Μία εικόνα του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, προϊόν τεχνητής νοημοσύνης, προκάλεσε πριν από λίγες ημέρες κλυδωνισμούς στις σχέσεις του με το Βατικανό, αλλά και με ευρωπαίους φίλους του – στις ΗΠΑ έγραψαν ότι ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπισε από την ημέρα που επέστρεψε στον Λευκό Οίκο.
Τι έδειχνε η σύνθεση που έκανε έξω φρενών την ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι, θύμωσε τους πανίσχυρους εκπροσώπους της χριστιανικής θρησκείας στις ΗΠΑ και έκανε καρδινάλιους της Καθολικής Εκκλησίας να μιλούν για βλασφημία του προέδρου; Απεικόνιζε τον Τραμπ περίπου ως Χριστό, να θεραπεύει έναν ασθενή ακουμπώντας τον στο μέτωπο.
Παρ’ όλο που αρχικά ο Τραμπ υπερασπίστηκε την έμπνευσή του (είπε ότι δεν συγκρίνει τον εαυτό του με τον Πανάγαθο, αλλά απλώς θέλησε να υπενθυμίσει πως και αυτός ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους που υποφέρουν), εν τούτοις στη συνέχεια κατέβασε την επίμαχη εικονογράφηση από τους προσωπικούς του λογαριασμούς: ας μην ξεχνάμε ότι έχει και ενδιάμεσες εκλογές σε μερικούς μήνες και δεν θα ήθελε να βρεθούν απέναντί του εκπρόσωποι θρησκευτικών οργανώσεων που απευθύνονται σε παραδοσιακούς ψηφοφόρους του. Αλλά το θέμα μου δεν είναι ο Τραμπ: είναι η ευκολία με την οποία κάνει τέτοιου τύπου «χαζομάρες», τις οποίες στην Ελλάδα ουδείς πολιτικός θα τολμούσε καν να διανοηθεί.
Πολλές φορές κατηγορούμε τους πολιτικούς της χώρας για υπερβολική σοβαροφάνεια. Δεν είμαστε άδικοι μαζί τους. Ο μέσος έλληνας βουλευτής μοιάζει να έχει στην γκαρνταρόμπα του μόνο μαύρα και σκούρα μπλε κοστούμια, τα οποία εναλλάσσονται στις δημόσιες εμφανίσεις του με σταθερό το λευκό ή γαλάζιο πουκάμισο, με γραβάτα μπλε ή σπανιότερα κόκκινη.
Στην Ελλάδα είχε γίνει θέμα ότι ένας (πρώην) πρωθυπουργός, ο Αλέξης Τσίπρας, δεν φορούσε γραβάτα. Οχι ότι οι γυναίκες που μπαίνουν στη Βουλή κάνουν πράγματα πιο ενδιαφέροντα ενδυματολογικά: τα ταγέρ δίνουν και παίρνουν, εκτός αν πρόκειται για εμφάνιση στην ετήσια γιορτή για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, όπου μπορεί να δεις κάτι διαφορετικό – βοηθά και ότι είναι τον Ιούλιο και το καλοκαίρι επιβάλλει κάτι πιο ανάλαφρο και λιγότερο εξεζητημένο.
Ολοι βέβαια είναι συνήθως πολύ προσεκτικοί και στο τι θα πουν δημοσίως, καθώς γνωρίζουν πως αν υποπέσουν σε κάποιο λάθος, αυτό θα χρησιμοποιηθεί εναντίον τους. Ο Βασίλης Κικίλιας επιστράτευσε λανθασμένα τη λέξη «ανέχεια» ενώ ήθελε να μιλήσει για «ανοχή». Ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κ. Κωνσταντίνος Τασούλας, έγινε στόχος επικριτικότατων σχολίων όταν αντί να μιλήσει για το 1821 αναφέρθηκε στο 1981: το μόνο που δεν έκαναν ήταν να τον παρουσιάσουν ως αφισοκολλητή του παπανδρεϊκού ΠαΣοΚ. Εδώ κανείς δεν θα σκεφτόταν καν να παρουσιάσει τον εαυτό του σε ρόλο Ιησού Χριστού – πόσω μάλλον να φτιάξει και να ανεβάσει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μια τέτοια εικόνα. Οχι γιατί θα ξεσήκωνε εναντίον του την Εκκλησία, αλλά γιατί δεν θα άντεχε τον απερίγραπτο χλευασμό που είναι δεδομένο πως θα ακολουθούσε. Στην Ελλάδα μπορούμε να κοροϊδεύουμε για μέρες κάποιον πολιτικό (και όχι μόνο…) απλώς για μια δήλωση. Σκεφτείτε τι θα γινόταν με μια τέτοια ανάρτηση.
