Ο Αινείας Τσαμάτης μπήκε στο «Λεωφορείο ο Πόθος» για να ερμηνεύσει τον Στάνλεϊ Κοβάλσκι σε αυτή τη δεύτερη σεζόν που παίζεται το έργο του Τενεσί Ουίλιαμς στο θέατρο Προσκήνιο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά. Και αυτή την αντικατάσταση (πέρυσι στον ρόλο ήταν ο Αρης Μπαλής) τη φοβόταν: «Δεν το είχα ξανακάνει και δεν ξέρω αν θα ήθελα να το ξανακάνω. Γιατί λείπει το κομμάτι της “γέννας” που είναι και το πιο ωραίο στη δουλειά μας» λέει ο ηθοποιός, που τώρα πια, μετά από αρκετές παραστάσεις, νιώθει ότι απελευθερώθηκε. «Δυσκολεύτηκα, αλλά με μια γοητεία, όχι για να αποδείξω ότι μπορώ, αλλά για να σταθώ και να εξυπηρετήσω ό,τι έφτιαξαν όλοι μαζί οι άλλοι. Από εκεί και πέρα αρχίζει ο δικός μου αγώνας να βρω τον εαυτό μου εκεί μέσα και να αρχίσω να φέρνω μια δική μου ενέργεια».

Και τα κατάφερε. Εγινε ο Στάνλεϊ της παράστασης πλάι στην Αλεξία Καλτσίκη – Μπλανς Ντιμπουά και την Ηρώ Μπέζου – Στέλλα (επίσης σε αντικατάσταση της Δήμητρας Βλαγκοπούλου).

Ενας σκαντζόχοιρος

Ποιος είναι ο Στάνλεϊ; «Αν τον δω ψυχαναλυτικά, είναι ένας τύπος γεμάτος άμυνες, ένας σκαντζόχοιρος: Δεν μπορείς να τον πλησιάσεις. Είναι τόσο θωρακισμένος με τα κεκτημένα του, τα μικρά, υλικά κεκτημένα του. Παίζοντάς τον, καταλαβαίνοντάς τον, βλέπεις ότι δεν έχει εισπράξει αγάπη, αλλά μόνο βιοπάλη, επιβίωση, εχθρούς και βία… Οπότε αυτό και θα δώσει. Πολύ περισσότερο όταν έρχεται κάτι που για αυτόν είναι άγνωστο, που κουβαλάει ποίηση, ευαισθησία, ρωγμές που για εκείνον είναι αδυναμία. Η σύγκρουση με την Μπλανς είναι αναπόφευκτη γιατί δεν την καταλαβαίνει, πόσω μάλλον που εκείνη τον καταλαβαίνει. Το άγνωστο για τον Στάνλεϊ είναι κίνδυνος. Το φοβάται. Και έτσι ξεκινάει αυτή η μάχη, με μικρές αφορμές στην αρχή, μέχρι που γιγαντώνεται».

Ενας μεγάλος ρόλος για τον ηθοποιό που τον αντιμετωπίζει σαν μια διαδρομή – και από διαδρομές ο Αινείας Τσαμάτης γνωρίζει καλά. Γεννήθηκε στην Αλβανία. Στην Ελλάδα ήρθε το 1990, ήταν 5 χρόνων. «Από τον τόπο μου έχω εικόνες, όχι ιστορίες – εγώ με τον πατέρα μου στο ποδήλατο, εγώ στο σπίτι της γιαγιάς μου…» λέει.

«Τη μετάβαση τη βίωσα συναισθηματικά, ως απώλεια. Γιατί άφησα πίσω κάτι τεράστιο – τη γιαγιά μου, τον παππού μου, αυτό που είχα σαν οικογένεια. Τον δρόμο, το ταξίδι δεν το θυμάμαι. Μετά άρχισε η εδώ επιβίωση. Δεν υπήρχε χρόνος για οικογενειακή θαλπωρή, κάτι που είχαμε εκεί. Οι γονείς μου έχουν ελληνικές ρίζες – και τα δύο μου σόγια κατάγονται από χωριά της Βόρειας Ηπείρου, οπότε είχαμε το προνόμιο της γλώσσας – μια γλώσσα οικεία στα αφτιά μου. Και αυτό μου έδινε τη δυνατότητα για μια αρχική επικοινωνία, για να είναι λίγο πιο βολικά τα πράγματα. Γιατί ρατσισμός υπήρχε – η δεκαετία του ’90 ήταν μια σκληρή δεκαετία για τους μετανάστες».

«Φύγε από εδώ, Αλβανέ»

Σχολείο πήγε στο Βραχάτι Κορινθίας. Εκεί εγκαταστάθηκαν, και το «φύγε από εδώ, Αλβανέ» ήταν κάτι που άκουγε, αλλά δεν το έβαλε κάτω. «Αναπτύσσεις κάποιες άμυνες για να επιβιώσεις, οπότε σε μερικά πράγματα κλείνεις τα αφτιά σου, κάνεις το καλό παιδί. Τώρα πια, μετά από πέντε χρόνια ψυχοθεραπείας, κοιτώντας πίσω, συνειδητοποιώ ότι μου έχει κοστίσει, απλά δεν το έχω δει ακόμα. Και όταν το δεις, είναι ακόμα πιο τραυματικό».

