Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ανταπόκριση Λονδίνο

Δημήτρης Μαυροκεφαλίδης

Σπάνια ένας πρώην πρωθυπουργός επιτίθεται με τέτοια ένταση σε μια κυβέρνηση του ίδιου του κόμματός του. Ακόμη πιο σπάνια όταν πρόκειται για τον μοναδικό ηγέτη των Εργατικών που κέρδισε τρεις συνεχόμενες γενικές εκλογές και τον δεύτερο μακροβιότερο πρωθυπουργό στη μεταπολεμική ιστορία της Βρετανίας, μετά τη Μάργκαρετ Θάτσερ.

Ο Τόνι Μπλερ επέλεξε να σπάσει τη σιωπή του με ένα πολιτικό δοκίμιο 5.700 λέξεων (που διένειμε στα μέσα ενημέρωσης το think tank που φέρει το όνομα του), το οποίο έχει ήδη προκαλέσει σεισμό στο εσωτερικό των Εργατικών και ανοίγει μια συζήτηση που μέχρι πρότινος θεωρούνταν απαγορευμένη: μπορεί ο Κιρ Στάρμερ να επιβιώσει πολιτικά;

Το κείμενο του Μπλερ δεν είναι απλώς μια παρέμβαση. Είναι μια συνολική αποδόμηση της ιδεολογικής κατεύθυνσης της κυβέρνησης και ταυτόχρονα μια προσπάθεια να επαναφέρει στο προσκήνιο το δόγμα του «Radical Centre» – του Ριζοσπαστικού Κέντρου – απέναντι στην «soft left» προσέγγιση που, κατά τον ίδιο, κυριαρχεί σήμερα στο κόμμα.

Το μήνυμα είναι σαφές: το πρόβλημα δεν είναι η προσωπικότητα του Στάρμερ. Είναι η πολιτική του.

“Radical Centre” εναντίον “Soft Left”

Στην καρδιά της παρέμβασης βρίσκεται μια ιδεολογική σύγκρουση που θυμίζει τις μεγάλες μάχες της δεκαετίας του 1990.

Ο Μπλερ υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση κυβερνά από μια θέση «παραδοσιακής εργατικής κεντροαριστεράς», εγκλωβισμένη στη ζώνη άνεσης του κόμματος.

Θεωρεί ότι η έμφαση στα εργασιακά δικαιώματα, στην πράσινη μετάβαση, στην αύξηση των κοινωνικών δαπανών και στις φορολογικές επιβαρύνσεις των επιχειρήσεων λειτουργεί ως τροχοπέδη για την ανάπτυξη.

Αντίθετα, ο πρώην πρωθυπουργός προτείνει μια ατζέντα που δίνει απόλυτη προτεραιότητα στην οικονομική ανάπτυξη, την τεχνητή νοημοσύνη, την απορρύθμιση, τη μεταρρύθμιση του κράτους πρόνοιας και τη στενότερη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα.

Για τον Μπλερ, η κοινωνική δικαιοσύνη δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ισχυρή ανάπτυξη.

Για ένα μεγάλο τμήμα των σημερινών Εργατικών, όμως, η ανάπτυξη χωρίς αναδιανομή θεωρείται αδιέξοδο.

Αυτό είναι το πραγματικό μέτωπο που άνοιξε ο πρώην πρωθυπουργός. Και αυτό που εκτιμάται θα δημιουργήσει μεγαλύτερο τροχοπέδη στην προσπάθεια Στάρμερ να επιβιώσει αποό την πολιτική δίνη στην οποία βρίσκεται τον τελευταίο μήνα.

«Οι Εργατικοί παίζουν με τη φωτιά»

Η πιο ηχηρή φράση του μανιφέστου Μπλερ ήταν η προειδοποίηση ότι «το Εργατικό Κόμμα παίζει με τη φωτιά».

Ο Μπλερ βλέπει μια παράταξη που κινδυνεύει να επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος.

Υποστηρίζει ότι πολλοί στο κόμμα πιστεύουν λανθασμένα πως η απώλεια ψήφων προς τα δεξιά σημαίνει ότι πρέπει να κινηθούν ακόμη πιο αριστερά.

Κατά την άποψή του, πρόκειται για μια «διαχρονική αυταπάτη» που στο παρελθόν οδήγησε τους Εργατικούς σε εκλογικές καταστροφές.

Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η αναφορά του στην «σχεδόν άπειρη ικανότητα αυτοεξαπάτησης» που χαρακτηρίζει το κόμμα.

Δεν πρόκειται απλώς για κριτική. Πρόκειται για αμφισβήτηση της πολιτικής κουλτούρας που έχει διαμορφωθεί μετά την εποχή του New Labour.

Υπερασπίζεται τον Στάρμερ αλλά αποδομεί την κυβέρνησή του

Το παράδοξο είναι ότι ο Μπλερ δεν ζητά την απομάκρυνση του Στάρμερ.

Αντίθετα, χαρακτηρίζει άνευ νοήματος οποιαδήποτε συζήτηση για αλλαγή ηγεσίας εάν δεν προηγηθεί μια σοβαρή συζήτηση για το πολιτικό πρόγραμμα, την πολιτική ατζέντα.

