Το άρθρο 86 του Συντάγματος και η κατοχύρωση της ποινικής ευθύνης των υπουργών, με την έννοια μιας εξαιρετικής ρύθμισης, ανατρέχει στις ρίζες του βρετανικού κοινοβουλευτισμού και τον θεσμό του impeachment.

Στη σύγχρονη συνταγματική παράδοση λειτουργεί εγγυητικά για το υπουργικό αξίωμα, με γνώμονα την προστασία και αποτροπή της εκνομίκευσης της πολιτικής ζωής.  Ιστορικά και δογματικά, συνεπώς, η ποινική ευθύνη των υπουργών δεν μπορεί να ταυτιστεί με την καθαρά νομική ευθύνη, λόγω της ιδιαίτερης, πολιτικής ιδιότητας και των καθηκόντων του προσώπου.

Γι’ αυτό και σε πολλές έννομες τάξεις επιβιώνει η ειδική αυτή διαδικασία και ειδικότερα η παρεμβολή της Βουλής σε κάποιο από τα στάδιά της (π.χ. στην άσκηση της δίωξης, όπως στην Ελλάδα, ή στη σύνθεση του αρμόδιου Δικαστηρίου, όπως στη Γαλλία).

Ταυτόχρονα, όμως, η συγκριτική έρευνα φανερώνει μια τάση «αποπολιτικοποίησης» της διαδικασίας και του περιορισμού, αν όχι του πλήρους παραμερισμού της Βουλής (π.χ. στη Γερμανία ή στην Ιταλία).

Κι αυτό γιατί σε ένα Κράτος Δικαίου η πολιτική υποτάσσεται στο δίκαιο και η αναγωγή στον αμερόληπτο και ανεξάρτητο δικαστή αρκεί για να καταργηθούν τα δικονομικά της προνόμια. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τις βουλευτικές ασυλίες, η οποία επέδρασε καθοριστικά στην αναθεώρηση του άρθρου 62 Σ., αλλά και για την ποινική ευθύνη των υπουργών, ιδίως με τη στενή ερμηνεία των αδικημάτων που συνδέονται με τα υπουργικά καθήκοντα (υπόθεση Μπακογιάννη).

Εξάλλου, το αίτημα της λογοδοσίας των πολιτικών προσώπων έχει αναδειχθεί σε κρίσιμη ηθική παράμετρο για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατία.

Το άρθρο 86 έχει ήδη αναθεωρηθεί δύο φορές (2001, 2019). Ωστόσο, διόλου τυχαία, πάλι τίθεται το ζήτημα μιας ακόμη αναθεώρησής του, σαν η διάταξη να τρέχει ασθμαίνοντας πίσω από τα γεγονότα. Η μεταπολιτευτική εμπειρία της εφαρμογής του, πέρα από τις ερμηνευτικές ασάφειες και αντιφάσεις, όπως το ζήτημα του προσδιορισμού των «υπουργικών» αδικημάτων, τη σχέση του Συντάγματος με τον εκτελεστικό νόμο ή την εργαλειακή «σύντμησή» του (περίπτωση Τριαντόπουλου), έχει συνολικά καταδείξει ένα μείζον ελάττωμα στη μηχανική του: ότι δεν ταιριάζει στη Βουλή ο ρόλος του «ποινικού δικαστή».

Η λειτουργία και – καθόλου αμελητέο – η εικόνα των ειδικών κοινοβουλευτικών επιτροπών, που διενεργούν την προκαταρκτική εξέταση (όπως και των εξεταστικών επιτροπών) ουδόλως παραπέμπει σε μια ορθολογική, νομική διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών.

Αντιθέτως, πρόκειται για τη θεατρική αναπαράσταση – με πλειοψηφικούς πάντα όρους – μιας σκληρής πολιτικής σύγκρουσης, που μάλλον απονομιμοποιεί παρά εμπεδώνει τη διαδικασία. Η διαφύλαξη της αυτονομίας και της αξίας του πολιτικού, που ενυπάρχει στη ratio του άρθρου 86 Σ., υπονομεύεται ανοικτά από τη διάχυτη και εύλογη εντύπωση ότι η απόδοση των ποινικών ευθυνών δεν συναρτάται με τη νομική ορθότητα, αλλά με τη σκοπιμότητα ή και τον κυνισμό της πολιτικής δύναμης.

Ο αναθεωρητικός νομοθέτης οφείλει να αφουγκράζεται το μήνυμα των καιρών, αλλά και να συλλαμβάνει την ουσία των ρυθμίσεων, να συνδυάζει την εμπειρία και την ιστορία. Η αρμοδιότητα της διενέργειας της προκαταρκτικής εξέτασης, καθώς και η κίνηση της ποινικής δίωξης, πρέπει να αφαιρεθεί από τη Βουλή και να ανατεθεί στη δικαστική εξουσία.

Στη Βουλή θα μπορούσε, για λόγους δικαιοπολιτικής ισορροπίας, να παραμείνει η τελική άδεια για την άσκηση της δίωξης και την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστικό Συμβούλιο και ακολούθως στο Ειδικό Δικαστήριο. Πίσω από τις γραμμές του άρθρου 86 του Συντάγματος δεν κρύβεται ένα υπαρξιακό στοίχημα για το μέλλον της δημοκρατίας μας, αλλά μια ηθική πρόκληση για την ακεραιότητά της απέναντι στο εκλογικό σώμα.

Ο κ. Γιώργος Καραβοκύρηςείναι αναπληρωτής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