Ο Τζορτζ Χόλαντ, 20 ετών, φοιτητής στο τρίτο έτος του Τμήματος Μοντέρνων Γλωσσών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ακολουθεί ένα ιδιαίτερο μονοπάτι γνώσης. Φέτος, μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στο Λονδίνο και την Αθήνα, παρακολουθώντας παράλληλα ένα πρόγραμμα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Ομως, πώς έφτασε ένας νεαρός Βρετανός να ερωτευτεί την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό μας; Οπως εξηγεί ο ίδιος σε άψογα ελληνικά, η επαφή του με την ελληνική κουλτούρα ξεκίνησε μέσω ενός ελληνοκύπριου φίλου του και της αντίστοιχης κοινότητας στο Λονδίνο. «Εμαθα λίγες λέξεις, αλλά το σημαντικό είναι ότι ήρθα σε επαφή με την ελληνική ιστορία και τον πολιτισμό. Ηταν κάτι διαφορετικό – και ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό» λέει.
Ο Τζορτζ είναι μόνο ένας από τους χιλιάδες αλλοδαπούς, σε όλο τον κόσμο, που διδάσκονται την ελληνική γλώσσα. Στην πραγματικότητα, οι πρωτοετείς στη σχολή του φέτος έχουν ήδη αυξηθεί, επιβεβαιώνοντας το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη γλώσσα μας.
Η αύξηση του ενδιαφέροντος για τα ελληνικά αποτυπώνεται στα στοιχεία του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, το οποίο από το 2013 έως σήμερα έχει δει τον αριθμό των εξεταζόμενων για την πιστοποίηση ελληνομάθειας να διπλασιάζεται. Από 5.000 – 6.000 άτομα ετησίως που εξετάζονταν σε περίπου 165 εξεταστικά κέντρα παγκοσμίως, φτάνουν σήμερα τα 12.000 – 12.500. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Κέντρου, ακαδημαϊκό Θεόδωρο Παπαγγελή, οι λόγοι για αυτή την αυξημένη ζήτηση είναι ποικίλοι. «Πολλοί έχουν μακρινή ελληνική καταγωγή. Μπορεί ο παππούς τους, π.χ., να ήταν Ελληνας και οι ίδιοι, μετανάστες τρίτης γενιάς, να θέλουν να μάθουν τη γλώσσα των προγόνων τους. Αλλοι ενδιαφέρονται να διδαχθούν ελληνικά γιατί επισκέφθηκαν την Ελλάδα και την αγάπησαν. Κάποιοι, μπορεί να είχαν διδαχθεί αρχαία ελληνικά και αυτό τους γέννησε την περιέργεια να δουν πώς εξελίχθηκε η γλώσσα. Κάποιοι άλλοι μαθαίνουν ελληνικά για επιστημονικούς ή ακαδημαϊκούς λόγους».
Εκτός από τους αλλοδαπούς που έχουν διδαχθεί ελληνικά από κάποιον δάσκαλο (και ζητούν πιστοποίηση ελληνομάθειας) είναι και εκείνοι που φοιτούν στις πανεπιστημιακές έδρες νεοελληνικών σπουδών ανά τον κόσμο. Μόνο τα ξένα πανεπιστήμια που στηρίζει το ΥΠΑΙΘΑ με εκπαιδευτικούς είναι 25 σε διάφορες χώρες – από τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία, και από την Ουρουγουάη και την Τσεχία μέχρι το Αζερμπαϊτζάν και τη Βραζιλία.
Σε πολλές περιπτώσεις, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας έχει ως βασικό κίνητρο την καταγωγή. Οπως συμβαίνει και στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο. «Μεταφέροντας μια ιστορία μισού αιώνα, το Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών (ιδρυθέν το 1976) και η νεοσυσταθείσα Εδρα Μιλτιάδη Μαρινάκη για την Νεοελληνική Γλώσσα και τον Πολιτισμό (2020) διακρίνονται κυρίως στον ερευνητικό τομέα, τον διδακτικό, και την παρουσία σε μέσα μαζικής ενημέρωσης και περιοδικά πέρα από το πανεπιστήμιο» επισημαίνει στο «Β» ο Γιώργος Αναγνώστου, καθηγητής της Εδρας Νεοελληνικών Σπουδών και Πολιτισμού «Μιλτιάδη Μαρινάκη».
Το διδακτικό έργο συμπεριλαμβάνει τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, με την πλειονότητα των φοιτητών να είναι ελληνικής καταγωγής καθώς και του νεότερου ελληνικού πολιτισμού (στα αγγλικά) που προσελκύει τόσο Ελληνες όσο και ξένους. Ανά ακαδημαϊκό έτος παρακολουθούν τα μαθήματα περισσότεροι από 250 φοιτητές. Η εμπειρία και η σχέση τους με τα νέα ελληνικά επεκτείνεται πέρα από την αίθουσα διδασκαλίας. «Προχωρημένοι φοιτητές διδάσκουν τη γλώσσα στο σχολείο της τοπικής κοινότητας ενώ έχουν, επίσης, τη δυνατότητα να διεξάγουν έρευνα στις ελληνικές διαλέκτους στο Εργαστήριο Διαλεκτολογίας το οποίο έχει ιδρύσει στο πανεπιστήμιο ο παγκόσμια διακεκριμένος γλωσσολόγος Brian Joseph. Συμμετέχουν σε ημερίδες που διοργανώνει το Εργαστήριο με τη σύμπραξη της Εδρας Μιλτιάδη Μαρινάκη. Μια πρόσθετη συνεισφορά του Εργαστηρίου είναι η στήριξη επί τόπου αρχειακής έρευνας γλωσσολόγων από την Ελλάδα, στη χρηματοδότηση των οποίων η Εδρα έχει συμβάλει» επισημαίνει ο κ. Αναγνώστου.
