Ο ένας, κατά τεκμήριο, είναι ο πιο ισχυρός στρατός του κόσμου. Ο άλλος είναι ισχυρός κατά δήλωσή του. Κανένας τους όμως δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των εντολέων του. Στο Ιράν, ο «θείος Σαμ» βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με το αδιέξοδο των Στενών του Ορμούζ. Στην Ουκρανία, ο στρατός των Ρώσων βάφεται ξανά και ξανά κόκκινος από το αίμα που χύνουν εδώ και τέσσερα χρόνια οι φαντάροι του.
Παρατηρεί κανείς την αναλογία ακόμα και αν παρακολουθεί τους πολέμους, όχι με την προσήλωση του ειδικού, αλλά από τον καναπέ του με ένα ζευγάρι παντόφλες στα πόδια του και ένα πακέτο μπισκότα στα χέρια του. Βλέπει και τη δυσαναλογία ανάμεσα στον σχεδιασμό και την εκτέλεση. Ή μήπως δεν πρόκειται ακριβώς για σχεδιασμό;
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στον Μάνο Καραταράκη και φιλοξενείται στη σημερινή έκδοση του «Βήματος», η Τάνια Κρίουσον, ειδική του ΝΑΤΟ στο πεδίο του «γνωστικού πολέμου», εξηγεί ότι το δίλημμα «πόλεμος ή ειρήνη» δεν απαντάται ποτέ με τη λογική και μόνο. Συχνά οι αποφάσεις δεν είναι προϊόν κάποιας «στρατιωτικής επεξεργασίας». Καθόλα «ανθρώπινοι παράγοντες» όπως ο εγωισμός, η ιδέα που έχει ένας ηγέτης για τον εαυτό του ή η αντίληψη που έχει για τον κόσμο γίνονται η κινητήριος δύναμη. Γιούργια!
Αυτός ο «ανθρώπινος παράγοντας», είτε ως βιολογικός είτε ως ψυχολογικός, είναι απολύτως εμφανής τόσο στον Λευκό Οίκο όσο και στο Κρεμλίνο. Συχνά αναζητούμε μια σχεδόν ανώτερη σοφία πίσω από μια πολεμική πράξη, ένα σατανικά καταρτισμένο σχέδιο, βασισμένο σε δεδομένα που έχουν στη διάθεσή τους τρομεροί στρατιωτικοί επιτελείς και ακόμα τρομερότερες μυστικές υπηρεσίες.
Υποθέτουμε πως αυτοί ξέρουν ό,τι εμείς δεν πρόκειται να μάθουμε ποτέ. Η αποτυχία του σχεδίου αποκαλύπτει μια αδιανόητη όσο και πεζή πραγματικότητα. Δεν είναι η ανθρώπινη σοφία που βασιλεύει στις κλειστές συσκέψεις του Λευκού Οίκου και τις βαριές αίθουσες του Κρεμλίνου. Αν δεν είναι η βλακεία, είναι οπωσδήποτε η παράνοια ή ένας μοιραίος συνδυασμός. Είναι ο πόλεμος της «ιδέας που έχει κανείς για τον εαυτό του», όπως θα έλεγε η Τάνια Κρίουσον. Ή, όπως θα λέγαμε εμείς μεταφρασμένα στη γλώσσα του καναπέ μας, ο πόλεμος του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;».
Εξίσου εμφανής είναι η αντίληψη των πρωταγωνιστών των πολέμων για τον κόσμο. Ο Ντόναλντ Τραμπ βλέπει έναν κόσμο που μπορεί να τον κάνει ό,τι θέλει. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν έναν κόσμο του οποίου θα ήθελε να καθυποτάξει ένα μέρος και να εξαφανίσει ένα άλλο. Κι άλλοι «ανθρώπινοι παράγοντες» που δεν θα βρει κανείς ποτέ στις απόρρητες εκθέσεις των στρατιωτικών επιτελείων και των μυστικών υπηρεσιών: μεγαλομανία, μίσος, ναρκισσισμός, ιδεασμοί, συμπλέγματα.
Σε ένα τέτοιο «ανθρώπινο» περιβάλλον, είναι να αναρωτιέται κανείς εάν το μυαλό θολώνει ακόμα περισσότερο από την αίσθηση της επιτυχίας ή από την αποκάλυψη της αποτυχίας. Τι θα έκανε ο Τραμπ εάν η στρατιωτική του επιχείρηση υπάκουε στους κανόνες του θεάματος και έριχνε το Ιράν γρήγορα και εντυπωσιακά; Θα περιφρονούσε ακόμα περισσότερο τους συμμάχους του στη Δύση και θα ζητούσε στο πιάτο τη Γροιλανδία; Και ο Πούτιν; Αφού θα είχε κατακτήσει την Ουκρανία με έναν «περίπατο», θα όρμαγε στις χώρες της Βαλτικής;
Πιθανότατα. Μόνο που αυτό που παρακολουθούμε είναι μια στρατιωτική αποτυχία σε αργή κίνηση. Και αφού καμία στρατιωτική αποτυχία δεν σβήνεται με τη γόμα, δεν έχει παρά να αναρωτηθεί κανείς πώς θα διαχειριστούν ο Λευκός Οίκος και το Κρεμλίνο ένα αδιέξοδο που παρατείνεται στον χρόνο και ισοδυναμεί με ήττα. Εδώ ο «ανθρώπινος παράγοντας» γίνεται σπασμωδικός και ως τέτοιος μπορεί να καταστεί ανεξέλεγκτος. Με ποια «νίκη» ισοφαρίζεται μια ήττα; Γιούργια και πάλι γιούργια.



