Εκεί που όλος ο πλανήτης παρακολουθούσε τις τελευταίες ημέρες τα «απόνερα» της επιχείρησης μεταφοράς των περίπου 150 επιβατών του ολλανδικού κρουαζιερόπλοιου «MV Hondius» στις 23 διαφορετικές χώρες προέλευσής τους (ανάμεσά τους και η Ελλάδα) – όλοι τους συνεχίζουν να βρίσκονται σε πολυήμερη καραντίνα – εξαιτίας της… επιβίβασης στο πλοίο του χανταϊού, έσκασε μια νέα «ιογενής βόμβα», αυτή τη φορά εξ αφρικανικού εδάφους ορμώμενη (και όχι… εν πλω). Στις 17 Μαΐου ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης διεθνούς ανησυχίας την επιδημία Εμπολα που οφείλεται στο είδος Μπουντιμπούγκιο (Bundibugyo) του ιού, η οποία ξέσπασε αρχικώς στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και επεκτάθηκε στη γειτονική Ουγκάντα.
Μια επιδημία που «σιγόκαιγε», ως φαίνεται, επί εβδομάδες «κάτω από τα ραντάρ» των αρμόδιων αφρικανικών αρχών, με αποτέλεσμα, μέχρι την ώρα που γραφόταν αυτό το κείμενο την περασμένη Πέμπτη, να έχει σκοτώσει 139 άτομα (παράλληλα τα ύποπτα κρούσματα ήταν 600) – μάλιστα οι επίσημοι αριθμοί εκτιμάται ότι είναι πολύ μικρότεροι από τους πραγματικούς, δεδομένου ότι μιλάμε για χώρες με περιοχές δύσβατες και απομονωμένες, όπου συχνά δεν υπάρχει επαρκής υγειονομική κάλυψη, πόσω μάλλον η δυνατότητα διεξαγωγής εξειδικευμένων διαγνωστικών τεστ.
Και μπορεί η Αφρική να μας φαίνεται μακρινή, ωστόσο στον στενά «συνδεδεμένο» κόσμο μας οι αποστάσεις μειώνονται – έως και εκμηδενίζονται – όπως περίτρανα απέδειξε η πανδημία της COVID-19 που ξεκίνησε από την Κίνα. Ηδη στο νοσοκομείο Charité του Βερολίνου νοσηλεύεται με Εμπολα αμερικανός γιατρός ο οποίος προσέφερε τις υπηρεσίες του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ως μέλος ιεραποστολικής ομάδας. Οι ΗΠΑ ζήτησαν από τη Γερμανία τη συμβολή της στη νοσηλεία του ενώ άλλοι έξι Αμερικανοί που βρίσκονται στην περιοχή και έχουν εκτεθεί στον ιό αναμένεται να μεταφερθούν εκτός Κονγκό για παρακολούθηση.
Μια Διάσκεψη, πολλές σκιές
Υπό τη σκιά των δύο ιογενών απειλών ξεκίνησε στη Γενεύη την περασμένη Δευτέρα η 79η Διεθνής Διάσκεψη του ΠΟΥ, η οποία αναμενόταν να ολοκληρωθεί χθες Σάββατο (αν και οι σκιές που καλύπτουν τη Διάσκεψη είναι πολλές ακόμη, όπως πολιτικές αλλά και σχετικές με τη χρηματοδότηση του Οργανισμού). Στην εναρκτήρια δήλωσή του ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ δρ Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους μίλησε για την ευκαιρία να επιτύχουμε το υψηλότερο δυνατό στάνταρ υγείας «όχι ως πολυτέλεια για κάποιους αλλά ως δικαίωμα για όλους». Την περασμένη Τρίτη ο δρ Τέντρος έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην επιδημία του Εμπολα τονίζοντας ότι ανησυχεί πολύ σχετικά με την κλίμακα και την ταχύτητά της. Τις ανησυχίες του ΠΟΥ για περαιτέρω εξάπλωση του ιού εντείνουν μεταξύ άλλων η καταγραφή κρουσμάτων σε αστικές περιοχές όπου ο συνωστισμός ευνοεί την ταχεία μετάδοση, η ύπαρξη αρκετών κρουσμάτων μεταξύ του υγειονομικού προσωπικού, καθώς και το γεγονός ότι στην απομακρυσμένη επαρχία Ιτούρι της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, από όπου φαίνεται να ξεκίνησε η επιδημία, βρίσκονται σε εξέλιξη ένοπλες συγκρούσεις που δεν επιτρέπουν τον σωστό έλεγχο της έκτακτης υγειονομικής κατάστασης.
