Η Σίσσυ Μόρφη κάνει το ντεμπούτο της στο ντοκιμαντέρ στήνοντας ένα πορτρέτο του εικαστικού Χριστόφορου Κατσαδιώτη. Το να πεις ότι έκανε τίτλους θα ήταν ευφημισμός. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Χριστόφορος Κατσαδιώτης, η «πέτρα του σκανδάλου» στην ανεκδιήγητη υπόθεση του βανδαλισμού έργων στην Εθνική Πινακοθήκη από βουλευτή της «Νίκης» (θυμάται κανείς το όνομά του;), βρέθηκε στις ειδήσεις για όλους τους λανθασμένους λόγους. Σίγουρα όχι για την ποιότητα της δουλειάς του, για τα χαρακτικά έργα του με την τεχνική οξυγραφίας, ή για τα animation που δημιουργεί, ξαναδουλεύοντας τη χαρακτική ως πρώτη ύλη. Κατά τη διάρκεια του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης η αδικία αυτή αποκαταστάθηκε.

Η φωτογράφος Σίσσυ Μόρφη

Είδαμε τον «Χαράκτη», ένα ντοκιμαντέρ που εξετάζει σε βάθος τη δημιουργική του πρακτική, την τεχνική, τη θεματολογία του και όλα όσα τον απασχολούν ως καλλιτέχνη. Δημιουργός του είναι η Σίσσυ Μόρφη, στην οποία ανήκουν η ιδέα, η σκηνοθεσία, το μοντάζ και η συμπαραγωγή μαζί με τον ίδιο τον Κατσαδιώτη (η μουσική είναι του Στέφανου Τσαπή).

Η Μόρφη, γνωστή φωτογράφος με χρόνια συνεργασίας με το «Β» και τα περιοδικά του, κάνει με αυτό το έργο το κινηματογραφικό της ντεμπούτο. Ακολούθησε τον Κατσαδιώτη την περίοδο 2022–2025, προσπαθώντας να κατανοήσει τα μυστικά της δημιουργίας του, παρατηρώντας τον τόσο στις κινήσεις του στο Παρίσι όπου κατασκευάζει τις μήτρες του, όσο και στην Αθήνα, όπου διαθέτει την πρέσα του. Τον ακολούθησε επίσης στις περιπέτειες που προκάλεσε η λογοκρισία, γεγονός που τον οδήγησε σε Θεσσαλονίκη και Βερολίνο, στο πλαίσιο διαλόγων για την ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης.

Οπως εξηγεί η Μόρφη στο «Β»: «Ηδη από το 2008 είχα αρχίσει να τραβάω σύντομα βίντεο στο πλαίσιο φωτογραφικών αναθέσεων από εφημερίδες και περιοδικά, αλλά δεν ήταν πάντα εφικτό. Γνώρισα τον Χριστόφορο όταν έκανε την ατομική του έκθεση στην γκαλερί Ζουμπουλάκη το 2022 και εντυπωσιάστηκα από τα animation του με χαρακτικά και από την τεχνική του. Αρχικά, ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένα σύντομο βίντεο για τη δουλειά του, αλλά σύντομα συνειδητοποίησα ότι δεν ήθελα απλώς να τον καταγράψω να μιλάει για το έργο του. Ηθελα να δω τους χώρους όπου κινείται, εμπνέεται και δουλεύει. Από ένστικτο μάζευα υλικό που δεν ήξερα ακριβώς πώς θα το χρησιμοποιήσω, κάτι που ταιριάζει με τον Χριστόφορο, ο οποίος συλλέγει πολλά κομμάτια από χαρακτικά του έργα που κάποια στιγμή γίνονται κολάζ. Καθώς το πρότζεκτ μεγάλωνε, όταν σκεφτόμασταν να το ολοκληρώσουμε, προέκυψε ό,τι έγινε στην Εθνική Πινακοθήκη. Ηταν ένα υλικό που έπρεπε να μπει, αλλά με δυσκόλεψε. Εκεί που στήναμε ένα ήσυχο, εσωτερικό ντοκιμαντέρ, ξαφνικά προέκυψε πολύς θόρυβος και κακός ήχος. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήθελα να κάνω αυτό το γεγονός το επίκεντρο της ιστορίας».