Η συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας του ΠαΣοΚ στις αρχές της εβδομάδας έδωσε μια πολύ χαρακτηριστική εικόνα γιατί «δεν λέει να ξεκολλήσει η βελόνα» του κόμματος. Το κόμμα το οποίο άλλαξε την Ελλάδα και την έκανε μια σύγχρονη χώρα, με μια καλή δημοκρατία παρά τις παιδικές ασθένειες που την ταλαιπωρούν, δεν είναι σήμερα τίποτε περισσότερο από ένα άθροισμα μωροφιλόδοξων δευτερότριτων «αστέρων» της πολιτικής.

Από κόμμα που συγκέντρωνε στις τάξεις του ό,τι πιο ζωντανό, προοδευτικό, ρηξικέλευθο και οραματικό υπήρχε στην πολιτική τάξη της χώρας και διά μέσου αυτών κατάφερε να εμπνεύσει, να κινητοποιήσει και να συστρατεύσει εκατομμύρια Ελληνες στην πορεία για την Αλλαγή, κατάντησε θερμοκήπιο μικροτιμαριούχων, που μόνη τους επιδίωξη είναι να γίνουν, επιτέλους, χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη.

Ετσι, από πρωταγωνιστής και δημιουργός της Ιστορίας, το ΠαΣοΚ μετατράπηκε σε μειοψηφικό παρακολούθημα, το οποίο αδυνατεί να παίξει ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση της σύγχρονης Ελλάδας. Αντί να είναι εκείνο που διαμορφώνει τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού, γίνεται άθυρμα, ένα κλοτσοσκούφι στα πόδια της κυβέρνησης και ενός πολιτικοοικονομικού κατεστημένου, το οποίο προφανέστατα ούτε να το εμπιστευθεί μπορεί ως εναλλακτική πρόταση εξουσίας, αλλά ούτε και θέλει πλέον.

Είναι οι διαρκείς απογοητεύσεις για τη στάση του κόμματος απέναντι σε κρίσιμα και λιγότερο κρίσιμα θέματα που αφορούν τη χώρα που έπαιξαν τον κύριο ρόλο σε αυτό. Γραμμές που θα έπειθαν το μετακινούμενο κομμάτι του πολιτικού κέντρου, το οποίο θεωρητικά αποτελούσε τον προνομιακό χώρο του ΠαΣοΚ, ανατράπηκαν στην πρώτη στροφή. Και άλλες που θα δημιουργούσαν ένα ρεύμα ή θα άνοιγαν δρόμους σε κοινά που είναι απογοητευμένα από τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη χάθηκαν ανάμεσα σε αβελτηρίες, παραλείψεις και δολιχοδρομίες που δεν είχαν κανένα νόημα, αλλά είχαν ως αποτέλεσμα το ΠαΣοΚ να παραμένει καθηλωμένο στα επίπεδα του 12%.

Η φυσιολογική φθορά της κυβέρνησης, την οποία επιταχύνουν η οικονομική κρίση της μεγάλης μάζας των πολιτών, οι συνεχείς παραβιάσεις του κράτους δικαίου και των θεσμών, σε συνδυασμό με κρίσεις αλαζονικής συμπεριφοράς οδηγούν τους ψηφοφόρους της, του 2019 και κυρίως του 2023, στη μεγάλη δεξαμενή των αναποφάσιστων και όχι στο ΠαΣοΚ.

Η κρίση εμπιστοσύνης δεν επηρεάζει μόνο τους ψηφοφόρους. Επηρεάζει και το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο, το οποίο στην αγωνία του να υπάρξει ένας ουσιαστικός αντίλογος στη μονοκρατορία Μητσοτάκη καταφεύγει στο να συνομιλεί με τον κ. Αλέξη Τσίπρα ή να εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο στήριξης του Κινήματος της κυρίας Μαρίας Καρυστιανού, αλλά όχι να αντιμετωπίζει το ΠαΣοΚ ως αυτό που επί της ουσίας επιτάσσει ο θεσμικός ρόλος του ως αξιωματικής αντιπολίτευσης: εναλλακτική πρόταση εξουσίας.

Είναι λοιπόν «τελειωμένο» το ΠαΣοΚ; Με εσχατολογικούς όρους, όχι. Το ΠαΣοΚ είναι το μόνο κόμμα σήμερα που παράγει πολιτική. Συγκροτημένη πολιτική, με αρχή, μέση και τέλος. Είναι το μόνο κόμμα που διαθέτει ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση για τη χώρα, σε κάθε πτυχή της κυβερνητικής διαχείρισης. Αλλά η πρόταση αυτή δεν φθάνει κάτω, στην κοινωνία.

Και δεν οφείλεται αυτό μόνο σε εξωγενείς παράγοντες – όπως λ.χ. ο πανίσχυρος επικοινωνιακός μηχανισμός της κυβέρνησης, ο οποίος απαξιώνει συστηματικά τις πολιτικές του ΠαΣοΚ για ευνόητους λόγους, που δεν χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης.

Κολλάει στα γρανάζια μιας κομματικής γραφειοκρατίας, η οποία, συνυφασμένη άρρηκτα με τη μωροφιλοδοξία των μικροτιμαριούχων που προαναφέρθηκαν, εν τέλει αυτοϋπονομεύει κάθε προοπτική να αποκτήσει το κόμμα ένα ευρύτερο ακροατήριο. Ετσι οι πολιτικές θάβονται στους τέσσερις τοίχους της Χαριλάου Τρικούπη, και εάν κάποτε ξεφύγουν, είναι πλέον τόσο αποδυναμωμένες που δεν προξενούν κανένα ενδιαφέρον.

Στην πρόσφατη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας τέθηκε από ένα στέλεχος ως μείζον θέμα ότι «δεν συνεδριάζουν τα όργανα» τόσο συχνά όσο ίσως θα ήθελε το στέλεχος. Σοβαρή επισήμανση, αν υπήρχε αντικείμενο. Αλλά τι να προσφέρουν οι συχνότερες συνεδριάσεις σε έναν άρρωστο κομματικό μηχανισμό όπως είναι το σημερινό ΠαΣοΚ; Οταν τα στελέχη, αντί να βγουν στην κοινωνία να προωθήσουν τις πολιτικές του κόμματος, κατατρίβονται σε στείρες εσωκομματικές αντιπαραθέσεις, που δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να επιβεβαιώνουν τη γενικευμένη αντίληψη της κοινωνίας ότι «το ΠαΣοΚ δεν μπορεί»; Επειδή ο πρόεδρός του «είναι λίγος» ή ότι εκείνος είναι που «δεν μπορεί», ενώ οι ίδιοι, ο καθένας για τον εαυτό του δηλαδή, θεωρούν ότι είναι η λύση για να «ξεκολλήσει η βελόνα».

Το δυστύχημα για το ΠαΣοΚ είναι ότι όλα αυτά τα έχει ξαναζήσει στη διάρκεια της 15ετούς κρίσης που διέρχεται, από το 2010 και εντεύθεν. Ο Ευ. Βενιζέλος αμφισβήτησε τον Γ. Παπανδρέου, η Φ. Γεννηματά αμφισβήτησε τον Ευ. Βενιζέλο, ο Ν. Ανδρουλάκης τη Φ. Γεννηματά, και τώρα ήρθε η δική του σειρά να αμφισβητηθεί. Και κανείς δεν καταλαβαίνει ότι όλο και πλησιάζει η ημέρα που όλο αυτό θα μοιάζει αγώνας «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη».