Η σημερινή κρίση στον Λίβανο δεν αποτελεί ένα απομονωμένο πολεμικό επεισόδιο, ούτε μπορεί να γίνει κατανοητή ως μια ακόμη μεθοριακή αντιπαράθεση μεταξύ του Ισραήλ και της Χεζμπολάχ.

Αντιθέτως, εντάσσεται σε ένα πολύ ευρύτερο πλέγμα αλληλεπιδράσεων, αντιπαλοτήτων και διασταυρούμενων στρατηγικών, που χαρακτηρίζουν διαχρονικά τη Μέση Ανατολή και εξηγούν γιατί οι συγκρούσεις της περιοχής δεν επιλύονται, αλλά μετασχηματίζονται, διευρύνονται και, υπό ευνοϊκές για τη δυναμική της βίας συνθήκες, αναζωπυρώνονται. Υπό αυτή την έννοια, ο Λίβανος είναι ένας χώρος συμπύκνωσης των αντιφάσεων του ίδιου του μεσανατολικού υποσυστήματος.

Η ιστορική κληρονομιά

Για να γίνει κατανοητή αυτή η κρίση πρέπει να ιδωθεί διάμεσου των πρισμάτων της πολιτικής, ιστορικής και γεωστρατηγικής ανάλυσης. Διότι στον Λίβανο τέμνονται διαχρονικά το Παλαιστινιακό και η αραβο-ισραηλινή σύγκρουση, με την ισραηλινό-ιρανική σύγκρουση και τον ενδοαραβικό ψυχρό πόλεμο στο πλαίσιο ενός κράτους διασπασμένου.

Ξεκινώντας από το ιστορικό πλαίσιο, η Γαλλία έχοντας λάβει την Εντολή της Κοινωνίας των Εθνών για την Συρία δημιούργησε το κράτος του Λιβάνου εξυπηρετώντας τα τότε συμφέροντα της γαλλικής βιομηχανίας μεταξιού και παράλληλα στοχεύοντας στην ανακοπή του συριακού εθνικισμού και τον έλεγχο της περιοχής. Κύριος σύμμαχός της σε αυτή την προσπάθεια ήταν οι χριστιανοί του Λίβανου η πλειοψηφία των όποιών, ανάμεσα στις άλλες ομολογίες, ήταν μαρωνίτες καθολικοί. Όμως το νέο κράτος εσώκλειε 18 διαφορετικές -εθνο-θρησκευτικές ομάδες με πολλούς να μην έχουν ερωτηθεί και συμφωνήσει στην αλλαγή των συνόρων της περιοχής τους.

Για την διακυβέρνηση του Λιβάνου επιλέχθηκε ένα ιδιότυπο πολιτικό σύστημα, ο θρησκευτικός-ομολογιακός κοινοτισμός, η κατανομή της εξουσίας δηλαδή με βάση το μέγεθος κάθε θρησκευτικής κοινότητας της χώρας. Επρόκειτο, στην πραγματικότητα, για μία πολιτική διευθέτηση μεταβατικού χαρακτήρα, η οποία σταδιακά παγιώθηκε και μεταβλήθηκε σε καθεστώς. Είναι προφανές ότι η σταθερότητα του Λιβάνου εξαρτιόταν από μια ευαίσθητη ισορροπία. Δεν είναι επομένως τυχαίο το γεγονός πως η ανεξαρτητοποίηση του Λιβάνου από την Γαλλία το 1943, αποτελεί και την απαρχή μιας ταραχώδους πορείας.

Η παθογένεια του ομολογιακού συστήματος

Παρά όμως την ταραχώδη αυτή πορεία, τον αιματηρό και μακρύ εμφύλιο που τέλειωσε μόλις το 1990, το πολιτικό του σύστημα επιβίωσε με μικρές μόνο αλλαγές. Έτσι πάντοτε εκλέγεται Πρόεδρος μαρωνίτης, Πρωθυπουργός σουνίτης και Πρόεδρος της Βουλής σιίτης με την αναλογία στο δημόσιο να είναι 50-50 για κάθε πρόσληψη μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. Θεωρητικά ένα τέτοιο σύστημα αποτρέπει τις διακοινοτικές συγκρούσεις και προωθεί τους συμβιβασμούς. Όμως στον Λίβανο έδρασε ανασταλτικά στην εθνοποιητική διαδικασία ενώ ανήγαγε τις θρησκευτικές κοινότητες σε πολιτικές οντότητες και την πολιτική εξουσία σε μεταξύ τους παίγνιο.

Σε αυτόν τον συνεχή ανταγωνισμό για εξουσία οι κοινότητες αναζητούν εξωγενείς δρώντες για να ενισχύσουν την θέση τους στο εσωτερικό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η εσωτερική πολιτική του χώρας να είναι άμεσα συνδεδεμένη με το περιφερειακό γίγνεσθαι. Ο Λίβανος μετατρέπεται έτσι στο πεδίο διαρκούς σύγκρουσης διαφορετικών αντιπαλοτήτων που αναφέρθηκε στην αρχή.

Η ανάδυση της Χεζμπολάχ και η μεταβολή των περιφερειακών ισορροπιών

Ιδιαίτερη σημασία έχει, στο σημείο αυτό, η ανάδυση και η εξέλιξη της Χεζμπολάχ. Η οργάνωση αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί μονοσήμαντα ούτε ως απλό ενεργούμενο εξωτερικών δυνάμεων ούτε ως καθαρά εσωτερικό προϊόν της λιβανικής πραγματικότητας. Αποτελεί το αποτέλεσμα της σύγκλισης πολλών παραγόντων: της ισραηλινής στρατιωτικής πίεσης, της κοινωνικής και πολιτικής περιθωριοποίησης μεγάλου μέρους του σιιτικού πληθυσμού του Λιβάνου, της κατάρρευσης της εμπιστοσύνης προς το κράτος ως εγγυητή ασφάλειας, αλλά και της ιδεολογικής και πολιτικής επίδρασης του ιρανικού καθεστώτος μετά το 1979.

Η Χεζμπολάχ, συνεπώς, συγκροτήθηκε ως δρων που συνδυάζει τοπικιστικά στοιχεία, θρησκευτικό-ιδεολογική νομιμοποίηση, στρατιωτική ικανότητα και ένταξη σε ένα ευρύτερο περιφερειακό δίκτυο ισχύος. Εδώ ακριβώς εδράζεται και ένα από τα σημαντικότερα διακυβεύματα της σημερινής σύγκρουσης. Το Ισραήλ δεν αντιμετωπίζει τη Χεζμπολάχ μόνο ως απειλή προερχόμενη από τον λιβανικό νότο, αλλά ως προωθημένο βραχίονα της ιρανικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντιστοίχως, η Χεζμπολάχ δεν προβάλλει απλώς τον εαυτό της ως λιβανική δύναμη αντιστάσεως, αλλά ως μέρος ενός άξονα που υπερβαίνει τα όρια του ίδιου του Λιβάνου. Κατά συνέπεια, η σύγκρουση παύει να αφορά αποκλειστικά το ζήτημα της μεθοριακής ασφάλειας και μετατρέπεται σε κρίκο μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης περί των περιφερειακών ισορροπιών ισχύος.

Η διάβρωση της κρατικής υπόστασης και η εσωτερίκευση των απειλών

Επομένως, παράλληλα με την μετεξέλιξη της ισραηλινό-ιρανικής αντιπαλότητας επί λιβανικού εδάφους γίνεται ορατή η αδυναμία του λιβανικού κράτους και η σαθρή κρατική του υπόσταση. Ενώ στο κράτος βεστφαλιανού τύπου το εθνικό συμφέρον αποφασίζεται από την κρατική ηγεσία, στον Λίβανο υπάρχουν διαφορετικά κέντρα που το αποφασίζουν, ένα εκ των οποίων και η Χεζμπολάχ. Αυτό όμως θέτει υπό ερώτημα την ίδια τη σχέση κοινωνίας και κράτους, την εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς, καθώς και την ικανότητα του πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί κρίσεις που το υπερβαίνουν.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο Λίβανος αναδεικνύεται, για μία ακόμη φορά, σε χώρα όπου η διάκριση μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής. Οι εσωτερικές του αντιθέσεις τροφοδοτούνται από εξωτερικές παρεμβάσεις και, αντιστρόφως, οι εξωτερικές αντιπαλότητες βρίσκουν πρόσφορο έδαφος λόγω της εσωτερικής του αδυναμίας. Πρόκειται για μία διαλεκτική σχέση δράσης και αντίδρασης, η οποία όχι μόνον περιπλέκει τα προβλήματα, αλλά και τα διαιωνίζει. Η βία, εν προκειμένω, δεν παρουσιάζεται ως παρέκκλιση από την κανονικότητα· μετατρέπεται σταδιακά σε έναν από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους αναδιατάσσονται οι ισορροπίες.

Το Παλαιστινιακό ως πυρήνας της μεσανατολικής αστάθειας

Ο νέος κύκλος βίας στον Λίβανο ξεκίνησε αρχικά με τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023 στο Ισραήλ και συνεχίστηκε με την συμμετοχή της Χεζμπολάχ στο πλευρό του Ιράν στον πόλεμο με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Παρά τη σχετική μετατόπιση της διεθνούς προσοχής προς τις νέες εξελίξεις είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι αιτία απετέλεσε το ζήτημα της Γάζας και το Παλαιστινιακό που δεν έχει απωλέσει καθόλου τη σημασία του.

Αντιθέτως, εξακολουθεί να αποτελεί τον μόνιμο πυρήνα της μεσανατολικής αστάθειας, το κατ’ εξοχήν ανεπίλυτο πρόβλημα γύρω από το οποίο συναρθρώνονται ευρύτερες περιφερειακές αντιπαλότητες. Τα όσα διαδραματίζονται στη Γάζα, έστω και αν σήμερα δεν βρίσκονται με την ίδια ένταση στο επίκεντρο της δημοσιότητας, συνεχίζουν να επηρεάζουν το κλίμα στην περιοχή, να ενισχύουν την ένταση των αντιαμερικανικών και αντι-ισραηλινών διαθέσεων στον αραβικό κόσμο, να προσφέρουν ιδεολογικό και πολιτικό έρεισμα σε ένοπλες οργανώσεις και να τροφοδοτούν τη ρητορική της «αντίστασης».

Η σχέση, άλλωστε, μεταξύ Λιβάνου και Παλαιστινιακού δεν είναι ούτε νέα ούτε επιφανειακή. Η παλαιστινιακή παρουσία στον Λίβανο, οι επιπτώσεις της αραβο-ισραηλινής σύγκρουσης στο εσωτερικό της χώρας του Κέδρου, η ανάδυση νέων μορφών ένοπλης δράσης και η διαρκής εργαλειοποίηση της «κοινής αραβικής υπόθεσης» από κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες, αποδεικνύουν ότι οι δύο κρίσεις δεν μπορούν να ιδωθούν απολύτως ξεχωριστά. Η Γάζα, ακόμη και όταν δεν δεσπόζει στην επικαιρότητα, παραμένει ένας από τους βασικούς άξονες γύρω από τους οποίους αναπαράγεται η περιφερειακή ένταση.

Η δε σημερινή κατάσταση στον Λίβανο υπενθυμίζει με σκληρό τρόπο ότι το Παλαιστινιακό δεν έχει ουδέποτε υποχωρήσει πραγματικά· απλώς μεταλλάσσεται και επιστρέφει μέσα από άλλες μορφές σύγκρουσης.

