Είναι το ελληνικό ένα Σύνταγμα που γράφεται, σβήνεται και ξαναγράφεται; Είναι ενδεχομένως κάτι που μπορεί να ισχυριστεί ένας Δανός, αλλά όχι ένας Σουηδός, ένας Γάλλος, ένας Γερμανός ή ένας Ιταλός.
Η τελευταία φορά που η Δανία τροποποίησε τον καταστατικό της χάρτη ήταν το μακρινό 1953 για να διασφαλιστεί η ισότητα των φύλων στον θρόνο – επιτέλους και μια βασίλισσα. Αυτή όμως είναι μάλλον η εξαίρεση στον κανόνα. Μόνο τα τελευταία 50 χρόνια, ο μαρκαδόρος της αναθεώρησης έχει σβήσει και έχει γράψει νέες διατάξεις δεκάδες φορές στα γερμανικά, τα γαλλικά ή τα ιταλικά. Οι Γερμανοί, μεταξύ άλλων, «συνταγματοποίησαν» την προστασία του περιβάλλοντος και το «φρένο χρέους».
Οι Γάλλοι ενσωμάτωσαν στο Σύνταγμά τους τη «Χάρτα του Περιβάλλοντος» και μείωσαν τη θητεία του Προέδρου τους από 7 σε 5 χρόνια. Και οι Ιταλοί ψαλίδισαν τον αριθμό των βουλευτών τους και των γερουσιαστών τους, ενσωμάτωσαν τον «ισοσκελισμένο προϋπολογισμό» και εγγυήθηκαν μεγαλύτερη αυτονομία στις περιφέρειες.
Με βάση επομένως την πολυπαινεμένη «διεθνή εμπειρία» δεν μιλάμε για κάποια από εκείνες τις ελληνικές εξαιρέσεις που κρατούν τη χώρα μακριά από τα ευρωπαϊκά ήθη. Αλλά ούτε και για κάποιον συνταγματικό στροβιλισμό που ταλαιπωρεί τη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία. Οπως συμβαίνει αλλού, έτσι κι εδώ αναθεωρείται ό,τι συνελήφθη ως θεωρία αλλά αποδείχθηκε ελάχιστα λειτουργικό στην πράξη. Ή ενσωματώνεται ό,τι επιβάλλει ο συγχρονισμός με τη σημερινή εποχή.
Αυτή είναι παντού η συνταγματική καμπύλη. Στο Σύνταγμα αντανακλάται η εξέλιξη της ιδιωτικής ζωής και του δημόσιου βίου. Ο καταστατικός χάρτης είναι ένα μωσαϊκό ατομικών δικαιωμάτων, κοινού οφέλους και θεσμικών ρυθμίσεων.
Ωραία, αλλά «σε ποια κατεύθυνση»; Εδώ είναι που το πράγμα σηκώνει πολλή κουβέντα. Κανένας δεν διαφωνεί ότι το Σύνταγμα πρέπει να αλλάζει με τη βραδύτητα που ένα σαλιγκάρι, ο «Γκάρι» ας πούμε, διασχίζει μια λωρίδα διαγράμμισης στον δρόμο, κίτρινη κατά προτίμηση, για να μειωθεί το ρίσκο της σύνθλιψης. Αλλά πώς;
Ετσι η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης μετατρέπεται σε μια πρόκληση συναίνεσης και σε μια άσκηση ωριμότητας του πολιτικού συστήματος. Το πράγμα πράγματι σηκώνει πολλή κουβέντα, αλλά η κουβέντα έχει δύο βασικές προϋποθέσεις. Η μία είναι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία να μην προτείνει με όρους πολιτικής επικυριαρχίας. Και η άλλη, η κοινοβουλευτική μειοψηφία να μην τοποθετείται με γνώμονα έναν, οικείο σε κάθε αντιπολίτευση, στείρο αρνητισμό. Ασφαλώς δεν μπορεί να παραγνωριστεί η παράμετρος των αριθμητικών συσχετισμών στο κομματικό σύστημα. Δεν μπορεί όμως να είναι αυτός ο άξονας της συζήτησης.
Ισχύει και σε αυτή την αναθεώρηση. Μια συζήτηση ανάμεσα στους περισσότερους που έχουν την αίσθηση ότι κρατούν το μαχαίρι και το πεπόνι και στους λιγότερους που πετούν πέτρες είναι εξαρχής εξαντλημένη. Το πραγματικό ρίσκο τώρα είναι η «τοξικοποίηση» της συνταγματικής αναθεώρησης και είναι πολλαπλώς καταστροφικότερη από τη σύνθλιψη ενός αμέριμνου και μακάριου σαλιγκαριού.
Στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης δεν πρέπουν τέτοιου τύπου αμεριμνησίες και μακαριότητες. Το Σύνταγμα δεν υπόκειται σε έναν διάλογο business as usual, πολωτικού έως το μεδούλι και με ικανές ποσότητες καχυποψίας για να δηλητηριαστεί η δημόσια ζωή. Δεν είναι μια μάχη, αλλά μια συνεννόηση. Γίνεται;
Θα φανεί στον χρόνο που απομένει μέχρι το σαλιγκάρι να διασχίσει την κίτρινη λωρίδα και η συζήτηση να φτάσει στο τέλος της. Δεν χρειάζονται πάντως μαντικές ικανότητες για να προβλέψει κανείς ότι η πρόκληση της συναίνεσης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη σε συνθήκες προεκλογικού περιβάλλοντος.
Αυτό, ναι, θα ήταν μια ελληνική εξαίρεση: Το Σύνταγμα να έχει αλλάξει πολύ, λίγο ή καθόλου. Αλλά στο μεταξύ, ως κοσμική Βίβλος και κείμενο των κειμένων, να έχει βιώσει μια τραυματική εμπειρία.
Αντίο, Γκάρι.