Παλαιότερα, όλες αυτές οι τυποποιημένες συμπεριφορές μού φαίνονταν κομμάτι υποκριτικές – περίπου όσο και οι καταθέσεις «πόθεν έσχες» που γίνονται κάθε χρόνο από τους βουλευτές. Με τον καιρό, έχω καταλάβει πως οι συμπεριφορές αυτές αποτελούν ένα είδος άμυνας των πολιτικών μας (και ίσως και των διάσημων γενικότερα…) απέναντι στη δημόσια κατακραυγή: όλοι προσπαθούν να είναι απλώς διακριτικοί, προσεκτικοί και προβλέψιμοι για να μη βρεθούν στο κέντρο κάποιου τύπου θύελλας.
Οι θύελλες είναι συχνές και εύκολες στους καιρούς του Διαδικτύου, αλλά υπήρχαν και πιο παλιά. Στον καιρό της παντοδύναμης επιθεώρησης, για παράδειγμα, ήταν πανεύκολο να γίνουν οι πολιτικοί μας νούμερα – κυριολεκτικά. Οταν οι εφημερίδες είχαν εξουσία που τρόμαζε, επίσης όποιος έδινε αφορμές για σχόλια σπανίως έκανε μεγάλη πολιτική καριέρα: το κόμμα τον άφηνε στην άκρη. Οταν η ιδιωτική τηλεόραση έφερε σε κάθε σπίτι τη σάτιρα, οι πολιτικοί μας (και όχι μόνο αυτοί…) είδαν σε αυτό μια νέα απειλή – αλλά προσαρμόστηκαν προσέχοντας τα νώτα τους. Οχι όλοι, σίγουρα.
Πάντα υπάρχουν αυτοί που αυτοκαταστροφικά δυσκολεύονται να αποφύγουν τις γκάφες. Αλλά μιλάμε για γκάφες. Ενώ αυτό το οποίο έπραξε ο Τραμπ ήταν μια εξυπνάδα που μαρτυρά όχι τόσο την αλαζονεία του, αλλά τη σιγουριά του ότι μπορεί να εκφράζεται όπως θέλει χωρίς τον φόβο να υποστεί κάποιου τύπου γελοιοποίηση. Και όποιος αυτό δεν το φοβάται στην πολιτική μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνος. Να ξεκινά πολέμους, να αλλάζει διάθεση συνεχώς, να βάζει τον πλανήτη σε περιπέτειες κ.λπ.
Ο φόβος του εξευτελισμού είναι για κάθε πολιτικό ένας χρήσιμος φόβος. Η εξουσία από τη φύση της δεν προκαλεί τον παραμικρό κορεσμό. Μοιραία, μπορεί να σε κάνει άπληστο – ίσως και ανεξέλεγκτο. Ο φόβος του διασυρμού στους ψηφοφόρους και στους θαυμαστές σου σε αναγκάζει να πατάς στη γη – όποια κι αν είναι η δημοτικότητά σου. Αν είναι μικρή, ο διασυρμός μπορεί πραγματικά να την εξαφανίσει. Αν είναι μεγάλη, η μείωσή της μπορεί να σε οδηγήσει σε νευρική κρίση. Ο πολιτικός – και ειδικά ο κυβερνήτης – πρέπει να αισθάνεται πως ένα λάθος του μπορεί να του κάνει απερίγραπτη και ανεπανόρθωτη ζημιά. Εδώ το ξέρουμε αυτό από τα χρόνια της αρχαιότητας: ο Αριστοφάνης π.χ. ήταν ένας οδοστρωτήρας, αποστολή του οποίου ήταν και να ισοπεδώνει τα μεγάλα Εγώ αν διέκρινε κάποια αλαζονική συμπεριφορά.
Η σάτιρα, το σκληρά χιουμοριστικό σχόλιο, η γελοιογραφία, η επισήμανση ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός, παρ’ όλο που αυτό δεν το βλέπει το εκστασιασμένο πλήθος, είναι τρόποι κριτικής που δεν αρέσουν στους κυβερνήτες: όσο πιο μεγάλη είναι η εξουσία τους τόσο πιο πολύ με αυτά θυμώνουν και τόσο περισσότερο προσπαθούν. Αλλά είναι χρήσιμα, γιατί προσγειώνουν όσους έχουν εξουσία και κυρίως γιατί θυμίζουν πως όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή, δεν σε γλιτώνει από τη γελοιοποίηση.
Αν ο Τραμπ ανεβάζει μια εικόνα με τον εαυτό του στον ρόλο του Ιησού Χριστού, είναι σαν να μας λέει ότι δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να γελοιοποιήσει την αλαζονεία του. Δυστυχώς αποδεικνύεται ότι έχει δίκιο. Τη σχετική ανάρτηση την κατέβασε ο ίδιος, όχι γιατί τον γελοιοποίησαν, αλλά γιατί διάφοροι θρησκευτικοί άρχοντες και φίλοι του, και στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, τον πήραν πολύ στα σοβαρά. Και όταν συμβαίνει αυτό, το ξέρουμε πως είναι πρόβλημα για τον πλανήτη ολόκληρο…



