Δέκα πέντε χρόνια μετά την πρώτη προβολή του 3D ντοκιμαντέρ «PINA» (2011) στις αίθουσες, ο κινηματογράφος Δαναός (λεωφ. Κηφισίας και Πανόρμου) παρουσιάζει τρεις μοναδικές προβολές του, σήμερα Πέμπτη 8 Μαΐου, την Παρασκευή 9 και το Σάββατο 10 του μηνός. Το ντοκιμαντέρ αναφέρεται στη ζωή και το έργο της της χορογράφου Πίνα Μπάους (1940-2009), που άλλαξε την τέχνη του χορού για πάντα, μέσω του διάσημου χοροθεάτρου του Wuppertal που διηύθυνε.
Με αυτή την αφορμή το «ΒΗΜΑ» ανασύρει την συνέντευξη που είχε πάρει από τον Γερμανό σκηνοθέτη Βιμ Βέντερς κατά την διάρκεια του Φεστιβάλ Βερολίνου το 2011 όπου η «PINA» είχε κάνει πρεμιέρα. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο ξενοδοχείο Adlon Κempinsk» με τον Βέντερς σε πολύ καλή διάθεση καθώς η ταινία του είχε ήδη αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές (θα ακολουθούσε μια υποψηφιότητα για Οσκαρ).

Ο Βιμ Βέντερς το 2011 (AP Photo/Katy Winn)
Η μόνη στεναχώρια του ήταν που η Μπάους δεν είδε ποτέ την ταινία διότι πέθανε το 2009.
Να σημειωθεί ότι πριν από κάθε προβολή στο Δαναό, το κοινό θα έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει μία performance χορού από την Αθανασία Κανελλοπούλου εμπνευσμένη από το χορογραφικό σύμπαν της Πίνα Μπάους. Μέσα από την χορογραφία αυτή, η Κανελλοπούλου, που υπήρξε Guest χορεύτρια στο Wuppertal Tanztheater της Πίνα Μπάους από το 2002 έως το 2008, γίνεται η αρχή ενός χορευτικού ταξιδιού που ξεκινά ζωντανά στη σκηνή και ολοκληρώνεται στη μεγάλη οθόνη.
«Οταν το 1985 είδα για πρώτη φορά δουλειά της Πίνα Μπάους, κατάλαβα πόσο λίγος είμαι»
«Οταν το 1985 είδα για πρώτη φορά δουλειά της Πίνα Μπάους, κατάλαβα πόσο λίγος είμαι» παραδέχεται ο γερμανός σκηνοθέτης Βιμ Βέντερς. «Η δουλειά μου είναι η κινούμενη εικόνα. Βλέποντας όμως το “Cafe Μuller” είδα ότι ποτέ δεν θα μπορούσα να δημιουργήσω κίνηση με τον τρόπο που το έκανε εκείνη».
Βρισκόμαστε στο ξενοδοχείο «Αdlon Κempinski» του Βερολίνου και ο Βέντερς παρουσιάζει την τελευταία ταινία του «Πίνα Μπάους 3D», ένα τρισδιάστατο ντοκυμαντέρ για την πρωτοπόρο χορογράφο. Ούτε βιογραφικό όμως είναι ούτε ερμηνευτικό. «Η Πίνα δεν ερμήνευε ποτέ αυτό που έκανε» λέει ο Βέντερς. «Οποτε τη ρωτούσαν για τη δουλειά της άναβε τσιγάρο και σταματούσε τη συζήτηση.Αν μιλούσε ένιωθε ότι πρόδιδε αυτό που κάνει».
Η πραγμάτωση του ντοκυμαντέρ υπήρξε μια οδύσσεια για τον Βέντερς, ο οποίος σε πολλές στιγμές της συνέντευξης θα δακρύσει ενθυμούμενος τη χορογράφο. Ηθελε να το σκηνοθετήσει από τότε που τη γνώρισε, πριν από 25 χρόνια. Τελικά το γύρισε μετά τον θάνατο της Μπάους, το 2009. «Είκοσι πέντε χρόνια συναισθηματικής φόρτισης είναι πάρα πολλά» λέει. Η χειρότερη φάση αυτής της περιόδου ήταν όταν ένιωσε ανίκανος να σκηνοθετήσει: «Φοβόμουν να στήσω τις κάμερες γιατί ήξερα ότι τα εργαλεία μου δεν θα ήταν αρκετά για να εκπληρώσουν τις προσδοκίες της Πίνα».
Είναι σχεδόν ειρωνικό το ότι η λύση στο πρόβλημα του Βέντερς ήρθε από την υψηλή τεχνολογία, με την οποία η δουλειά της Μπάους δεν είχε απολύτως καμία σχέση. Η ιδέα τού «έκατσε» «σαν κεραυνός» ένα βράδυ στο Φεστιβάλ Καννών του 2007 και ενώ οι U2 έπαιζαν «ζωντανά» στα σκαλιά της Αίθουσας Λυμιέρ. Οι U2 βρίσκονταν εκεί με αφορμή την παγκόσμια πρεμιέρα ενός τρισδιάστατου ντοκυμαντέρ που είχε γυριστεί για το συγκρότημα. «Από το πρώτο κιόλας πλάνο είχα βρει αυτό που έψαχνα τόσο καιρό για να γυρίσω την ταινία μου:η τρισδιάστατη εικόνα δίνει μεγάλη ζωντάνια στον χώρο.Μόνο έτσι ο περίγυρος των χορογραφιών της Πίνα μπορούσε να γίνει βίωμα».
