Ο αναγνώστης γνωρίζει ήδη βιωματικά ότι πολύ μεγάλο μέρος του εισοδήματος σήμερα δαπανάται αναγκαστικά για την τριάδα των βασικών αναγκών, δηλαδή διατροφή, στέγαση και ενέργεια. Συχνά το μηνιαίο κόστος κάλυψης αυτών των αναγκών υπερβαίνει το διαθέσιμο εισόδημα και οδηγεί οικογένειες με χαμηλότερα εισοδήματα σε οικονομικό αδιέξοδο.

Η ετήσια αύξηση του δείκτη τροφίμων έφτασε στο 4,5% τον Μάρτιο 2026, ενώ η συσσωρευτική αύξηση των ειδών διατροφής μεταξύ Μαρτίου 2021 και Μαρτίου 2026 είναι σχεδόν 38% σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Γενικότερα, οι ανατιμήσεις σε όλα τα καταναλωτικά προϊόντα καθημερινής χρήσης είναι πολύ μεγάλες από το έτος 2021 μέχρι σήμερα. Αντίστοιχα, οι αυξήσεις των μισθών είναι πράγματι σημαντικές, αλλά συνήθως δεν επαρκούν για να εξουδετερώσουν την αύξηση του κόστους διαβίωσης.

Γνωρίζουμε από έρευνες ότι οικογένειες με σταθερά εισοδήματα βιώνουν μεγάλη μείωση της αγοραστικής δύναμης και οδηγούνται σε μείωση της πραγματικής κατανάλωσης και ταυτόχρονη μετατόπιση των προτιμήσεων σε φθηνότερες αγοραστικές επιλογές. Το κόστος της στέγασης συνεχίζει μία ανοδική πορεία αποσυνδεδεμένη από τις οικονομικές δυνατότητες των εργαζομένων.

Για παράδειγμα, το κόστος στέγασης αυξήθηκε άνω του 30% μεταξύ Μαρτίου 2021 και Μαρτίου 2026 με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, ενώ Αττική και Θεσσαλονίκη πιέζονται πολύ περισσότερο. Για παράδειγμα, οι τιμές κατοικιών στην Αθήνα σχεδόν διπλασιάστηκαν στην περίοδο 2017-2026.

Οι νέοι βλέπουν το ενοίκιο να απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του μισθού τους καθιστώντας πολύ δύσκολη τη δημιουργία οικογένειας. Η στέρηση από τους νέους της επιλογής να ξεκινήσουν τη δική τους ζωή είναι ίσως η πιο κρίσιμη επίπτωση της ακριβής στέγης, με καταστροφικές συνέπειες για το δημογραφικό πρόβλημα που έχει λάβει υπαρξιακές διαστάσεις για την Ελλάδα.

Η στεγαστική κρίση ήταν όμως προβλέψιμη. Η μετατροπή κατοικιών σε βραχυχρόνιες μισθώσεις αφαιρεί κρίσιμες μονάδες από την αγορά. Αυτό μειώνει την προσφορά κατοικιών, με αποτέλεσμα την άνοδο τιμών και ενοικίων. Ταυτόχρονα, η προσφορά κατοικιών δεν αυξάνεται αναλογικά εξαιτίας της πραγματικά νοσηρής γραφειοκρατίας, του υψηλού κόστους κατασκευής και της περιορισμένης γης. Επιπλέον, προγράμματα όπως η Golden Visa και η επενδυτική ζήτηση από το εξωτερικό αύξησαν τις τιμές επιλεγμένων περιοχών, οι οποίες φυσικά συμπαρέσυραν γρήγορα τις υπόλοιπες. Το αποτέλεσμα είναι διαρκής άνοδος τιμών και ενοικίων που εκτοπίζει από την αγορά τους ντόπιους εργαζομένους, ένα φαινόμενο γνωστό διεθνώς ως «pricing out».

Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά στην Ελλάδα παραμένουν υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η διακύμανση της χονδρικής τιμής, φόροι, επιβαρύνσεις και ρυθμιστικά τέλη επηρεάζουν τους λογαριασμούς. Οι αλλεπάλληλες γεωπολιτικές κρίσεις αυξάνουν το κόστος των καυσίμων, καθιστώντας την ενέργεια ένα τρίτο μεγάλο πρόβλημα για τους καταναλωτές. Η τριπλή ακρίβεια σε ράφι, στέγη και ενέργεια δεν αφορά όμως μόνο τον καταναλωτή. Οι ανατιμήσεις σε αγαθά, ακίνητα και ενέργεια αυξάνουν το κόστος λειτουργίας και παραγωγής των επιχειρήσεων και τις καταστούν λιγότερο ανταγωνιστικές. Για παράδειγμα, το υψηλό κόστος της ενέργειας έχει επανειλημμένα καταδειχθεί ως πολύ μεγάλο βάρος για την ελληνική βιομηχανία.

Ο κ. Γεώργιος Μπάλτας είναι καθηγητής του Τμήματος Μάρκετινγκ & Επικοινωνίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.