Αυτή η ιογενής «επέλαση» είναι επόμενο να γεννά ανησυχία. Είναι όντως πιθανό ο χανταϊός ή ο ιός Εμπολα να έχουν περαιτέρω εξάπλωση και να μας απειλήσουν; Καθησυχαστική εμφανίζεται, μιλώντας στο ΒΗΜΑ-Science, η διακεκριμένη ελληνίδα καθηγήτρια Ιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ροκφέλερ της Νέας Υόρκης δρ Θεοδώρα Χατζηιωάννου, στην οποία θέτουμε αυτό το ερώτημα. «Σε ό,τι αφορά τον χανταϊό θεωρώ πως το ζήτημα βαίνει σταδιακά προς το τέλος του – πιθανώς να εμφανιστούν λίγα ακόμη κρούσματα εξαιτίας του μεγάλου χρόνου επώασης του ιού των Ανδεων που έχει προκαλέσει το τελευταίο ξέσπασμα, ωστόσο υπήρξε ταχεία αντίδραση και ο κίνδυνος κυκλώθηκε και περιορίστηκε».
Θετική ήταν η αντίδραση του ΠΟΥ και σε ό,τι αφορούσε τον ιό Εμπολα, σύμφωνα με την καθηγήτρια. «Ηταν σωστή κίνηση η κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης καθώς λόγω των ιδιαιτεροτήτων της περιοχής όπου εμφανίστηκε η έξαρση, φαίνεται ότι η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο – μιλάμε άλλωστε για έναν ιό υψηλής θνητότητας. Ενα επιπλέον πρόβλημα που αφορά το είδος Μπουντιμπούγκιο είναι ότι εμφανίζει αρκετές γενετικές διαφορές από τα είδη του Σουδάν και του Ζαΐρ που προκαλούν συνήθως επιδημίες στην Αφρική. Εξ ου και δεν υπάρχουν για αυτό εμβόλια και θεραπείες».
Αγώνας δρόμου για εμβόλια, θεραπείες
Η δρ Χατζηιωάννου σημειώνει πάντως ότι οι επιστήμονες δίνουν μάχη με τον χρόνο για να δοκιμάσουν πειραματικές θεραπείες και εμβόλια ενάντια στο σπάνιο είδος Μπουντιμπούγκιο του Εμπολα. «Ακολουθούνται ταχείες διαδικασίες για τη δοκιμή δύο θεραπειών, του αντι-ιικού φαρμάκου ευρέος φάσματος ρεμδεσιβίρη, το οποίο είχε δοκιμαστεί με μέτρια αποτελέσματα στο Κονγκό κατά τη διάρκεια επιδημίας του Εμπολα Ζαΐρ το 2018 αλλά και στην πανδημία της COVID-19 καθώς και της θεραπείας ΜΒΡ134, που αποτελεί συνδυασμό δύο αντισωμάτων τα οποία αναγνωρίζουν διαφορετικά είδη του ιού Εμπολα». Το ΜΒΡ134 χορηγήθηκε και στη διάρκεια επιδημίας του ιού Εμπολα Σουδάν στην Ουγκάντα το 2022 στο πλαίσιο κατ’ εξαίρεση χρήσης για ανθρωπιστικούς λόγους. Πειράματα σε ζώα έχουν πάντως δείξει ότι μπορεί να είναι αποτελεσματικό και ενάντια στο είδος Μπουντιμπούγκιο.
Τα πράγματα είναι πιο περιορισμένα σε ό,τι αφορά τα εμβόλια. Σύμφωνα με στοιχεία, τα Αφρικανικά Κέντρα για τον Ελεγχο και την Πρόληψη Νοσημάτων και ο ΠΟΥ εξετάζουν το ενδεχόμενο δοκιμών του πρώτου εγκεκριμένου εμβολίου (Εrvebo) για την πρόληψη του Εμπολα, το οποίο έχει αναπτυχθεί ενάντια στο είδος του Ζαΐρ του ιού αλλά είναι άγνωστο αν θα έχει αποτελεσματικότητα και για το είδος Μπουντιμπούγκιο. Είναι μάλιστα πιθανό να αναπτυχθεί νέα εκδοχή του Ervebo ειδικά ενάντια στο είδος Μπουντιμπούγκιο – κάτι τέτοιο όμως θα απαιτήσει έξι με εννέα μήνες. Ειδικό εμβόλιο για το συγκεκριμένο είδος του ιού Εμπολα αναπτύσσει και το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης με βάση την πλατφόρμα στην οποία δημιουργήθηκε το εμβόλιο για την COVID-19 της AstraZeneca – χάρη στην έτοιμη αυτή πλατφόρμα εκτιμάται ότι θα μπορούν να υπάρχουν επαρκείς δόσεις του συγκεκριμένου εμβολίου σε δύο με τρεις μήνες (ωστόσο θα απαιτηθούν και δοκιμές του σε ανθρώπους).