«Το να προσπαθείς να διώξεις τον πρωθυπουργό πριν ξέρεις ποια πολιτική κατεύθυνση θέλεις να ακολουθήσεις δεν είναι σοβαρός τρόπος λειτουργίας», σημειώνει.

Ωστόσο, αμέσως μετά εξαπολύει μια καταιγίδα επικρίσεων κατά της κυβέρνησης.

Κατηγορεί το πρωθυπουργικό γραφείο της Ντάουνινγκ Στριτ ότι στερείται στρατηγικού σχεδίου, ότι αλλάζει κατεύθυνση ανάλογα με τις πολιτικές πιέσεις και ότι δεν διαθέτει αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «ballast» – πολιτικό έρμα και σταθερότητα.

Με άλλα λόγια, ο Μπλερ λέει ότι ο Στάρμερ δεν είναι το πρόβλημα. Αλλά η κυβέρνηση που ηγείται λειτουργεί σαν να μην ξέρει πού πηγαίνει.

Η επίθεση σε Ρέινερ, Μίλιμπαντ και Ριβς

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν περιορίστηκε σε γενικές παρατηρήσεις.

Στόχευσε ευθέως κορυφαίες προσωπικότητες της κυβέρνησης.

Η μεταρρύθμιση των εργασιακών δικαιωμάτων της Άγκελα Ρεινερ, η στρατηγική για το “net zero” του Υπουργού Ενέργειας Εντ Μίλιμπαντ και οι φορολογικές επιλογές της υπουργού Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς (με την επιλογή να αυξήσει κατακόρυφα τις εισφορές των εργοδοτών) παρουσιάζονται από τον Τόνι Μπλερ ως πολιτικές που δημιουργούν «αντίθετους ανέμους» για τις επιχειρήσεις.

Ουσιαστικά, ο Μπλερ υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση έχει χάσει την εμπιστοσύνη του επιχειρηματικού κόσμου, ακριβώς τη στιγμή που χρειάζεται ιδιωτικές επενδύσεις για να πετύχει ανάπτυξη.

Πρόκειται για μια κριτική που αγγίζει τον πυρήνα της οικονομικής στρατηγικής των Εργατικών.

Η μάχη της διαδοχής έχει ήδη αρχίσει

Παρότι ο Μπλερ δηλώνει ότι η αλλαγή ηγεσίας δεν αποτελεί λύση, η παρέμβασή του τροφοδοτεί αναπόφευκτα τα σενάρια διαδοχής.

Τα ονόματα του Αντι Μπέρναμ και του Γουες Στριτιγκ κυριαρχούν ήδη στις συζητήσεις της τελευταίας εβδομάδας στο Ουεστμίνστερ.

Εντυπωσιακά, ο Μπλερ απορρίπτει και τις δύο βασικές εναλλακτικές σχολές σκέψης.

Ασκεί κριτική στον Στρίτινγκ επειδή φέρεται να προωθεί μια πιο φιλοευρωπαϊκή κατεύθυνση, ενώ κατηγορεί τον Μπέρναμ (ο οποίος λίγες μόνο ημέρες θα δώσει τη μάχη να κερδίσει την κοινοβουλευτική έδρα και στη συνέχεια να αμφισβητήσει ανοιχτά τον Σταρμερ) ότι υιοθετεί την αριστερή κριτική περί «40 ετών νεοφιλελευθερισμού».

Με τον τρόπο αυτό δείχνει ότι θεωρεί ανεπαρκείς τόσο τους πιθανούς διαδόχους όσο και την παρούσα ηγεσία.

Τεχνητή νοημοσύνη, ανάπτυξη και το νέο μπλερικό όραμα

Το πιο φιλόδοξο τμήμα του «δοκιμίου Μπλερ» αφορά την τεχνητή νοημοσύνη.

Ο Μπλερ υποστηρίζει ότι ο κόσμος βιώνει μια επανάσταση αντίστοιχη με τη Βιομηχανική Επανάσταση του 19ου αιώνα και ότι η Βρετανία δεν είναι προετοιμασμένη.

Η πρότασή του είναι ένα κράτος ανασχεδιασμένο γύρω από την τεχνολογία, με δραστική μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης, του εθνικού συστήματος υγείας (NHS), της εκπαίδευσης και της πρόνοιας.

Αυτή η προσέγγιση αποτελεί την πιο καθαρή έκφραση του «ριζοσπαστικού κέντρου» (Radical Centre): μεταρρυθμίσεις μεγάλης κλίμακας, αλλά με φιλοεπιχειρηματική λογική και τεχνοκρατικό χαρακτήρα.

Τα πυρά κατά του νεο-μπλερισμου

«Ο αρχιτέκτονας του προβλήματος δεν μπορεί να εμφανίζεται ως σωτήρας»

Ανώτατα στελέχη των Εργατικών λένε στο Β ότι ο ίδιος είναι αδύνατον να διαχωριστεί από τα προβλήματα που ο ίδιος καταγγέλει.

