Οι σημερινές συνομιλίες στο Ισλαμαμπάντ μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν επαναφέρουν στο προσκήνιο μια λιγότερο ορατή αλλά εξαιρετικά κρίσιμη διάσταση της διεθνούς πολιτικής: τη δύναμη της διαμεσολάβησης. Σε έναν κόσμο όπου οι συγκρούσεις πολλαπλασιάζονται αλλά οι απευθείας δίαυλοι επικοινωνίας συχνά διακόπτονται, τα κράτη που μπορούν να «μιλούν με όλους» αποκτούν ρόλο δυσανάλογο του μεγέθους τους.
Η διαμεσολάβηση δεν είναι ουδέτερη πράξη. Είναι στρατηγική επιλογή, επένδυση σε κύρος και επιρροή. Η ανάληψη του ρόλου του διαμεσολαβητή και της φιλοξενίας διαπραγματεύσεων, τα κράτη προσθέτουν στους παράγοντες της ισχύος τους το “brand” της αξιοπιστίας και της διευρυμένης αποδοχής.
Το Πακιστάν επιχειρεί σήμερα ακριβώς αυτό: να κεφαλαιοποιήσει τις σχέσεις του τόσο με τη Δύση όσο και με τον μουσουλμανικό κόσμο, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως απαραίτητο ενδιάμεσο σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη αντιπαράθεση. Ακόμη και αν τα αποτελέσματα των συνομιλιών παραμένουν αβέβαια, η ίδια η διαδικασία ενισχύει το διπλωματικό του αποτύπωμα.
Η ιστορία δείχνει ότι αυτή η στρατηγική δεν είναι καινούργια. Η Νορβηγία, μέσω των μυστικών διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στις Συμφωνίες του Όσλο τη δεκαετία του 1990, κατάφερε να μετατραπεί σε παγκόσμιο σημείο αναφοράς για τη διπλωματία της ειρήνης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η Αλγερία, διαμεσολάβησε για την επίλυση της κρίσης ομηρίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Αν και λιγότερο προβεβλημένη, η παρέμβασή της ενίσχυσε το διεθνές της προφίλ και την αξιοπιστία της ως ουδέτερου δρώντα στη συγκεκριμένη συγκυρία. Τα παραδείγματα αυτά, μεταξύ πολλών άλλων, επιβεβαιώνουν ότι η διαμεσολάβηση μπορεί να λειτουργήσει ως μια σύντομη οδός προς τη διεθνή αναγνώριση.
Τα τελευταία χρόνια αυτή τη στρατηγική έχουν υιοθετήσει με ιδιαίτερη επιτυχία τα κράτη του Κόλπου. Το Κατάρ έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο δραστήριους διαμεσολαβητές διεθνώς, φιλοξενώντας συνομιλίες για το Αφγανιστάν, τη Γάζα και άλλες κρίσεις. Μέσω αυτής της προσέγγισης, έχει αποκτήσει επιρροή πολύ πέρα από το γεωγραφικό και δημογραφικό του μέγεθος. Παράλληλα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επενδύουν σε πιο στοχευμένες πρωτοβουλίες, διευκολύνοντας διαύλους επικοινωνίας και ανταλλαγές μεταξύ αντιμαχόμενων πλευρών, ενώ το Ομάν διατηρεί εδώ και δεκαετίες τον ρόλο του διακριτικού διαμεσολαβητή, ιδίως σε ευαίσθητες επαφές μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Η επιτυχία τους βασίζεται στην αξιοπιστία, τη διακριτικότητα και τη διατήρηση ισορροπιών, αν και πολλοί αναλυτές ορθώς επισημαίνουν ότι η διατήρηση ουδετερότητας παραμένει μια πρόκληση για τους διαμεσολαβητές.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναδειχθεί σε σημαντικό διαμεσολαβητή σε πολύπλοκες διεθνείς κρίσεις. Από τη συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν έως τον διάλογο μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου, η Ένωση αξιοποιεί τη θεσμική της βαρύτητα, τη διαπραγματευτική της ισχύ και τα οικονομικά της εργαλεία για να διαμορφώσει συναινέσεις. Εν μέσω κριτικής για την σχετική απουσία της ΕΕ από τις σχετικές διαπραγματεύσεις για τις πολυάριθμες κρίσεις στη Μέση Ανατολή, η αναγκαία συζήτηση σχετικά με το μέλλον της εξωτερικής πολιτικής και διπλωματίας της ΕΕ θα πρέπει να λάβει υπόψιν το κατά πόσον ο ρόλος αυτός πρέπει να μελετηθεί και προωθηθεί παραπάνω και το πώς αυτό είναι εφικτό.
Εν κατακλείδι, τα παραδείγματα, ιστορικά και σύγχρονα, συγκλίνουν σε ένα σαφές συμπέρασμα: η διαμεσολάβηση λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Δημιουργεί κύρος, ενισχύει την αξιοπιστία και προσφέρει πρόσβαση σε κρίσιμες διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Σε έναν κόσμο όπου η άμεση ισχύς συχνά αμφισβητείται, η ικανότητα να φέρνεις τους άλλους στο ίδιο τραπέζι αποτελεί ίσως το πιο πολύτιμο διπλωματικό εργαλείο. Για χώρες με στρατηγική θέση και πολυδιάστατες σχέσεις, το δίδαγμα είναι σαφές: όποιος μπορεί να γεφυρώνει διαφορές, αποκτά λόγο στις εξελίξεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα διαθέτει προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να της επιτρέψουν να διαδραματίσει έναν πιο ενεργό ρόλο: γεωγραφική εγγύτητα σε κρίσιμες περιοχές, συμμετοχή στην ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική αρχιτεκτονική, αλλά και δίαυλους επικοινωνίας με διαφορετικούς κόσμους. Σε μια εποχή αυξανόμενης αβεβαιότητας, η επένδυση στη διαμεσολάβηση παράλληλα με άλλα εργαλεία, όπως η άμυνα και η οικονομική ισχύς, δεν είναι απλώς επιλογή κύρους, αλλά πιθανή πηγή ουσιαστικής ισχύος.
*Η Δρ. Έλενα Λαζάρου είναι Γενική Διευθύντρια του ΕΛΙΑΜΕΠ






