Το 1993, ενώ ερευνούσε στο αποθετήριο του Kunsthistorisches Museum στη Βιέννη, η ιστορικός τέχνης Katlijne Van der Stighelen έπεσε τυχαία πάνω σε έναν επικό πίνακα με τίτλο «Ο Θρίαμβος του Βάκχου».

Έμεινε έκπληκτη. Πώς ήταν δυνατόν αυτό το υπέροχο, ανώνυμο έργο να έχει παραμείνει για τόσο καιρό ξεχασμένο στο αποθετήριο του μουσείου; Η απάντηση ήταν ότι είχε ζωγραφιστεί από μια γυναίκα: τη Michaelina Wautier.

«Όταν πρόκειται για έργα γυναικών καλλιτεχνών, πάντα προκύπτουν ζητήματα απόδοσης της πατρότητας», λέει η Van der Stighelen στο BBC. Τα έργα γυναικών συχνά δεν φέρουν υπογραφή, παραμελούνται και είναι λιγότερο πιθανό να καθαριστούν, εξηγεί.

Κατά συνέπεια υπάρχουν «ελάχιστες πιθανότητες να ανακαλυφθούν “κρυφές” υπογραφές». Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σήμερα οι γυναίκες αποτελούν μόλις το 1% της συλλογής της Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου.

Η ανάλυση της Helen Gørrill σε 5.000 πίνακες, αποκάλυψε ότι «όταν ένα έργο φέρει την υπογραφή ενός άνδρα, η αξία του αυξάνεται», ενώ για τις γυναίκες ισχύει το αντίθετο.

Σπουδαία έργα τέχνης που έμειναν ανώνυμα και παραμελημένα για χρόνια, γιατί απλά το πινέλο κρατούσε γυναικείο χέρι.

Η αναγνώριση και η καταξίωση άργησε, ήρθε όμως ώστε να διορθώσει αδικίες αιώνων και να δώσει στις καλλιτέχνιδες τη θέση που τους αξίζει στην ιστορία της τέχνης.

“The Triumph of Bacchus” (1655-59) της Michaelina Wautier

YouTube thumbnail

Ο πίνακας “The Triumph of Bacchus”, που κάποτε ανήκε στον αρχιδούκα Λεοπόλδο Βίλχελμ της Αυστρίας, είναι ένα έργο τόσο σημαντικό, ώστε στις αρχές του 20ού αιώνα ο Γκούσταβ Γκλουκ, επιμελητής φλαμανδικής ζωγραφικής στο Kunsthistorisches Museum, δήλωσε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτελεί έργο γυναίκας.

Η Wautier, μάλλον, ήταν προετοιμασμένη για την επερχόμενη αμφισβήτηση που έβαλε τον εαυτό της στη δεξιά πλευρά του πίνακα. Η φιγούρα της μας κοιτάει στα μάτια αδιαμεσολάβητα.

Ενώ ο αδελφός της καλλιτέχνιδας λάθος αποδόθηκε ως δημιουργός αυτού του έργου, άλλα έργα, μερικά από τα οποία αποδόθηκαν εκ νέου σε αυτήν μόλις το 2020, είχαν αποδοθεί σε φλαμανδούς δασκάλους όπως ο Άντονι βαν Ντάικ.

Η αποκάλυψη έγινε από τη βελγίδα ιστορικό τέχνης, Katlijne Van der Stighelen, η οποία ξεκίνησε να μελετά επισταμένα το έργο του Άντονι βαν Ντάικ. Η Wautier έχει έκτοτε περιγραφεί ως «η μεγαλύτερη καλλιτεχνική ανακάλυψη του αιώνα».

Για τη Van der Stighelen, «είναι μια εξαιρετική, πολυδιάστατη καλλιτέχνιδα», της οποίας το καλλιτεχνικό εύρος (που περιλαμβάνει πορτρέτα, ιστορικές σκηνές, νεκρές φύσεις και έργα είδους) συναγωνιζόταν μόνο ο φλαμανδός δάσκαλος Peter Paul Rubens.

Το “The Triumph of Bacchus” εκτιμάται πλέον ως ένα από τα αριστουργήματα της συλλογής ζωγραφικής του Kunsthistorisches Museum.

“Self Portrait as St Catherine of Alexandria” (περ. 1615-17) της Artemisia Gentileschi

YouTube thumbnail

Το σπουδαίο της Artemisia Gentileschi για χρόνια αποσιωπήθηκε. Μπορεί ο σύγχρονος κόσμος να «ανακάλυψε» τα έργα της μόλις το 1906, σήμερα όμως θεωρείται πρωτοπόρος του ιταλικού μπαρόκ, αλλά και της «φεμινιστικής» τέχνης.