Η ανάγκη για μια συνθετική ερμηνεία του μεσανατολικού δράματος

Εάν, επομένως, επιθυμεί κανείς να κατανοήσει σε βάθος τη σημερινή ανάφλεξη, δεν αρκεί να καταγράψει τις στρατιωτικές της φάσεις ή να περιγράψει τους επιμέρους συσχετισμούς δυνάμεων. Απαιτείται μία ευρύτερη οπτική, που να εντάσσει τα τρέχοντα γεγονότα στο ιστορικό τους βάθος, στις ιδιαίτερες συνθήκες συγκρότησης των κρατών της περιοχής, στις χρόνιες ανισορροπίες ισχύος, στην πολιτική χρήση της θρησκείας, στην ανάμειξη εξωγενών δρώντων και, βεβαίως, στην αδυναμία των περιφερειακών συστημάτων να μετασχηματίσουν τη βία σε βιώσιμη πολιτική διευθέτηση.

Άλλωστε, η Μέση Ανατολή είναι ένα «σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων» όπως σωστά το έχει περιγράψει στην ελληνική βιβλιογραφία με το βιβλίο της «Διεθνής πολιτική στη Μέση Ανατολή και ανεπίλυτες συγκρούσεις: Παλαιστίνη, Λίβανος, Συρία, Ιράκ», η Καθηγήτρια Βιβή Κεφαλά. Η ανάδειξη των διαχρονικών αίτιων των συγκρούσεων και των παθογένειών της περιοχής έχει ιδιαίτερη σημασία σε μία εποχή κατά την οποία η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται είτε από σχηματικές αναγνώσεις είτε από την επιφανειακή εντύπωση της στιγμής.

Όποιος, επομένως, επιχειρεί να ερμηνεύσει τα τρέχοντα γεγονότα αποσπασματικά, κινδυνεύει να παραγνωρίσει τα ουσιώδη: ότι οι σημερινές πολεμικές εκφάνσεις δεν είναι παρά η πλέον πρόσφατη μορφή ενός πολύ παλαιότερου και βαθύτερου προβλήματος. Χωρίς αυτή τη συνθετική ανάγνωση, η επικαιρότητα καθίσταται παραπλανητική, διότι εμφανίζει ως «νέο» εκείνο που, στην πραγματικότητα, αποτελεί επανεμφάνιση παλαιών αδιεξόδων.

Στη Μέση Ανατολή οι κρίσεις δεν πεθαίνουν

Εφαρμόζοντας τα παραπάνω στο σήμερα, είναι φανερό πως ο Λίβανος αποτελεί το παράδειγμα μιας περιοχής όπου η κρατική αδυναμία, οι ενδογενείς παθογένειες, οι παλιές ανεπίλυτες συγκρούσεις και οι εξωγενείς ανταγωνισμοί συμπλέκονται διαρκώς. Και ότι η Γάζα, παρά τη μερική απομάκρυνσή της από το επίκεντρο της διεθνούς προσοχής, εξακολουθεί να αποτελεί ενεργό στοιχείο αυτής της αποσταθεροποιητικής εξίσωσης. Εάν κάτι διδάσκει η παρούσα συγκυρία, είναι ότι στη Μέση Ανατολή οι κρίσεις δεν πεθαίνουν.

Αντιθέτως, αλλάζουν μορφή, μετατοπίζονται γεωγραφικά και επιστρέφουν, κάθε φορά πιο σύνθετες. Κατά συνέπεια, η κατανόηση της περιοχής είναι καταρχάς ζήτημα ερμηνείας. Και χωρίς ερμηνεία, τα γεγονότα παραμένουν θραύσματα, ανίκανα να αποδώσουν τη βαθύτερη λογική του μεσανατολικού δράματος.

* Ο Δρ. Μηνάς Λυριστής είναι Junior Scholar (Gulf Affairs) στο Strategy International Think Tank και Ερευνητής του Κέντρου Ανάλυσης Μεσανατολικής Πολιτικής του Ιδρύματος Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΚΕΑΜΕΠ/ΙΔΟΣ)