Ο Βέντερς τηλεφώνησε αμέσως στην Πίνα Μπάους και το ίδιο καλοκαίρι ξεκίνησαν οι προετοιμασίες της ταινίας. «Δεν είχα ιδέα για την τρισδιάστατη τεχνολογίααλλά ήξερα ότι ήθελα ένα διαφορετικό 3D,όχι απλώς μια ατραξιόν από μόνη της». Αυτό το πρόβλημα του το έλυσε το «Αvatar». «Οταν είδα το αριστούργημα του Τζέιμς Κάμερον κατάλαβα πώς η ταινία μου θα αποκτούσε ελευθερία κινήσεων».
Ολα θα κατέρρεαν όμως όταν λίγο πριν από την έναρξη των γυρισμάτων ο Βέντερς δέχθηκε το τηλεφώνημα ανακοίνωσης του θανάτου της Μπάους. «Κατέρρευσα» λέει και τα μάτια του βούρκωσαν για μία ακόμη φορά. Πήρε αμέσως τηλέφωνο τους χρηματοδότες και τους συμπαραγωγούς του για να τους πει ότι τα γυρίσματα σταματούν επειδή η ταινία δεν θα γυριζόταν. Μερικές εβδομάδες αργότερα ωστόσο οι ίδιοι χορευτές του τελευταίου θιάσου της Μπάους ήταν εκείνοι που του είπαν: «Βιμ, η απόφασή σου είναι λάθος.Η ματιά της Πίνα είναι ακόμη φρέσκια.Η ταινία πρέπει να γίνει τώρα.Θυμήσου το μότο της Πίνα:“Πρέπει να χορεύεις.Αν δεν χορέψεις,θα χαθείς”.Χορέψαμε ακόμη και την ημέρα που πέθανε. Κλαίγοντας, αλλά χορέψαμε. Στη δική σου γλώσσα αυτό μεταφράζεται σε “πρέπει να γυρίσεις το φιλμ”».
Και αυτό ακριβώς έκανε. Τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ πραγματοποιήθηκαν στο Βούπερταλ σε τρεις φάσεις: φθινόπωρο 2009, άνοιξη και καλοκαίρι 2010. Στην πρώτη φάση τα «Cafe Μuller», «Le Sacre du Ρrintemps» και «Vollmond» παρουσιάστηκαν ζωντανά στην Οπερα του Βούπερταλ και μαγνητοσκοπήθηκαν. Στη δεύτερη φάση οι συντελεστές μαγνητοσκόπησαν το «Κontakthof». Τα γυρίσματα έγιναν με τρεις διαφορετικούς τρόπους, όπως συνήθιζε και η Μπάους: με τους χορευτές του Wuppertal Τanztheater, με άνδρες και γυναίκες ηλικίας μεταξύ 65 και 80 ετών και με νέους ηλικίας 14 ετών και άνω. Για τις σόλο εμφανίσεις τους οι χορευτές άφησαν τον περιορισμένο χώρο της σκηνής και τις εκτέλεσαν σε δημόσιους χώρους και βιομηχανικά τοπία. Στην ουσία παρακολουθούμε τα χορευτικά νούμερα της Μπάους και ακούμε τις σκέψεις των χορευτών. «Η Πίνα δούλευε κάνοντας χιλιάδες ερωτήσεις στους χορευτές της» σημειώνει ο Βέντερς. «Μόνο που οι απαντήσεις τους δεν δίνονταν ποτέ με λόγια αλλά με κινήσεις. Αυτές οι κινήσεις έφτιαχναν τα έργα της».
Η «ιέρεια» του σύγχρονου χοροθεάτρου
Η καλλιτεχνική διευθύντρια του Tanztheater Wuppertal (ιδρύθηκε το 1973) θεωρείται η «ιέρεια» του σύγχρονου χοροθεάτρου. Γεννημένη στις 27 Ιουλίου 1940 στη βιομηχανική πόλη Ζόλιγκεν της Γερμανίας, η Πίνα Μπάους ξεκίνησε να χορεύει σε μικρή ηλικία. Στην αρχή από χόμπι, ανάμεσα στα τραπέζια της οικογενειακής επιχείρησης. Σύντομα η ασυνήθιστη σωματική ευελιξία της την έστρεψε στην Ακαδημία Χορού Folkwang στο Εσεν, με διευθυντή τον Κουρτ Γιος. Το 1959 κέρδισε τριετή υποτροφία για την Juilliard School της Νέας Υόρκης. Τραυματική εμπειρία, αλλά έφερε την Μπάους σε επαφή με μεγάλους δασκάλους (Χοσέ Λιμόν,Αντονι Τούντορ).
Ο Τούντορ ώθησε την Μπάους στα χορευτικά της όρια και επιστρέφοντας στη Γερμανία έγινε η βασική χορεύτρια του Jooss΄s Folkwang Βallett για επτά χρόνια- ως την πρώτη χορογραφική της προσπάθεια το 1968. Ανάμεσα στα έργα της, το πασίγνωστο «Cafe Μuller» (1978),το «Rite Οf Spring» (1975),το «Νelken» (2005) και το «Ρalermo Ρalermo» (1989),με τους χορευτές να ισορροπούν με ένα μήλο στο κεφάλι τους. Η Μπάους πέθανε από καρκίνο το 2009 λίγο προτού κλείσει τα 69 της χρόνια.





