Στο χείλος της κατάρρευσης βρίσκεται η εύθραυστη εκεχειρία στη Μέση Ανατολή, καθώς οι σφοδρές ισραηλινές επιθέσεις στον Λίβανο, οι απειλές αντιποίνων από το Ιράν και οι βαθιές διαφωνίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης δυναμιτίζουν κάθε προοπτική αποκλιμάκωσης. Την ίδια ώρα, η σύγκρουση προκαλεί σοβαρούς τριγμούς και στο εσωτερικό του NATO, αποκαλύπτοντας ένα διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαίων συμμάχων, με τον Τραμπ να εξετάζει σχέδιο τιμωρίας για την συμμαχία.
Ειδικότερα, το Ισραήλ εξαπέλυσε την Τετάρτη τις σφοδρότερες μέχρι σήμερα επιθέσεις του στον Λίβανο, σκοτώνοντας εκατοντάδες ανθρώπους και προκαλώντας την έντονη αντίδραση του Ιράν, το οποίο άφησε να εννοηθεί ότι θα ήταν «παράλογο» να συνεχιστούν οι συνομιλίες για μια μόνιμη ειρηνευτική συμφωνία με τις ΗΠΑ.
Η προειδοποίηση του επικεφαλής διαπραγματευτή του Ιράν, προέδρου της Βουλής Μοχάμεντ Καλιμπάφ, ανέδειξε τη συνεχιζόμενη αστάθεια στην περιοχή μετά την ανακοίνωση της εκεχειρίας την Τρίτη από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Οι δύο πλευρές έχουν παρουσιάσει εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις ενόψει των ειρηνευτικών συνομιλιών που αναμένεται να ξεκινήσουν το Σάββατο, ενώ παραμένει ασαφές αν η δίμηνη εκεχειρία θα διατηρηθεί μέχρι τότε.
Ο Καλιμπάφ δήλωσε ότι το Ισραήλ έχει ήδη παραβιάσει αρκετούς όρους της εκεχειρίας εντείνοντας τον παράλληλο πόλεμο κατά της Χεζμπολάχ, που υποστηρίζεται από το Ιράν, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβίασαν τη συμφωνία επιμένοντας ότι το Ιράν πρέπει να εγκαταλείψει τις πυρηνικές του φιλοδοξίες.
«Σε μια τέτοια κατάσταση, μια διμερής εκεχειρία ή διαπραγματεύσεις είναι παράλογες», ανέφερε.
Η εκεχειρία δεν καλύπτει τον Λίβανο
Το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν ότι η εκεχειρία δεν καλύπτει τον Λίβανο, ενώ ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε ότι οι επιθέσεις θα συνεχιστούν.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς δήλωσε από τη Βουδαπέστη ότι «οι Ιρανοί πιθανότατα πίστεψαν πως η εκεχειρία περιλάμβανε και τον Λίβανο, κάτι που δεν ισχύει».
Οι δύο πλευρές φαίνεται να απέχουν σημαντικά και στο ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, ένα από τα βασικά αίτια της σύγκρουσης σύμφωνα με τον Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι η Τεχεράνη συμφώνησε να σταματήσει τον εμπλουτισμό ουρανίου, ενώ ο Λευκός Οίκος ανέφερε ότι προτίθεται να παραδώσει τα υπάρχοντα αποθέματά της.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε συνεργασία με το Ιράν, θα εντοπίσουν και θα απομακρύνουν κάθε βαθιά θαμμένο πυρηνικό “υπόλειμμα”», ανέφερε ο Τραμπ.
Ωστόσο, ο Καλιμπάφ υποστήριξε ότι ο εμπλουτισμός ουρανίου επιτρέπεται βάσει της εκεχειρίας.
Παρά το γεγονός ότι και οι δύο πλευρές δήλωσαν νίκη μετά από πέντε εβδομάδες πολέμου με χιλιάδες νεκρούς, οι βασικές διαφορές παραμένουν άλυτες, με κάθε πλευρά να επιμένει στις θέσεις της για μια συμφωνία που θα καθορίσει το μέλλον της Μέσης Ανατολής.
Παρά την αβεβαιότητα, οι διεθνείς αγορές αντέδρασαν θετικά, με άνοδο των χρηματιστηρίων και πτώση των τιμών του πετρελαίου κατά 14%, κοντά στα 95 δολάρια το βαρέλι.
Ωστόσο, το Μπρεντ παραμένει περίπου 25 δολάρια υψηλότερα από τα επίπεδα πριν την έναρξη των κοινών επιθέσεων ΗΠΑ–Ισραήλ. Η ικανότητα της Τεχεράνης να επηρεάζει τις ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ καταδεικνύει ότι η σύγκρουση έχει ήδη αλλάξει τις ισορροπίες ισχύος στον Κόλπο.
