1. Καλούμαστε να ψηφίσουμε. Ψηφίζουμε (όσοι ψηφίζουμε). Ενδέχεται από το εκλογικό αποτέλεσμα να μην προκύψει μονοκομματική κυβέρνηση. Η πόλωση, αν μη η σύγκρουση που υπάρχει μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, αποτρέπει τη δημιουργία συμμαχικής κυβέρνησης. Καλούμαστε λοιπόν πάλι να ψηφίσουμε, διότι φαίνεται ότι «δεν ψηφίσαμε καλά». Ξαναπάμε. Και ούτω καθεξής. Μήπως αυτό πρέπει να αλλάξει, για να παροτρύνονται ή να εξαναγκάζονται τα πολιτικά κόμματα να συνεννοούνται μεταξύ τους για την ανάδειξη κυβέρνησης; Πρέπει, άραγε, να είμαστε οι παρίες της Ευρώπης και του κόσμου, λόγω χρεών, για να κάνουμε συμμαχικές κυβερνήσεις;
2. Μήπως η πρόωρη διάλυση της Βουλής και η προσφυγή σε εκλογές, πριν από τη συμπλήρωση της τετραετίας, λόγω του ότι τίθενται ή δήθεν τίθενται ζητήματα εθνικής σημασίας, πράγμα που βιώσαμε στο παρελθόν πολλάκις, πρέπει επιτέλους να παύσει και να εισαχθεί ο θεσμός της «Βουλής ορισμένης διάρκειας», με κάποιες ίσως εξαιρέσεις (αλλά πραγματικές «εξαιρέσεις»);
3. Πόσους υπουργούς, συμπεριλαμβανομένων και των αναπληρωτών υπουργών και των υφυπουργών, μπορεί να έχει μια μικρή χώρα σαν τη δική μας; 65; Μήπως πρέπει να μπει ένα όριο στον αριθμό των υπουργών;
4. Είναι σωστό ο βουλευτής να είναι συγχρόνως και υπουργός; Πώς μπορεί, άραγε, να υπηρετεί συγχρόνως το συμφέρον της εκλογικής του περιφέρειας, μαζί με το γενικότερο συμφέρον και να αφιερώνει την ικμάδα και το σφρίγος του «δυσί κυρίοις»; Μήπως πρέπει να εισαχθεί κοινοβουλευτικό ασυμβίβαστο και ο βουλευτής, όχι μόνο να πρέπει να παραιτείται από τη βουλευτική του ιδιότητα, για να αναλάβει υπουργείο, αλλά και να έχει και κώλυμα εκλογιμότητας ως διατελέσας υπουργός, στις επόμενες εκλογές;
5. Πόσους συμβούλους, μετακλητούς υπαλλήλους, μπορεί να έχει κάθε υπουργός, για να διοικεί μαζί τους (και σχεδόν ερήμην της γραφειοκρατίας), το υπουργείο του; Δεν πρέπει να τεθεί όριο στους συμβούλους και συνεργάτες, ώστε να αξιοποιηθεί επιτέλους το προσωπικό των υπουργείων και της δημόσιας διοίκησης εν γένει; Μεμφόμαστε με γενικεύσεις και με περίσσια ευκολία το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης, αλλά ουδόλως το στηρίζουμε. Αντίθετα, το παραγκωνίζουμε και το υποτιμάμε.
6. Υπάρχει υπόνοια ή ένδειξη διάπραξης αδικήματος από υπουργό; Είναι νοητό να έχει ο υπουργός άλλη διαδικαστική και ευνοϊκότερη μεταχείριση από οποιοδήποτε πρόσωπο; Όχι βέβαια! Ενας ασκεί τη δίωξη για όλους: Ο εισαγγελέας. Ας την ασκεί για τους υπουργούς ο εισαγγελέας του ανώτατου δικαστηρίου και ας δικάζονται από το ανώτατο δικαστήριο.