Στους κόλπους της αριστερής πτέρυγας του κόμματος κυριαρχεί η άποψη ότι η περίφημη εποχή του New Labour (φιλοσοφία που μπόλιασε την πολιτική του Μπλερ και του Γκόρντον Μπράουν) δεν έλυσε τις βαθύτερες αδυναμίες της βρετανικής οικονομίας, αλλά αντίθετα συνέβαλε στη δημιουργία τους.

Για τους επικριτές του, η κυβέρνηση Μπλερ υιοθέτησε τη λογική της αγοράς σε τομείς που παραδοσιακά ανήκαν στο κράτος, άφησε ανέγγιχτες τις βαθιές περιφερειακές ανισότητες μεταξύ του Λονδίνου και της υπόλοιπης χώρας και ενίσχυσε ένα οικονομικό μοντέλο υπερβολικά εξαρτημένο από τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες του Σίτι.

Κατά την ανάλυσή τους, η ανάπτυξη των ετών του New Labour δεν συνοδεύτηκε από μια ουσιαστική αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης της χώρας.

Αντίθετα, δημιούργησε μια αίσθηση εγκατάλειψης σε πολλές βιομηχανικές περιοχές της Αγγλίας, η οποία αργότερα μετατράπηκε σε οργή απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο.

Αυτή η κοινωνική δυσαρέσκεια θεωρούν ότι αποτέλεσε το υπόβαθρο πάνω στο οποίο άνθισαν το Brexit, ο αντισυστημικός λαϊκισμός και η άνοδος της δεξιάς διαμαρτυρίας.

Για πολλούς βουλευτές και στελέχη που βρίσκονται πιο κοντά στη σοσιαλδημοκρατική παράδοση του κόμματος, η «μπλερική συναίνεση» δεν είναι η απάντηση στα σημερινά αδιέξοδα. Είναι μέρος της εξήγησής τους.

«Έχει χάσει επαφή με την καθημερινότητα των εργαζομένων»

Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η αντίδραση από κύκλους προσκείμενους στη σημερινή ηγεσία.

Η παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού προκάλεσε έντονο εκνευρισμό, με ορισμένα στελέχη να τον κατηγορούν ότι αντιμετωπίζει τη Βρετανία μέσα από το πρίσμα των επιχειρηματικών ελίτ και όχι της κοινωνικής πραγματικότητας.

Χαρακτηριστική ήταν η διαρροή ανώτερου στελέχους των Εργατικών, σύμφωνα με την οποία ο Μπλερ «δεν έχει βρεθεί κοντά σε έναν εργαζόμενο Βρετανό εδώ και δεκαετίες».

Πίσω από αυτή τη φράση κρύβεται μια βαθύτερη πολιτική κατηγορία: ότι ο πρώην πρωθυπουργός αντιλαμβάνεται τα προβλήματα της χώρας κυρίως ως ζητήματα επενδύσεων, ανταγωνιστικότητας και επιχειρηματικού κλίματος, υποβαθμίζοντας τις πιέσεις που δέχονται καθημερινά τα νοικοκυριά.

Μερικοί προχωρούν ένα βήμα πιο πέρα λέγοντας ότι σε αυτές τις 5.700 λέξεις δεν βρέθηκε μία που να εκφράζει εμμέσως μια τάση αυτοκριτικής για τα πεπραγμένα των δικών του κυβερνήσεων.

Θα είναι αυτό η αρχή του τέλους για τον Στάρμερ;

Η απάντηση είναι πιο σύνθετη από όσο φαίνεται.

Βραχυπρόθεσμα, ο Μπλερ δεν έδωσε το σύνθημα ανατροπής του πρωθυπουργού. Αντίθετα, προσπάθησε να αποτρέψει μια πρόωρη εξέγερση.

Μακροπρόθεσμα, όμως, η ζημιά μπορεί να είναι σημαντική.

Όταν ο πιο επιτυχημένος εκλογικά ηγέτης στην ιστορία των Εργατικών δηλώνει ότι η κυβέρνηση στερείται συνεκτικού σχεδίου, ότι βρίσκεται στη λάθος ιδεολογική θέση και ότι κινδυνεύει να χάσει την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, η πολιτική νομιμοποίηση της ηγεσίας αρχίζει να διαβρώνεται.

Η πραγματική σημασία της παρέμβασης δεν είναι ότι ζητά την αποχώρηση του Στάρμερ. Είναι ότι ανοίγει δημόσια τη συζήτηση για το τι θα ακολουθήσει μετά από αυτόν.

Και στην πολιτική, όταν ξεκινά η συζήτηση για τη μετάβαση στην επόμενη εποχή, συνήθως σημαίνει ότι η τρέχουσα ηγεσία έχει ήδη εισέλθει στην πιο επικίνδυνη φάση της ύπαρξής της.

Η σύγκρουση Μπλερ – Στάρμερ δεν αφορά απλώς δύο πρόσωπα.

Αφορά δύο διαφορετικά οράματα για το μέλλον των Εργατικών, της βρετανικής οικονομίας και του ίδιου του κράτους.

Και αυτή η μάχη μόλις ξεκίνησε