Ο κεντρικός ήρωας ετούτης της αφήγησης είναι ανώνυμος. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι δεν είναι καν ήρωας (σύμφωνα με τα προβλεπόμενα κάποιας μυθοπλασίας) αλλά πιο πολύ μια φωνή (πικραμένη, εξοργισμένη, ιλιγγιώδης, ασυγκράτητη) που αναδύεται αιφνιδιαστικά και κατακλύζει τ’ αφτιά μας. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος, εν πάση περιπτώσει, είναι κλινήρης και ετοιμοθάνατος. Η βασική αγωνία του, λίγο πριν το τέλος, προκύπτει ακριβώς από τον ορίζοντα του ατελούς.

«Κοίτα, αντιλαμβάνεσαι ότι πρέπει να τα εξηγήσω όλα αυτά επειδή δεν γνωρίζω, δεν γνωρίζουμε δηλαδή τι χρόνος μένει και πρέπει να προχωρήσω, να τελειώσω το έργο μου» ενόσω, συνεχίζει ο ίδιος, «μ’ έχουν εδώ και με πετσοκόβουν και με ξεγδέρνουν και με μαντάρουν». Αναισθησία, αναπνευστική δυσκολία, ράμματα και αίματα. Μια επίπονη κατάσταση, δηλαδή. Και μια μνήμη ρευστή, αποσυντονισμένη.

Παρ’ όλα αυτά, έχει κουβαλήσει ο άνθρωπος αυτός στο «σκοτεινό ασφυκτικό ανάερο κι ανήλιαγο δωματιάκι» ορισμένα πράγματα ή, μάλλον, έναν χαοτικό σωρό «από βιβλία, σημειώσεις, σελίδες, αποκόμματα, ένας Θεός ξέρει τι άλλο έχει εδώ μέσα». Εχει, επίσης, έγγραφα ιδιοκτησίας και καθετί σχετιζόμενο με την κληρονομιά που οφείλει να διαμοιράσει στις τρεις κόρες του, «όλα πρέπει να μπουν εγκαίρως σε μια σειρά προτού τα κατασπαράξουν οι δικηγόροι και η φορολογία».

Πλην όμως, θα έχετε σίγουρα αναρωτηθεί εν τω μεταξύ, ποιο είναι το θέμα του έργου που επείγεται αυτός ο άνθρωπος να ολοκληρώσει. «Το κατρακύλισμα των πάντων, του περιεχομένου, της γλώσσας, των αξιών, της τέχνης, αταξία και αποσυγκρότηση όπου κι αν γυρίσεις το βλέμμα, τα πάντα βυθισμένα στην εντροπία, ψυχαγωγία και τεχνολογία» και, παράλληλα, οι μάζες που αδημονούν, «ένας ολάκερος αποχαυνωμένος όχλος στημένος περιμένει να ψυχαγωγηθεί, έχει μεταμορφώσει τον δημιουργό καλλιτέχνη σε διασκεδαστή». Εντάξει, μέχρι εδώ, αναλογικά και αναπόφευκτα, προκειμένου να σας δώσουμε απλώς μια ιδέα για το πώς ακούγεται αυτή η φωνή και τι σχολιάζει ή τι την απασχολεί, εμείς έχουμε χρησιμοποιήσει περισσότερα σημεία στίξης, σίγουρα περισσότερες τελείες, από τον συγγραφέα, αυτόν τον φοβερό συγγραφέα, τον Ουίλιαμ Γκάντις (1922-1998).

Μια εσωτερική σύγκρουση

Το σύντομο (και εν μέρει βιωματικό) έργο με τίτλο Αγάπη χαίνουσα (Agapē Agape, 2002) είναι το πρώτο βιβλίο του Γκάντις που κυκλοφορεί μεταφρασμένο στα ελληνικά (αν και στη δική του βιβλιογραφία είναι το ύστατο, το άφησε «προμελετημένο» και έτοιμο προτού πεθάνει, είδε το φως της δημοσιότητας μετά την εκδημία του). Εκδοτικό γεγονός σημαντικό στα τέλη του 2025 η Αγάπη χαίνουσα, δίχως αμφιβολία, καθώς το αναγνωστικό κοινό έχει την ευκαιρία να συναντηθεί με έναν σπουδαίο και αινιγματικό δημιουργό, εμμονικό με το αληθινό και το κίβδηλο, ο οποίος συγκαταλέγεται στους «γίγαντες της μεταπολεμικής λογοτεχνίας» των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Ο Γκάντις, καλλιτεχνικά μιλώντας, έχοντας εμφανιστεί στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ενσαρκώνει κάτι μεταιχμιακό: φέρει τον μοντερνισμό και συνάμα θεμελιώνει τον αμερικανικό μεταμοντερνισμό (όπως έχουν επιχειρήσει μετέπειτα να τον εκφράσουν υφολογικά αλλά και θεματολογικά πεζογράφοι που είναι πιο γνωστοί στη χώρα μας εδώ και δεκαετίες, παραδείγματος χάριν ο Τόμας Πίντσον ή ο Ντον Ντελίλο, οι οποίοι ασφαλώς επηρεάστηκαν από τα κείμενα του Γκάντις).

