινότητά μου και στο κινητό, αλλά παράλληλα νιώθω τρόμο, γιατί βλέπω τι έχουν κάνει όλα αυτά στην κοινωνία μας. Ο,τι κάνουμε στο smartphone συνδέεται με το χρήμα και πάει λέγοντας… Οχι ότι πιστεύω στις σκοτεινές δυνάμεις που θέλουν να καταστρέψουν την κοινωνία – βέβαια κάποιοι είναι όντως κακοί και μας χειραγωγούν. Αλλά δεν πιστεύω σε θεωρίες συνωμοσίας. Ο,τι κάνουμε το κάνουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας, επιτρέποντας στο χρήμα να επηρεάσει τα πάντα. Αυτή η λαιμαργία που έχουμε είναι ασταμάτητη.

Μου αρέσουν όλα αυτά που προσφέρει η τεχνολογία, το πόσο έχει διευκολυνθεί η ζωή μου, αλλά, καμιά φορά, όταν πρόκειται να ταξιδέψω, σκέφτομαι ότι θα ήθελα να μιλήσω με έναν ταξιδιωτικό πράκτορα, να ανταλλάξουμε μια κουβέντα, να έχω επαφή με έναν άνθρωπο».

Ποιος είναι ο ρόλος της τέχνης στη σύγχρονη κοινωνία;

«Πιστεύω πολύ στον ρόλο της τέχνης. Θεωρώ ότι είναι μεγάλο προνόμιο να δουλεύεις με τις παραστατικές τέχνες. Κοιτάξτε τώρα, εγώ, από τη Νορβηγία ήρθα στην Ελλάδα και θα παρουσιάσω  δουλειά μου στην Επίδαυρο. Ακόμα και ένας άνθρωπος να επηρεαστεί από αυτό που θα δει, θα είμαι ευτυχής – και μπορεί να συμβεί. Είναι προνόμιο και ευθύνη.

Στο θέατρο το κοινό ακούει και δεν μιλάει, και αυτό είναι καταπληκτικό γιατί δεν συμβαίνει πια. Πού αλλού ο κόσμος μόνο ακούει; Αυτή την ευθύνη πρέπει να την προστατεύσουμε».

Τη νιώθετε;

«Μια μικρή ευθύνη την αισθάνομαι. Και είμαι πανευτυχής γι’ αυτές τις λίγες φορές που κάποιος με σταμάτησε στον δρόμο για να με ευχαριστήσει που με την παράστασή μου του άλλαξα τη ζωή. Δεν είναι λίγο. Επηρεάζομαι κι εγώ από μια παράσταση, από μια ταινία. Και ελπίζω ότι μπορούμε και εμείς να εμπνεύσουμε».

INFO

«Αντιγόνη», του Alan  Lucien  yen: Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου,  στις 7 και 8 Αυγούστου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.