Με το δάχτυλο στη σκανδάλη το Ισραήλ
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε ότι το Ισραήλ έχει «το δάχτυλο στη σκανδάλη» και είναι έτοιμο να επιστρέψει στις μάχες «ανά πάσα στιγμή».
Η πολιτική προστασία του Λιβάνου ανακοίνωσε ότι 254 άνθρωποι σκοτώθηκαν στις επιθέσεις της Τετάρτης, με το μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων στη Βηρυτό (91 νεκροί), ενώ κάτοικοι κατήγγειλαν πλήγματα χωρίς προειδοποίηση.
Η Χεζμπολάχ δήλωσε ότι εκτόξευσε ρουκέτες προς το βόρειο Ισραήλ ως απάντηση σε «παραβιάσεις της εκεχειρίας».
Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν καταδίκασε τις επιθέσεις, ζητώντας η εκεχειρία να καλύψει πλήρως τον Λίβανο, ενώ 13 ευρωπαϊκές χώρες, η Ιαπωνία και ο Καναδάς κάλεσαν σε άμεση αποκλιμάκωση για να αποφευχθεί παγκόσμια ενεργειακή κρίση.
Το Ιράν έπληξε επίσης ενεργειακές εγκαταστάσεις σε χώρες του Κόλπου, συμπεριλαμβανομένου αγωγού στη Σαουδική Αραβία, ενώ το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανέφεραν επιθέσεις με πυραύλους και drones.
Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά για πλοία χωρίς άδεια, ενώ το Ιράν έδωσε οδηγίες για εναλλακτικές διαδρομές ναυσιπλοΐας. Παράλληλα, ο Τραμπ ανακοίνωσε δασμούς 50% σε χώρες που προμηθεύουν όπλα στο Ιράν.
Στο εσωτερικό του Ιράν, πλήθη βγήκαν στους δρόμους πανηγυρίζοντας, αν και παραμένει ανησυχία για τη διάρκεια της ειρήνης.
Παρά τον πόλεμο, η ιρανική ηγεσία παραμένει σταθερή, διατηρώντας τόσο τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου όσο και τη στρατιωτική της ικανότητα.
Το σχέδιο τιμωρίας του ΝΑΤΟ
Την ίδια ώρα, όπως μεταδίδει η Wall Street Journal η κυβέρνηση του Τραμπ εξετάζει σχέδιο τιμωρίας χωρών-μελών του NATO που δεν στήριξαν επαρκώς τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ στον πόλεμο με το Ιράν.
Το σχέδιο προβλέπει την απομάκρυνση αμερικανικών στρατευμάτων από χώρες που θεωρούνται «μη συνεργάσιμες» και τη μεταφορά τους σε κράτη που επέδειξαν μεγαλύτερη υποστήριξη.
Αν και δεν φτάνει στο σημείο πλήρους αποχώρησης από το ΝΑΤΟ, αναδεικνύει το αυξανόμενο ρήγμα μεταξύ Ουάσιγκτον και Ευρωπαίων συμμάχων μετά την απόφαση για τον πόλεμο.
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε επισκέφθηκε την Ουάσιγκτον για συνομιλίες με τον Τραμπ, επιχειρώντας να περιορίσει την ένταση.
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου δήλωσε ότι «το ΝΑΤΟ γύρισε την πλάτη στον αμερικανικό λαό», ενώ ο Τραμπ ανέφερε ότι «το ΝΑΤΟ δεν ήταν εκεί όταν το χρειαστήκαμε».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν περίπου 84.000 στρατιώτες στην Ευρώπη, με τις βάσεις τους να αποτελούν κρίσιμο κόμβο για στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Χώρες όπως η Ισπανία, η Γερμανία, η Ιταλία και η Γαλλία φέρονται να περιόρισαν τη στήριξη προς τις ΗΠΑ, προκαλώντας δυσαρέσκεια στην Ουάσιγκτον.
Αντίθετα, η Πολωνία, η Ρουμανία, η Λιθουανία και η Ελλάδα θεωρούνται πιο πρόθυμες να συνεργαστούν και ενδέχεται να ενισχυθούν στρατιωτικά.
Το σχέδιο ενδέχεται να οδηγήσει σε μεταφορά αμερικανικών δυνάμεων πιο κοντά στα σύνορα με τη Ρωσία, αυξάνοντας τις γεωπολιτικές εντάσεις.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι απαντούν ότι δεν υπήρξε προηγούμενη διαβούλευση πριν την έναρξη του πολέμου, γεγονός που δυσχέρανε τον συντονισμό.
Η κρίση αυτή προστίθεται σε μια σειρά εντάσεων μεταξύ Τραμπ και συμμάχων, που περιλαμβάνουν διαφωνίες για δασμούς, τη στάση απέναντι στη Ρωσία και την υπόθεση της Γροιλανδίας.