Eίναι η επόμενη COVID-19;
Το θετικό πάντως, κατά την καθηγήτρια Χατζηιωάννου, είναι ότι τόσο ο χανταϊός των Ανδεων όσο και ο ιός Εμπολα δεν μεταδίδονται αερογενώς όπως η γρίπη ή ο SARS-CoV-2. «Ετσι είναι πιο δύσκολο να δώσουν πανδημία. Εκτιμώ ότι η επιδημία του Εμπολα μπορεί να λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις αλλά μόνο εντός Αφρικής. Πάντως ούτε ο χανταϊός ούτε ο Εμπολα είναι η επόμενη COVID-19 – πιθανώς η επόμενη πανδημία θα έρθει πάλι από ένα στέλεχος γρίπης ή κορωνοϊού. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, με τους ιούς δεν μπορείς να είσαι ποτέ σίγουρος. Απαιτείται πάντα ετοιμότητα, όχι όμως ανησυχία, ούτε πανικός».
Από την πλευρά της η ομότιμη καθηγήτρια του Τμήματος Ιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), υπεύθυνη του ευρωπαϊκού εργαστηρίου αναφοράς (EURL) για τους ιούς που μεταδίδονται με διαβιβαστές (vector borne viruses) και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Διεθνούς Εταιρείας Χανταϊών Αννα Παπά-Κονιδάρη υπογραμμίζει στο ΒΗΜΑ-Science ότι και τα δύο ιογενή ζητήματα που μας απασχολούν αυτή την περίοδο «είναι τοπικού χαρακτήρα – το ένα αφορά έναν χανταϊό της Λατινικής Αμερικής που κατάφερε να διεισδύσει σε ένα κρουαζιερόπλοιο και το δεύτερο έναν ιό της Αφρικής – που όμως δείχνουν την πιθανή μεγαλύτερη δυναμική τους, η οποία ευνοείται στον άκρως συνδεδεμένο σύγχρονο κόσμο μας».
Τα καλά νέα και τα λιγότερο καλά
Τα καλά νέα σε ό,τι αφορά τη μάχη μας με τις ιογενείς απειλές σαν και αυτές είναι, κατά την κυρία Παπά-Κονιδάρη «το ότι υπάρχει πλέον ταχεία επαγρύπνηση και επιτήρηση, υπάρχουν επίσης νέες τεχνολογίες που επιτρέπουν τον γρήγορο χαρακτηρισμό των ιών και νέες διαγνωστικές μέθοδοι για τον έλεγχο των πιθανών κρουσμάτων. Επιπλέον ο θεσμός των ευρωπαϊκών εργαστηρίων αναφοράς που ξεκίνησε σχετικά πρόσφατα δίνει μεγάλη ώθηση στην ταχεία ανταπόκριση».
Υπάρχουν όμως και τα λιγότερο καλά νέα, επισημαίνει η ειδικός. «Ο ιός των Ανδεων, σε αντίθεση με τους άλλους χανταϊούς, έχει την ικανότητα μετάδοσης μεταξύ ανθρώπων, αν και η μετάδοση δεν είναι τόσο εύκολη όσο με τους ιούς του αναπνευστικού, όπως αναφέρουμε και στην ανακοίνωση που εκδώσαμε ως Διεθνής Εταιρεία Χανταϊών. Επιπλέον μπορεί κάποια άτομα με πολύ υψηλό ιικό φορτίο να μεταδώσουν τον ιό σε πολλά άλλα άτομα, πρόκειται για τους αποκαλούμενους υπερμεταδότες (superspreaders)». Προσθέτει πάντως ότι σε γενικό πλαίσιο η εικόνα σχετικά με τον χανταϊό είναι καλή. «Μπορεί να δούμε λίγα ακόμη κρούσματα, μπορεί και όχι».
Πιο ρευστή είναι η εικόνα σε ό,τι αφορά τον Εμπολα, αναφέρει η κυρία Παπά-Κονιδάρη. «Εχουμε μια μεγάλη επιδημία και κανένας δεν ξέρει πώς θα συμπεριφερθεί στην πορεία αυτό το είδος του ιού του Εμπολα και αν θα φθάσει σε άλλες χώρες μέσω των μετακινήσεων των πληθυσμών. Η γενικότερη θέση μας ως Διεθνούς Εταιρείας Χανταϊών είναι ότι απαιτείται εγρήγορση. Και αυτό διότι ακόμη και ένας απομονωμένος ιός μπορεί να ταξιδέψει πολύ μακριά, ακόμη και ένα θεωρούμενο σπάνιο ιογενές νόσημα μπορεί να έχει το δυναμικό μετάδοσης έξω από τα συνηθισμένα όρια». Εν κατακλείδι, σίγουρα όχι ανησυχία, όχι όμως και εφησυχασμός.



