Σχεδόν έναν χρόνο πριν στηθούν οι κάλπες, η χώρα βρίσκεται σε στάση αναμονής ή ελάχιστης δημοσκοπικής μετακίνησης. Φαίνεται ότι η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος θα αποφασίσει όχι απλώς μέσα στο παραβάν, αλλά οριακά πριν σαλιώσει τον φάκελο με το ψηφοδέλτιο.

Η τελευταία δημοσκόπηση της Metron Analysis για το MEGA δεν άλλαξε ούτε τώρα την αίσθηση που έχουμε εδώ και ένα πολύ μεγάλο διάστημα. Ο Μητσοτάκης παραμένει ακατάλληλος, αν όχι για τους περισσότερους ενηλίκους, σίγουρα για αρκετούς από αυτούς. Και, παρ’ όλα αυτά, αδιαφιλονίκητα πρώτος στην ερώτηση για τον καταλληλότερο πρωθυπουργό, με 25,6%. Ναι, με 25,6%. Δεν είναι τυπογραφικό λάθος. Είναι η αλήθεια μιας χώρας που ψάχνει εναλλακτική και δεν βρίσκει.

Γιατί οι περιπτώσεις που θα έπρεπε να γεμίζουν το κενό αυτό, δυστυχώς ή ευτυχώς, προσγειώνονται απότομα. Ο Αλέξης Τσίπρας στην ψυχρή πραγματικότητα της εικόνας που έχει ο κόσμος για εκείνον, εκείνη που καμία επιστροφή δεν σβήνει εύκολα όσα έχουν χαλάσει μια σχέση.

Και η Μαρία Καρυστιανού στη σκληρή συνθήκη που καλείται να αντιμετωπίσει καθώς κατεβαίνει τα σκαλιά προς τον πολιτικό στίβο. Με τις θετικές γνώμες για το πρόσωπό της να κατρακυλούν από 50% τον Ιανουάριο στο 38% τον Φεβρουάριο και το αριστερό κοινό να κάνει τον… σταυρό του με όσα έχει ακούσει το τελευταίο διάστημα. Οσο για τον Νίκο Ανδρουλάκη, δεν ανεβαίνει ούτε κατεβαίνει. Δεν κουνιέται. Και μάλλον δεν ταρακουνιέται από όσα φαίνεται να (του) έρχονται με το Συνέδριο του ΠαΣοΚ.

Το ερώτημα που αφήνει ανοιχτό είναι ξεκάθαρα συστημικό. Αν κανένας αντίπαλος δεν μπορεί να συγκεντρώσει πειστική εναλλακτική, αν ο εκλογικός χάρτης κατακερματίζεται και το «Κανένας» παραμένει το φαβορί σε έναν αγώνα που ο ίδιος δεν θα συμμετάσχει, τότε η κοινή, αλλά ακόμα περισσότερο η αριθμητική λογική οδηγεί αλλού. Σε κυβέρνηση συνεργασίας, σε μειοψηφική κυβέρνηση ή σε εκλογές που θα επαναλαμβάνονται μέχρι κάποιος να πλησιάσει κάτι που μοιάζει με αυτοδυναμία.

Βέβαια, μια ισχνή αυτοδυναμία προκαλεί ασταθή κυβερνησιμότητα. Και αυτό είναι το χειρότερο σενάριο για μια χώρα που, υποτίθεται, άφησε πίσω της τα δύσκολα. Υποτίθεται. Γιατί τα δύσκολα στην Ελλάδα έχουν μια παλιά κακή συνήθεια: δεν φεύγουν, απλώς αλλάζουν εμφάνιση. Και επιστρέφουν πάντα την πιο ακατάλληλη στιγμή, όταν όλοι έχουν αρχίσει να πείθουν ο ένας τον άλλο ότι αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά. Διαφορετικά θα είναι, αλλά όχι μόνο εντός συνόρων αλλά και σε ολόκληρο τον πλανήτη που μετατοπίζεται με επικίνδυνους ρυθμούς.

Ο ψηφοφόρος που σήμερα λέει «Κανένας» ξέρει ότι αυτή η απάντηση δεν περνάει στο ψηφοδέλτιο. Κάποια στιγμή θα πρέπει να επιλέξει.