«Μετά από συνομιλίες με τον Πρωθυπουργό Σεχμπάζ Σαρίφ του Πακιστάν και τον Στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ… συμφωνώ να αναστείλω τους βομβαρδισμούς και τις επιθέσεις κατά του Ιράν για περίοδο δύο εβδομάδων».

Η πρόταση αποτελεί απόσπασμα από ανάρτηση του Ντόναλντ Τραμπ και περιγράφει με σαφήνεια τα πρόσωπα που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην εκεχειρία που επιτεύχθηκε τα ξημερώματα της Μεγάλης Τετάρτης, εκτονώνοντας προς το παρόν την πολεμική ένταση στο Ιράν.

Το «κλειδί» της διπλωματικής επάρκειας

Δεν αποτελεί μυστικό ότι Σαρίφ και Μουνίρ λειτουργούσαν για εβδομάδες ως διαπραγματευτές ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν, προσπαθώντας παράλληλα να εμπλέξουν στη διαπραγματευτική διαδικασία δυνάμεις παγκόσμιας και περιφερειακής εμβέλειας όπως η Κίνα και η Σαουδική Αραβία. Το «κλειδί» της διπλωματικής επάρκειας ωστόσο θα πρέπει να αναζητηθεί στην σχέση που έχουν οικοδομήσει με τον αμερικανό πρόεδρο, από όταν ο τελευταίος επανήλθε στο Οβάλ Γραφείο.

Ο Σαρίφ επέλεξε από την αρχή της δεύτερης θητείας του Τραμπ μια ανορθόδοξη πολιτική προσέγγισης του Λευκού Οίκου, στηρίζοντας μεταξύ άλλων το σχέδιο κατάπαυσης στη Γάζα και προτείνοντας την απονομή του Νόμπελ Ειρήνης στον αμερικανό πρόεδρο. Όσο για τον επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων της ισλαμικής χώρας, είναι γνωστό ότι χαίρει της εκτίμησης του Τραμπ, ο οποίος τον θεωρεί «τον αγαπημένο του στρατηγό», με τους δύο τους να συναντιούνται μέσα στο 2025 συνολικά τρείς φορές.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τo ιδιόμορφο ντουέτο αποτυπώνει με μάλλον ξεκάθαρο τρόπο τον συσχετικό δυνάμεων στο εσωτερικό του Πακιστάν. Ο 74χρονος Σερίφ, έγινε πρώτη φορά πρωθυπουργός τον Απρίλη του 2022, μετά την καθαίρεση του προκατόχου του Ιμράν Χαν. Έμεινε στο πρωθυπουργικό αξίωμα έως τον Αύγουστο του 2023 και επανήλθε στο πόστο τον Μάρτιο του 2024. Προέρχεται από ιστορική οικογένεια της ανώτερης μεσαίας τάξης και είναι αδελφός του τρείς φορές πρωθυπουργού και ηγέτη του συντηρητικού κόμματος «Μουσουλμανική Ένωση», Ναουάζ Σερίφ.

Ο 57χρονος Μουνίρ έγινε αρχηγός του Στρατού τον Νοέμβρη του 2022 –στην πρώτη θητεία του Σερίφ- και τον περασμένο Δεκέμβρη αναβιβάστηκε σε αρχιστράτηγο, θέση επιφορτισμένη με την συνολική επίβλεψη των ενόπλων δυνάμεων. Σε μια χώρα που σε λιγότερο από 80 χρόνια ζωής μετράει τρία πραξικοπήματα (1958, 1977, 1999), κι όπου η ειρηνική συνύπαρξη πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας δεν θεωρείται δεδομένη, η συνεργασία Σερίφ-Μουνίρ κρίνεται σε πρώτη φάση άκρως επιτυχημένη.

Έπαινοι

Επιστρέφοντας στην εκεχειρία που προς το παρόν αποσόβησε τον κίνδυνο μιας περαιτέρω κλιμάκωσης ανάμεσα στον συνασπισμό ΗΠΑ-Ισραήλ και το Ιράν, δεν ήταν μόνο ο αμερικανός πρόεδρος που συνεχάρη τους δύο ισχυρούς άνδρες του Πακιστάν για τη μεσολάβησή τους. Ο ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί σε μήνυμά του στο Χ αποκάλεσε «αδελφούς» τους πακιστανούς αξιωματούχους, ευχαριστώντας τους για «τις άοκνες προσπάθειές τους να σταματήσουν τον πόλεμο».