Με το πινέλο της αποτύπωσε στον καμβά της την αντίσταση στην πατριαρχική καταπίεση εκείνης της εποχής. Ήταν η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή στην Accademia delle Arti del Disegno (Ακαδημία των Τεχνών και της Ζωγραφικής), ακολουθώντας τα βήματα του Μιχαήλ Άγγελου.

Η ιστορία της ενέπνευσε τη Elizabeth Fremantle ώστε να γράψει το μυθιστόρημα “Disobedient” (2023). Ήταν ακόμα έφηβη όταν άρχισε να απεικονίζει τις επιβλητικές γυναίκες στα γεμάτα συναισθηματική ένταση ιστορικά της έργα.

Ο πίνακας “Self Portrait as St Catherine of Alexandria” θεωρήθηκε έργο του πατέρα της ή του στενού του φίλου, Caravaggio. Ο πίνακας αποδόθηκε επίσημα στην Artemisia Gentileschi μόλις το 2017.

Απεικονίζει την καλλιτέχνιδα ως τη μάρτυρα του 4ου αιώνα, την Αγία Αικατερίνη, δίπλα στον τροχό με τα καρφιά στον οποίο τη βασάνισαν.

Η συγκεκριμένη δημιουργία αντανακλά την εμπειρία της καλλιτέχνιδας ως επιζώσας βιασμού. «Οι πίνακες της Gentileschi ενίσχυσαν τους ρόλους των ηρωικών γυναικείων προσώπων», γράφει η Κέιτι Χέσελ στο βιβλίο της «Η ιστορία της τέχνης χωρίς άνδρες» (2022).

Ο κατάλογος των γνωστών έργων της Gentileschi αυξάνεται συνεχώς. Το 2020, ο καθαρισμός του πίνακα «Ο Δαβίδ και ο Γολιάθ» αποκάλυψε την υπογραφή της στο σπαθί του Δαβίδ.

«Το όνομα μιας γυναίκας δημιουργεί αμφιβολίες μέχρι να δει κανείς το έργο της», έγραψε στον συλλέκτη Ντον Αντόνιο Ρούφο το 1649, προσθέτοντας αργότερα: «Θα δείξω στην Εξοχότητά σας τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα».

“The Carousing Couple” (1630) της Judith Leyster

YouTube thumbnail

Η ολλανδή ζωγράφος Judith Leyster έχαιρε μεγάλης εκτίμησης κατά τη διάρκεια της ζωής της, αλλά μετά τον θάνατό της η φήμη της επισκιάστηκε από τους άνδρες του περιβάλλοντός της.

Αποτέλεσμα; Το έργο της συχνά αποδιδόταν λανθασμένα στον σύζυγό της, Jan Miense Molenaer ή στον Frans Hals, ο οποίος θεωρούνταν δάσκαλός της. Ο χαρούμενος πίνακας “The Carousing Couple” («Το ζευγάρι που γλεντά») φαινόταν να έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός έργου του Frans Hals.

Το 1892, ένας έμπορος τέχνης παρατήρησε ότι κάτω από την υπογραφή του Hals υπήρχαν τα συνυφασμένα με τη ζωγράφο αρχικά “JL” ακολουθούμενα από ένα αστέρι (ένα λογοπαίγνιο με το όνομά της, το οποίο προέρχεται από την ολλανδική λέξη για τον «οδηγό αστέρα»).

Αν και το έργο της Leyster συναγωνιζόταν σε ποιότητα αυτό του Hals, είχε εξαλειφθεί από την ιστορία της τέχνης, καθώς ένας διάσημος άνδρας ζωγράφος μπορούσε να κερδίσει υψηλότερες τιμές σε δημοπρασίες.

Η καριέρα της Leyster ήταν σύντομη. Αφιερώθηκε αποκλειστικά στην ανατροφή των πέντε παιδιών της και στη στήριξη του συζύγου της.

Είναι πιθανό να συνεργάστηκε μαζί του σε μερικά από τα έργα του, αλλά η υπογραφή ήταν πάντα δική του.

“God” (1917) της βαρόνης Elsa von Freytag-Loringhoven και του Morton Schamberg

YouTube thumbnail

Τον 19ο και τον 20ό αιώνα, οι γυναίκες καλλιτέχνιδες εξακολουθούσαν να θεωρούνται ερασιτέχνες. Στο καθοριστικό της δοκίμιο του 1971, «Γιατί δεν υπήρξαν μεγάλες γυναίκες καλλιτέχνιδες;», η αμερικανίδα ιστορικός τέχνης Linda Nochlin υποστηρίζει ότι ο κανόνας της τέχνης καθορίζεται από καιρό από μια «λευκή δυτική ανδρική οπτική» που απολαμβάνει «ακριτική αποδοχή».

