Μέχρι πού φτάνουν τα όρια της αντιπολίτευσης σε μια κυβέρνηση, και δη τη συγκεκριμένη κυβέρνηση; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Εχει να κάνει με την ποιότητα της πολιτικής μας ζωής, η οποία συνεχώς διολισθαίνει. Βρίσκεται σε διαρκή φθορά, και όσο κατεβαίνει, ο προβληματισμός που δημιουργείται δεν είναι αν μπορεί να αναστραφεί η καθοδική πορεία, αλλά το πόσο ακόμη πιο χαμηλά μπορεί να υποβιβαστεί. Αλλά, όπως αποδεικνύεται, αυτό το βαρέλι είναι απύθμενο, δίχως πάτο. Αρα η πολιτική τάξη της χώρας μπορεί να αυτοϋπονομεύεται συνεχώς και αδιαλείπτως, υποβιβάζοντας την ποιότητα του πολιτικού διαλόγου κι άλλο, έως ότου βρεθεί – επιτέλους – ο πάτος του βαρελιού.
Το σοβαρότερο είναι ότι παραβλέπει το πιο σημαντικό. Οτι με τον τρόπο αυτόν τροφοδοτεί τον λεγόμενο αντισυστημισμό, από τον οποίο φυσικά δεν μπορεί να προσδοκά τίποτε. Διότι ο αντισυστημισμός έχει τσουβαλιάσει στο ίδιο τσουβάλι με την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση.
Παράδειγμα: η έννοια του εθνικώς ωφέλιμου έναντι του πρόσκαιρου, αν και αμφίβολου στην τελική οφέλους, που προσφέρει ο λαϊκισμός, είναι μια έννοια την οποία συστηματικά παραγνωρίζει η αντιπολίτευση. Διαχρονικό το φαινόμενο. Δεν αφορά μόνο τη σημερινή περίοδο, ούτε και «προσωποποιεί» κόμματα και πολιτικές προσωπικότητες. Αν και υπάρχουν υποδιαιρέσεις και μεταξύ τους, η ουσία εν τέλει είναι πως αντί της λειτουργικής προστασίας των συμφερόντων της χώρας, κόμματα και πολιτικοί της αντιπολίτευσης επιδιώκουν per mare per terra το μικροκομματικό όφελος.
Και, όπως προανέφερα, αυτής της τακτικής δεν εξαιρείται κανείς. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία ψέγει σήμερα, και σωστά, την αντιπολίτευση διότι της επιτέθηκε, και σε ορισμένες περιπτώσεις με ακραίο τρόπο, σχετικά με το πολύνεκρο ναυάγιο της Χίου, έκανε τα ίδια ως αντιπολίτευση. Και δεν εννοώ μόνο στον ΣΥΡΙΖΑ, εννοώ κυρίως στο ΠαΣοΚ.
Ποιος μπορεί να ξεχάσει ότι στην κορύφωση της κρίσης του 2010-2011, η ΝΔ υπό τον κ. Α. Σαμαρά και με τον νυν πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη κορυφαίο στέλεχος, όχι μόνο δεν έβαλε πλάτη για να σωθεί η χώρα, αλλά με απάτες τύπου Ζαππείου και ψευδείς από την αρχή ως το τέλος εξαγγελίες περί εξόδου από το Α’ Μνημόνιο κατάφερε να εκτοπίσει το ΠαΣοΚ από την εξουσία. Γιατί αυτός ήταν ο στόχος, άσχετα αν δεν ωφέλησε στο παραμικρό τη χώρα. Αντιθέτως την έριξε ακόμη πιο βαθιά στην κρίση χρέους.
Και πόση διαφορά υπάρχει ανάμεσα σε αυτή τη στάση και στη στάση ενός ηγέτη όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος το 1977, όντας αρχηγός της αντιπολίτευσης, στήριξε τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή σε μια σοβαρή κρίση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, απαιτώντας «βυθίσατε το “Χόρα”» – το τουρκικό ερευνητικό σκάφος που είχαν βγάλει οι Τούρκοι στο Αιγαίο. Ο Παπανδρέου επικρίθηκε σκληρά για τη δήλωση αυτή, έως και πολεμοκάπηλο τον αποκάλεσαν. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι υπήρξε προσυνεννόηση μεταξύ των δυο ηγετών.
Δύο διαφορετικά γεγονότα, δυο διαφορετικές αντιλήψεις για το τι είναι το εθνικώς ωφέλιμο και ποιον ρόλο μπορεί να παίξει η αντιπολίτευση για την προστασία της χώρας έναντι τρίτων.
Ως εκ τούτου, δεν προξενεί καμία έκπληξη η στάση της σημερινής αντιπολίτευσης για το ναυάγιο της Χίου, διότι η σημερινή αντιπολίτευση απλώς ακολουθεί δρόμους που έχουν χαραχθεί πριν από εκείνη, από άλλους. Στα 52 χρόνια της Μεταπολίτευσης, προϋπήρξαν αντίστοιχες ή και χειρότερες περιπτώσεις. Γιατί όχι και σήμερα; Η μονοκρατορία Μητσοτάκη είναι το απολυτό άλλοθι, ακόμη και να θυσιαστεί και το όφελος της χώρας, αλλά και διαχρονικές αξίες, όπως το τεκμήριο της αθωότητας για τους λιμενικούς που ενεπλάκησαν στο επεισόδιο.
Ναι, είναι γνωστό ότι υπάρχει στον αέρα (ή μπορεί και στην πραγματικότητα, δεν το ξέρω) η υποψία ότι καθημερινά επιχειρείται να αποτραπεί η έλευση μεταναστών στην Ελλάδα εντός της θάλασσας, κι αυτό εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους, κυρίως για τους απελπισμένους που αναζητούν μια καλύτερη τύχη στην Ευρώπη. Ναι, είναι πιθανό στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας να συμβαίνουν δυστυχήματα, με πιο πρόσφατο αυτό της Χίου, και πιο τρομερό εκείνο της Πύλου. Αλλά ας αναγνωριστεί στους ανθρώπους αυτούς, που νύχτα, για ένα χιλιάρικο μισθό, παλεύουν στα σκοτάδια να ανταποκριθούν στο καθήκον τους, ενώ εμείς είμαστε αραχτοί στον καναπέ και βλέπουμε ποδόσφαιρο ή μια ταινία.
Ποιος λόγος υπαγορεύει να τους ρίξουμε εν χορώ στα σκυλόψαρα του Αιγαίου; Είναι στάση υπευθυνότητας αυτή;
Αν υπάρχουν ευθύνες για τους χειρισμούς που έγιναν εκείνο το βράδυ, αυτές δεν θα τις καταλογίσει κανένας βουλευτής και κανένα κόμμα. Θα τις καταλογίσει η Δικαιοσύνη. Και θα πράξει ανάλογα, όπως επιτάσσουν ο νόμος και το Δίκαιο. Για τα κόμματα και τους βουλευτές, που ασυγκράτητοι επιτέθηκαν στους λιμενικούς για να χτυπήσουν την κυβέρνηση, ενώ έχουν χίλιες άλλες αιτίες να το κάνουν (δεν είναι δα και άγιοι αυτοί που μας κυβερνούν), δεν υπάρχει κανένα άλλοθι. Ακόμη και το «έτσι κάνουν (έκαναν) όλοι» δεν είναι δικαιολογία. Αντίθετα, συνιστά συνειδητή πράξη υποβάθμισης του ρόλου της αντιπολίτευσης.