Και συνεχίζει: «Είναι όμως μαγικό όταν αρχίζεις να ανακαλύπτεις ξανά τον εαυτό σου. Και η Αθήνα μου το προσέφερε αυτό: Μια επανεκκίνηση σε έναν κόσμο που δεν σε ξέρει κανείς, κι αυτό σου προσφέρει μια άλλη ελευθερία. Εδώ δεν ένιωθα πια ο ξένος, ούτε με ενδιέφερε». Ηταν 19 χρόνων. Πέρασε στη Σχολή Ηλεκτρολόγων ξέροντας ήδη ότι στην τέχνη θα βρει τον δρόμο του. Αγαπούσε τη μουσική και έψαχνε ωδείο να γραφτεί. Τελικά γράφτηκε σε δραματική σχολή.  

«Είναι αλήθεια ότι η τέχνη, το θέατρο, είναι πεδία πιο ελεύθερα, πεδία αποδοχής. Το είχα ήδη καταλάβει με τη μουσική. Στη δουλειά μας υπάρχουν πολλοί Αλβανοί, Βαλκάνιοι, αλλά δεν είναι πια αυτό η ταυτότητά σου. Με τη σχολή σταμάτησαν όλα αυτά γιατί σταμάτησε και η αγωνία επιβεβαίωσης. Αποδέχτηκα ότι είμαι αυτός που είμαι. Μετά μπήκα και σε έναν πολιτικό χώρο πιο απελευθερωμένο, της αναρχίας.

Σαν να φρόντισα δηλαδή να βρει ο εαυτός μου το μέρος όπου θα είναι αποδεκτός. Με τα χρόνια ξέφυγα και πήγα σε κάτι πιο ουμανιστικό, πιο ανθρωποκεντρικό, και πολιτικά – να κάνουμε πράγματα για τον άνθρωπο. Και στο θέατρο η παρέα με τους ανθρώπους είναι που έχει σημασία. Αυτό που θα κοιτάξω πρώτα απ’ όλα είναι με ποιους θα δουλέψω. Και με τον καιρό ξεπέρασα την έννοια του ποιος είσαι, από πού είσαι, τι είσαι. Μπορείς να αφήσεις ένα αποτύπωμα ανθρωπιάς; Ασε κάτι όμορφο και φύγε. Αυτό είναι που μετράει».

Στην κουβέντα μας μου επισημαίνει ότι φροντίζει να κρατά ενεργό το κοινωνικό του κομμάτι. «Πρώτα θα σκεφτώ τι κίνησε κάποιον για να κάνει κάτι. Οπως ο Κοβάλσκι. Εγινε βίαιος. Γιατί; Θα μπορούσα και εγώ να έχω γίνει βίαιος, να μην έχω καταφέρει να εισπράξω την αποδοχή και να βρω τον χώρο μου και αυτό να με οδηγούσε σε μια βία, να έχω θωρακιστεί ακόμα περισσότερο με τα κεκτημένα μου. Χαίρομαι που δεν έγινα. Πιστεύω όμως ότι έχω ακόμα πολύ θυμό μέσα μου, καταπιεσμένο – όταν παίζω μάλλον τον απελευθερώνω». Εναν θυμό και με τον εαυτό του, ένα διαρκές «εσύ φταις».

«Μέχρι σήμερα έλεγα ότι κάτι με έτρωγε μέσα μου και έγινα ηθοποιός. Τώρα πια μπορώ να πω ότι ήταν μια ανάγκη που απλώς ακολούθησα» παραδέχεται. Οπως χαίρεται και με την εσωτερική του εξέλιξη: «Κάποτε δεν τολμούσα να δεχτώ το “μπράβο”, δεν μπορούσα να το χαρώ. Τώρα, στα 40, είμαι στην ηλικία που αρχίζεις να γλυκαίνεις, και αυτό γίνεται ερήμην σου».

Περηφάνια για τον εαυτό του νοιώθει; «Αν και δεν μου αρέσουν αυτές οι λέξεις, ναι, τη νιώθω και μπορώ να το πω. Και τη νιώθω γιατί έχω πολύ ωραίους ανθρώπους γύρω μου, και αυτό είναι το δικό μου κέρδος. Ειδικά στο θέατρο όλα φαίνονται στη διάρκεια. Και εγώ για τη διάρκεια προσπαθώ. Αλλά δεν θα μπορούσα χωρίς θέατρο, γιατί είναι σαν να σταματάει κάτι που εγώ έχω ορίσει ως διαδρομή. Τώρα ξεκινάω, με κάποιες αποσκευές. Οσο για το επόμενο, ναι, με αγχώνει, γιατί κουβαλάω την αγωνία της επιβίωσης – η εικόνα ενός πατέρα που δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ, ένας αγώνας. Και αυτό μεταφέρω».

Η ταινία που ετοιμάζει

Τελευταία ο Αινείας Τσαμάτης κάνει και περισσότερη τηλεόραση. Μετά το «Να με λες μαμά», κάνει γυρίσματα για τους «Σούπερ ήρωες» με τον Γιάννη Μπέζο. Δεν ξεχνά όμως και τον κινηματογράφο – έχει ήδη μια ταινία μικρού μήκους στο ενεργητικό του και τώρα γράφει το σενάριο για μια μεγάλου μήκους που θα σκηνοθετήσει: Το τελευταίο ταξίδι ενός μουσικού που πάσχει από Αλτσχάιμερ.

INFO «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς. Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος, σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς. Παίζουν: Αλεξία Καλτσίκη, Αινείας Τσαμάτης, Ηρώ Μπέζου, Βαγγέλης Αμπατζής, Ιωάννα Πιατά, Πέτρος Δημοτάκης. Στο θέατρο Προσκήνιο (Καπνοκοπτηρίου 8, Αθήνα).