Επιστρέφουμε, πάντως, στο βιβλίο. Τον ανοικονόμητο, καταιγιστικό, σαρωτικό και συνάμα άτεγκτο μονόλογο που εξαπολύει ένα «σκέτο ερείπιο» με υπερχειλίζουσα ωστόσο πνευματική διαύγεια (σε τόνο καταγγελτικό, δηκτικό και εριστικό, ελαφρώς γκρινιάρικο, στον τόνο μιας ελιτίστικης, εκλεπτυσμένης και ηθικά φορτισμένης απόγνωσης). Το Αγάπη χαίνουσα δεν είναι ένα μυθιστόρημα με τη στενή και συμβατική έννοια του όρου. Δεν υπάρχει εδώ πλοκή, δεν υπάρχει σύγκρουση. Εξωτερική, εννοούμε προφανώς, διότι ολόκληρο το βιβλίο αποτελεί μια εσωτερική σύγκρουση του αφηγητή, με τον ίδιο του τον εαυτό, έναν εαυτό «που μπορούσε να κάνει περισσότερα».

Το πολύ ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι δεν παρακολουθούμε τη φωνή ενός ανθρώπου που δυσφορεί με τα προσωπικά του προβλήματα (πόσο να μας συνάρπαζε αυτό πια) αλλά με τη συλλογική κατάπτωση, με την παρακμή, θα λέγαμε, ολόκληρου του πολιτισμού μας, ιδίως μέσα από το πρίσμα της αμερικανικής πείρας ή, για να το θέσουμε αλλιώς, της κατεξοχήν καπιταλιστικής και καταναλωτικής πατρίδας.

Η στρέβλωση της δημιουργίας

Πυρήνας στη σφοδρή κριτική που διαμορφώνει ο αφηγητής του Γκάντις (με πλήθος φιλοσοφικών, επιστημονικών και καλλιτεχνικών αναφορών, υφασμένων σε μια πυκνή πλην ανακυκλούμενη λογοτεχνική επικράτεια συνειδησιακών τριγμών) είναι η δημιουργική διαδικασία της καλλιτεχνικής δημιουργίας (ό,τι ο ίδιος αντιλαμβάνεται, για την ακρίβεια, σαν στρέβλωση που οριακά την έχει καταστήσει αδύνατη). Ας ακούσουμε, πάλι, πώς απευθύνεται ο αφηγητής, νοερά, αλίμονο, προς δύο επιδραστικούς στοχαστές.

«Τα πάντα ανάγονται σ’ εμπορικά αντικείμενα και η αγορά καθορίζει την τιμή. Και η τιμή γίνεται ο γνώμονας για τα πάντα. Μα φυσικά κύριε [Γιόχαν] Χάιζινχα! Η αυθεντικότητα εξαλείφεται όταν η μοναδικότητα κάθε πραγματικότητας κατατροπώνεται από την αποδοχή της αναπαραγωγής της, έτσι η τέχνη δημιουργείται με γνώμονα την προοπτική της αναπαραγωγής. Αν τους δώσεις την επιλογή, κύριε [Βάλτερ] Μπένγιαμιν, οι μάζες πάντα θα επιλέγουν την απομίμηση».

Ναι, εν προκειμένω o Γκάντις συνομιλεί, αντιστοίχως, με τη μελέτη Homo Ludens (O άνθρωπος και το παιχνίδι) και με το δοκίμιο Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνολογικής του αναπαραγωγιμότητας (κατά τα λοιπά, μεταξύ άλλων, ο Γκάντις συνομιλεί επί μακρόν με τον Πλάτωνα και την Πολιτεία, τον Λέοντα Τολστόι και τη Σονάτα του Κρόιτσερ, καθώς και με την αλληλογραφία του Φλομπέρ). Αλλά πώς φτάνει ο αφηγητής στις μανιασμένες διαπιστώσεις του; Μέσα από την έρευνα που φαίνεται να έχει εκπονήσει (όπως και ο ίδιος ο Γκάντις, το ξέρουμε από το αρχείο του αυτό) για το μηχανικό πιάνο, από την εφεύρεσή του το 1876 μέχρι και το 1929.

Εφόσον λοιπόν «γονέας της τεχνολογίας είναι η ψυχαγωγία», κατά τη θεωρία του αφηγητή, από το μηχανικό πιάνο εκκινούμε και στροβιλιζόμενοι καταλήγουμε στον δικό του «απόγονο», τον «ηλεκτρονικό υπολογιστή» που «υψώνει παραπέτασμα ενάντια στον φόβο της τυχαιότητας, της ενδεχομενικότητας και της απροσδιοριστίας». Μας γεμίζουν προβληματισμούς, η εμβρίθεια και η συνθετική αντίληψη του συγγραφέα. Πολλώ δε μάλλον, πλέον, στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης. Αν διαβάσουμε το κείμενο του Γκάντις με άξονα τις σημερινές εξελίξεις στο πεδίο της ψηφιακής επανάστασης (να μια επανάσταση που ενέχει τη σκιά, που δεν έχει αναγκαστικά θετικό πρόσημο) τότε, ναι, τρομάζουμε. Γιατί δεν ορθώνεται μπροστά μας μόνο η απομίμηση της τέχνης αλλά και της εμπειρίας, της σκέψης, της ζωής.

Ο Ουίλιαμ Γκάντις, το έργο του οποίου συνιστά πρόκληση για κάθε απαιτητικό αναγνώστη, έγραψε συνολικά πέντε μυθοπλασίες. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει το ντεμπούτο του, ένα αδιαμφισβήτητο και τερατώδες αριστούργημα, το μυθιστόρημα The Recognitions (1955) που ξεπερνά τις 900 σελίδες στο πρωτότυπο. Ελαβε επίσης δύο φορές το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου των ΗΠΑ για τα μυθιστορήματά του J R (1975) και Α Frolic of His Own (1994). O μεταφραστής του Αγάπη χαίνουσα, ο Γιώργος Μπέτσος, αξίζει την εύφημη μνεία.

INFO: William Gaddis, «Αγάπη χαίνουσα», μτφρ. Γιώργος Μπέτσος, εκδόσεις Ποταμός, 2025, σελ. 160, τιμή 15,90 ευρώ