Μία από τις παραγνωρισμένες πρωτοπόρες καλλιτέχνιδες ήταν η εκκεντρική γερμανίδα ζωγράφος, γλύπτρια, ποιήτρια και περφόρμερ, βαρόνη Elsa von Freytag-Loringhoven, η οποία ξύρισε το κεφάλι της, το έβαψε κόκκινο και ντυνόταν με ανδρόγυνα ρούχα φτιαγμένα από υλικά που είχε συλλέξει.

Το έργο της “God” , ένας σωλήνας αποχέτευσης από χυτοσίδηρο με φαλλική μορφή, αναποδογυρισμένος και στερεωμένος σε ένα κουτί κοπής, αναγνωρίστηκε ως ένα από τα πρώτα “readymades” (καθημερινά «αντικείμενα που βρέθηκαν» και μετατράπηκαν σε τέχνη).

Αποδιδόταν στον αμερικανό καλλιτέχνη Morton Schamberg μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν το όνομα της βαρόνης προστέθηκε επίσημα στους δημιουργούς.

Ορισμένοι μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι το αναποδογυρισμένο ουρητήριο του Μαρσέλ Ντυσάν, με τίτλο «Σιντριβάνι» και με υπογραφή “R Mutt”, ήταν επίσης έργο της.

Η Irene Gammel στο βιβλίο της “Baroness Elsa” (2002) παραθέτει την επιστολή που έστειλε ο Ντυσάν στην αδελφή του Σουζάν το 1917, στην οποία γράφει: «Μια από τις φίλες μου, με το ανδρικό ψευδώνυμο Richard Mutt, έστειλε ένα πορσελάνινο ουρητήριο ως γλυπτό».

Η Gammel υποστηρίζει: «αν και μπορεί να λείπουν οι τελικές αποδείξεις για τη συμμετοχή της βαρόνης, υπάρχουν πολλές έμμεσες ενδείξεις που υποδηλώνουν το καλλιτεχνικό της αποτύπωμα».

“Tomorrow Forever” (1963) της Margaret Keane

Η απάτη του Walter Keane, συζύγου της καλλιτέχνιδας Margaret Keane, συγκλόνισε τον κόσμο της τέχνης. Τα «μεγάλα μάτια», οι πίνακες που λάτρεψαν τα αμερικανικά προάστια τη δεκαετία του 1960, δεν είχαν δημιουργηθεί από εκείνον, όπως όλοι πίστευαν, αλλά από τη Margaret.

«Καθοδηγούμενος από μία αίσθηση απελπισίας, ζωγράφισα αυτά τα βρόμικα, κουρελιασμένα νεαρά θύματα του πολέμου με τα πληγωμένα, κατεστραμμένα μυαλά και σώματα, τα βρώμικα μαλλιά και τις μύτες που τρέχουν.

Τότε ξεκίνησε σοβαρά η ζωή μου ως ζωγράφος» είχε δηλώσει κάποτε ο Keane θέλοντας να εξηγήσει τα βαθύτερα ένστικτα που όρισαν την τέχνη του. Η αλήθεια μπορεί να καθυστέρησε, αλλά βγήκε στο φως.

Για χάρη της κόρης της από τον προηγούμενο γάμο της, υπέμεινε τη στάση του συζύγου της. «Αισθανόμουν εγκλωβισμένη», έχει η ίδια δηλώσει. Χώρισαν το 1965, μετά από δέκα χρόνια γάμου.

Ακολούθησε μια μακρά δικαστική διαμάχη. Οι δύο πλευρές τοποθετήθηκαν μπροστά σε ένα καβαλέτο και τους ζητήθηκε να ζωγραφίσουν μπροστά στον δικαστή.

Ο Walter επικαλέστηκε πόνο στον ώμο και άφησε τον καμβά του κενό, ενώ το αμέσως αναγνωρίσιμο παιδί με τα μεγάλα μάτια της Margaret, γνωστό «ως Έκθεμα 224», ολοκληρώθηκε σε λιγότερο από μία ώρα. Αυτός ο πίνακας κρέμεται σήμερα, μαζί με πολλά άλλα από τα «μεγάλα μάτια», στο σπίτι της.

«Αυτός ο πίνακας συμβολίζει τον θρίαμβο της αλήθειας πάνω στο ψέμα», έχει δηλώσει

Με πληροφορίες από BBC.