7. Τριακόσιοι βουλευτές δεν είναι μάλλον πολλοί σε μια μικρή χώρα; Μήπως ο αριθμός τους πρέπει να μειωθεί;
8. Μήπως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα έπρεπε να εκλέγεται από ευρύτερο σώμα εκλεκτόρων, με συμμετοχή και των αιρετών εκπροσώπων των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης; Δε θα έπρεπε να του ανατεθούν, πέρα από τον συμβολικό και ενωτικό του ρόλο, και κάποιες ουσιαστικές αρμοδιότητες; Π.χ. σε σχέση με την ανάδειξη της λεγόμενης «ηγεσίας» της Δικαιοσύνης, βάσει «τριπρόσωπου» καταλόγου, που καταρτίζεται δι’ εκλογής από το ανώτατο δικαστήριο, καθώς και σε σχέση με την ανάδειξη των στελεχών των ανεξάρτητων αρχών;
9. Πόσα ανώτατα δικαστήρια προβλέπονται στη μικρή μας σε έκταση και πληθυσμό χώρα; Επτά: Συμβούλιο της Επικρατείας, Άρειος Πάγος, Ελεγκτικό Συνέδριο, Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας, Μισθοδικείο, Υπουργοδικείο. Δεν χρειάζεται να αναφέρω πόσοι είναι οι ανώτατοι δικαστές μας. Μήπως θα έπρεπε να ιδρύσουμε μόνο ένα ανώτατο δικαστήριο και να περιορίσουμε τον αριθμό των ανώτατων δικαστών (τηρώντας βεβαίως τις υπάρχουσες εγγυήσεις της ισοβιότητάς τους);
10. Συναφώς με το προηγούμενο ερώτημα: Εχουμε, άραγε, την πολυτέλεια να εμμένουμε στη διάκριση των δικαιοδοσιών (πολιτικής και ποινικής αφενός και διοικητικής αφετέρου), όταν οι πολιτικοί και ποινικοί δικαστές αποφαίνονται και επί ζητημάτων δημοσίου δικαίου και οι διοικητικοί δικαστές και επί ζητημάτων ιδιωτικού δικαίου; Οι διοικητικοί δικαστές είναι πλέον, μεταξύ άλλων, και δικαστές των συμβάσεων, των αδικοπραξιών κ.λπ. Δεν μπορούν, άραγε, να ενοποιηθούν οι διαφορετικές δικαιοδοσίες;
11. Τα προγράμματα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, που καταρτίζονται για μια τετραετία, δεν έχουν δεσμευτικότητα. Μήπως θα έπρεπε να καταρτίζονται για μια δεκαετία (με κάποιες δυνατότητες τροποποίησής τους) και να τους προσδοθεί δεσμευτικότητα, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η συνέχεια της δημόσιας διοίκησης, παρά την εναλλαγή των κομμάτων στην κυβέρνηση; Δε θα βελτιωθεί έτσι ο κρατικός προγραμματισμός που αφορά στην ανάπτυξη και τις δημόσιες υποδομές μας, τη συντήρηση και την εξέλιξή τους; Και δε θα βελτιωθεί το επίπεδο της δημοσιοϋπαλληλίας μας, αφού αυτή θα αποτελεί τον εγγυητή της παρακολούθησης και τήρησης των προγραμμάτων;
12. Να εξακολουθεί να διατηρείται, άραγε, το προοίμιο του Συντάγματος με την επίκληση στο «Όνομα της Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος»; Συναφώς: Να παραμένει ο χαρακτηρισμός της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως «επικρατούσης θρησκείας» και επίσης και ο θρησκευτικός όρκος;
13. Να μην καθαρθεί το Σύνταγμα από περιττές ή ανεφάρμοστες διατάξεις; Π.χ.: Η διάταξη για το όριο ηλικίας των συμβολαιογράφων και υποθηκοφυλάκων, που αναδίδει την οσμή των συντεχνιακών και πελατειακών χαρακτηριστικών της δημόσιας ζωής μας, είναι, ερωτάται, λογικό να βρίσκεται στο Σύνταγμα, που εξ ορισμού κατοχυρώνει «τα κύρια των μεγίστων» της πολιτείας μας, δηλαδή την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, του κράτους δικαίου, της διάκρισης των εξουσιών κ.λπ.; Ή δεν πρέπει, άραγε, να καταργηθούν και ρητώς η διάταξη περί διαπλοκής και βασικού μετόχου, που εκτοπίσθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης και η διάταξη για τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση;
Σημείωση: Τα ανωτέρω ερωτήματα δεν είναι νέα. Επαναλαμβάνουν εν πολλοίς προτάσεις οι οποίες περιελήφθησαν στο συλλογικό πόνημα «Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα» του 2016 (διαθέσιμο στο Διαδίκτυο). Οι προτάσεις εκείνες δεν αξιώθηκαν να προκαλέσουν διάλογο.
Ο κ. Φίλιππος Κ. Σπυρόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.