Στο ίδιο πνεύμα, ο γερμανός πρωθυπουργός Φρίντριχ Μερτς κι η επικεφαλής της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ευχαρίστησαν το Πακιστάν για την παρέμβαση, ενώ ο πρόεδρος του Καζακστάν Κασίμ-Τζομάρτ Τοκάγιεφ και ο πρωθυπουργός της Μαλαισίας, Ανουάρ Ιμπραχίμ καλωσόρισαν την κατάπαυση του πυρός, αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά των Σαρίφ και Μουνίρ.

Υπενθυμίζεται ότι εντός του Σαββατοκύριακου επίκειται στην πρωτεύουσα του Πακιστάν, Ισλαμαμπάντ, συνάντηση των διπλωματικών αποστολών ΗΠΑ και Ιράν. Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου Μοχάμεντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ πρόκειται να ηγηθεί της διαπραγματευτικής ομάδας του Ιράν στις συνομιλίες, ενώ την αμερικανική πλευρά αναμένεται να εκπροσωπήσει ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς. «Το Πακιστάν ήταν και είναι πρόθυμο να εφαρμόσει αντισυμβατικές διπλωματικές τακτικές που κερδίζουν πόντους στην Ουάσινγκτον — συμπεριλαμβανομένης της υπερβολικής κολακείας» τονίζει ο Μάικ Κούγκελμαν, συνεργάτης της δεξαμενής σκέψης Atlantic Council, μιλώντας στους New York Times.

Ο ίδιος εκτιμά ότι πρόκειται για μεγάλη επιτυχία της πακιστανικής διπλωματίας, κάνοντας λόγο για «πραγματικό παράσημο» και υπογραμμίζει ότι «σε σχέση με μια δεκαετία πριν, όταν το Πακιστάν θεωρούνταν αναξιόπιστος σύμμαχος… η χώρα έχει σημειώσει αλματώδη πρόοδο σε διπλωματικό επίπεδο».

Μεσολάβηση ή μεσιτεία;

Γεγονός είναι ότι η αιτία της διπλωματικής εγρήγορσης θα πρέπει να αναζητηθεί και στο άγχος του Ισλαμαμπάντ να μην εγκλωβιστεί ανάμεσα στις στρατιωτικές υποχρεώσεις του προς τη σύμμαχο Σαουδική Αραβία (η οποία δέχτηκε σειρά ιρανικών επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές) και την άριστη συνεργασία με το Ιράν σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας, όπως η καταστολή αποσχιστικών κινημάτων στα σύνορα των δύο χωρών.

Αυτή η ανάγκη κάνει ορισμένους να υποβαθμίζουν τον ρόλο του Πακιστάν από μεσολαβητή σε διεκπεραιωτή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ινδός υπουργός Εξωτερικών, Σουμπραμάνιαμ Τζεισένκαρ, ο οποίος αναφερόμενος στον ρόλο του Πακιστάν στην εκεχειρία έκανε λόγο για «μεσιτεία», αντιτείνοντας «το παγκόσμιο κύρος της Ινδίας».

Παρόμοια άποψη εξέφρασε κι ο πολύπειρος πακιστανός αμυντικός αναλυτής Χάμιντ Μιρ, σκληρός επικριτής του στρατιωτικού κατεστημένου της χώρας του, μιλώντας στο δημοφιλές ινδικό μέσο India Today: «Λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη ισχυρών δεσμών με το Ισραήλ, το Πακιστάν δεν θα μπορούσε να δράσει παρά εκτελεστικά σε ένα ευρύτερο σχέδιο» επισήμανε ο Μιρ, υπενθυμίζοντας τον κρίσιμο ρόλο κι άλλων κρατών –Σαουδική Αραβία, Τουρκία, Ομάν- στην όλη διπλωματική προσπάθεια. Την ίδια στιγμή όμως προειδοποιεί ότι η εμπιστοσύνη που δείχνουν ΗΠΑ και Ιράν προς το Πακιστάν δεν θα πρέπει να υποτιμάται σε επίπεδο διπλωματικού κεφαλαίου στο μέλλον.