Παράλληλα, κάθε χρόνο περίπου 12-15 φοιτητές και φοιτήτριες συμμετέχουν στις Θερινές Υποτροφίες Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΘΥΕΣΠΑ). «Είναι κάτι που τους ενθουσιάζει» λέει ο καθηγητής. «Στη χρηματοδότηση συνεισφέρει η Εδρα και από το 2015 έχει σημαντικά ενισχυθεί μέσω του The Phaedon John Kozyris and Litsa Kozyris Travel Award. Η προοπτική συμμετοχής στο ΘΥΕΣΠΑ αποτελεί ένα σημαντικό κίνητρο για τους μαθητές και μη ελληνικής καταγωγής από τα πεδία των κλασικών σπουδών, της αρχαιολογίας και της γλωσσολογίας για τους οποίους η Ελλάδα αποτελεί σταθερό προορισμό για την έρευνά τους» τονίζει. Ο κ. Αναγνώστου επισημαίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα παράμετρο: «Η ελληνική γλώσσα αποτελεί φυσικά πολύτιμη πολιτισμική κληρονομιά. Θα ήταν σημαντικό, πιστεύω, η συζήτηση περί της σχέσεως γλώσσας και ταυτότητας να επεκταθεί και στο θέμα συμπερίληψης γνωσιακού υλικού περί του διασπορικού πολιτισμού. Η ανάγνωση κειμένων ελληνοαμερικανικής λογοτεχνίας και ιστορίας στα ελληνικά, αφορά άμεσα τους φοιτητές, τις εμπειρίες τους και την οικογενειακή τους ιστορία. Θα λειτουργούσε με αυτόν τον τρόπο ως φορέας ενδυνάμωσης των πολιτισμικών τους ταυτίσεων».
«Η ελληνική γλώσσα για μένα δεν είναι μόνο η δουλειά μου αλλά και ένας τρόπος ζωής. Ανοιξε για μένα έναν καινούριο κόσμο» λέει η καθηγήτρια στο ελληνικό τμήμα του Shanghai International Studies University Σοφία Χου. «Μέσω της ελληνικής γλώσσας κατανόησα έναν εντελώς διαφορετικό πολιτισμό μέσα στον οποίο, παράλληλα, βρήκα πολλές ομοιότητες μεταξύ των δύο λαών. Μου έρχεται η φράση του Καζαντζάκη: “Αν ξύσετε τον Κινέζο, θα βρείτε τον Ελληνα. Αν ξύσετε τον Ελληνα, θα βρείτε τον Κινέζο”. Κατακτώντας την ελληνική γλώσσα είχα ευκαιρία να αγκαλιάσω τον ελληνικό λαό αλλά και να καταλάβω τη βαθιά σημασία της φράσης αυτής» τονίζει η ίδια.
Η διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας ξεκίνησε στην Κίνα το 1972, όταν ιδρύθηκε το πρώτο Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών στο Shanghai International Studies University – το μοναδικό στη χώρα έως το 2007. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν ιδρυθεί άλλα επτά Τμήματα Νεοελληνικών Σπουδών σε διάφορα πανεπιστήμια. Στο Πανεπιστήμιο Διεθνών Σπουδών της Σανγκάης φοιτούν σήμερα 25 προπτυχιακοί φοιτητές ενώ τρία άτομα παρακολουθούν το (μοναδικό στην Κίνα) μεταπτυχιακό πρόγραμμα για την ελληνική γλωσσολογία και φιλολογία. «Επιλέγουν να μαθαίνουν την ελληνική γλώσσα για διάφορους λόγους – γενικά τους μαγεύει η ελληνική κουλτούρα. Μερικοί έχουν σπουδάσει ελληνική ιστορία στο σχολείο, άλλοι έχουν διαβάσει ελληνική μυθολογία. Πολλοί θαυμάζουν τον αρχαίο πολιτισμό και θέλουν να τον μάθουν καλύτερα. Πιστεύω ότι τα τελευταία χρόνια το ρεπορτάζ των κινεζικών ΜΜΕ για την Ελλάδα προσελκύει τους νέους να γνωρίσουν τη χώρα από κοντά».
Η ίδια άρχισε να μαθαίνει ελληνικά το 2000. Τότε η Τζινγκτζίνγκ απέκτησε και το όνομα Σοφία – κάθε φοιτητής του τμήματος τις πρώτες μέρες παίρνει ελληνικό όνομα για να εξοικειωθεί με την ελληνική κουλτούρα. Μετά τις προπτυχιακές σπουδές τεσσάρων ετών (τον έναν χρόνο στο ΕΚΠΑ με τις ανταλλαγές φοιτητών) «ερωτεύτηκε», όπως λέει, την ελληνική γλώσσα και την Ελλάδα και το 2004 άρχισε να διδάσκει ελληνικά. Και καταλήγει: «Είμαι υπερήφανη για το ότι οι φοιτητές μου τώρα δουλεύουν σε διάφορους τομείς όπως στο υπουργείο Εξωτερικών, στο ελληνικό προξενείο, στις κινεζικές επιχειρήσεις που επενδύουν στην Ελλάδα και σε άλλα πανεπιστήμια όπου συνεχίζουν να εκπαιδεύουν τους μεταγενέστερους ελληνομαθείς».





