Τα επίπεδα της βιταμίνης D ενός ατόμου στη μέση ηλικία φαίνεται να παίζουν μεγαλύτερο ρόλο στη μακροπρόθεσμη υγεία του εγκεφάλου του από ό,τι πίστευαν μέχρι σήμερα οι επιστήμονες. Αυτό έδειξε μακροπρόθεσμη μελέτη στην οποία παρακολουθήθηκαν περί τα 800 άτομα για διάστημα μεγαλύτερο των 16 ετών.

Με βάση τα ευρήματα της μελέτης, που δημοσιεύθηκε στο «Νeurology Open Access» της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας, τα άτομα με τα υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης D στην ηλικία των 30 και 40 ετών εμφάνιζαν και τα χαμηλότερα επίπεδα της πρωτεΐνης ταυ, που αποτελεί δείκτη-«κλειδί» της άνοιας.

Τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου

«Τα ευρήματα αυτά μαρτυρούν ότι τα υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης D στη μέση ηλικία μπορούν να προσφέρουν προστασία ενάντια στην εναπόθεση πρωτεΐνης ταυ στον εγκέφαλο καθώς και ότι τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D μπορούν πιθανώς να αποτελούν παράγοντα κινδύνου για άνοια. Ενας παράγοντας κινδύνου που μπορεί να τροποποιηθεί προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος άνοιας» ανέφερε ο δρ Μάρτιν Ντέιβιντ Μάλιγκαν από το Πανεπιστήμιο του Γκόλγουεϊ στην Ιρλανδία προσθέτοντας ωστόσο ότι «τα αποτελέσματα αυτά χρειάζεται να επιβεβαιωθούν από περαιτέρω μελέτες».

Στο πλαίσιο της νέας μελέτης παρακολουθήθηκαν 793 ενήλικοι με μέση ηλικία τα 39 έτη που δεν εμφάνιζαν άνοια κατά την έναρξή της. Οι ερευνητές μέτρησαν τα επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα των εθελοντών στην αρχή της μελέτης.

Καταγραφή των δύο πρωτεϊνών-«κλειδιών» της Αλτσχάιμερ

Περί τα 16 χρόνια αργότερα οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε απεικονίσεις του εγκεφάλου προκειμένου να καταγραφούν τα επίπεδα των πρωτεïνών ταυ και β-αμυλοειδές στον εγκέφαλό τους – αμφότερες αυτές οι πρωτεΐνες θεωρούνται βιοδείκτες της νόσου Αλτσχάιμερ. Συγκεκριμένα επίπεδα βιταμίνης D της τάξεως των 30 νανογραμμαρίων ανά

χιλιοστόλιτρο (ng/mL) θεωρήθηκαν υψηλά ενώ επίπεδα κάτω από αυτό το κατώφλι θεωρήθηκαν χαμηλά.

Το 34% με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D

Συνολικά το 34% των συμμετεχόντων εμφάνιζε χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D ενώ μόνο το 5% ανέφερε ότι λάμβανε συμπληρώματα της βιταμίνης.

Σύνδεση μόνο με την πρωτεΐνη ταυ

Αφού ελήφθησαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο και τα συμπτώματα κατάθλιψης, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι τα υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης D συνδέονταν με χαμηλότερα επίπεδα πρωτεΐνης ταυ χρόνια αργότερα. Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι δεν φάνηκε να ισχύει παρόμοια σύνδεση μεταξύ βιταμίνης D και του β-αμυλοειδούς.

Χαμηλότερα επίπεδα της πρωτεΐνης 16 χρόνια αργότερα

«Τα ευρήματα αυτά είναι υποσχόμενα καθώς μαρτυρούν σύνδεση μεταξύ υψηλότερων επιπέδων βιταμίνης D στη μέση ηλικία και χαμηλότερων επιπέδων πρωτεΐνης ταυ 16 χρόνια αργότερα κατά μέσο όρο» σημείωσε ο δρ Μάλιγκαν και κατέληξε τονίζοντας ότι «η μέση ηλικία είναι μια περίοδος κατά την οποία η τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου μπορεί να έχει μεγαλύτερη επίδραση».

Ο περιορισμός της μελέτης

Να επισημάνουμε πάντως ότι ένας περιορισμός της μελέτης ήταν πως η βιταμίνη D μετρήθηκε μόνο μια φορά και όχι σε συστηματική βάση στο αίμα των εθελοντών – γεγονός που πιθανώς δεν αντικατόπτριζε την πλήρη εικόνα σχετικά με τα επίπεδά της στον οργανισμό τους.