«Όσο θέμα μας απόψε είναι η “Απαγωγή”, άλλο τόσο είναι και η συγγραφέας, η Αγγελική Νικολούλη που αποτελεί φαινόμενο. Όχι μόνο για τα ελληνικά δεδομένα». Με αυτά τα λόγια ξεκίνησε τη συζήτηση-παρουσίαση του καινούργιου βιβλίου της συναδέλφου της στο MEGA, η δημοσιογράφος Νίκη Λυμπεράκη.  

Στην κατάμεστη αίθουσα «Γιάννης Μαρίνος» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, το βράδυ της Δευτέρας (23/3), όπως γίνεται σε κάθε «Φως στο Τούνελ» από τότε που ξεκίνησε η εκπομπή πριν από 31 χρόνια, πραγματοποιήθηκε μια ενδιαφέρουσα κοινωνιολογική, ψυχολογική και εγκληματολογική ανάλυση από ειδικούς με αφορμή ένα έγκλημα. 

Συμμετέχοντες στο πάνελ, εκτός από τις δύο δημοσιογράφους, ήταν ο καθηγητής Εγκληματολογίας και πρώην υπουργός, Γιάννης Πανούσης, η κοινωνιολόγος, ψυχολόγος, ψυχοθεραπεύτρια, Μανουσία Κυπραίου, η εκπρόσωπος τύπου της ΕΛ.ΑΣ, Κωνσταντία Δημογλίδου και η ηθοποιός Μαρία Καβογιάννη, η οποία διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο που είχε να κάνει με μια από τις πιο σκοτεινές ιστορίες, στα πρώτα χρόνια της εκπομπής.

Από αριστερά: Μαρία Καβογιάννη, Γιάννης Πανούσης, Νίκη Λυμπεράκη. Αγγελική Νικολούλη, Μανουσία Κυπραίου, Κωνσταντία Δημογλίδου.

Όπως ομολόγησε η Αγγελική Νικολούλη, η υπόθεση τη σημάδεψε βαθιά  και ακόμη μέχρι σήμερα την φέρνει συχνά στο νου της. «Ίσως γιατί ήταν η πρώτη μου τηλεοπτική επαφή με το οργανωμένο έγκλημα, στα πρώτα χρόνια του “Τούνελ”», προσπαθεί να εξηγήσει. 

Στο επίκεντρο της πλοκής βρίσκεται η μυστηριώδης εξαφάνιση ενός εφοπλιστή, του Άλκη Ανδρέου, και της γραμματέως του, της Μυρτώς. Η έρευνα για την τύχη τους, η οποία ξεκινά μετά από έκκληση της μητέρας της κοπέλας, αποκαλύπτει γρήγορα πως η υπόθεση συνδέεται με μια παλαιότερη, άγρια δολοφονία τριών μελών μιας άλλης οικογένειας με δράστη ένα νεαρό άνδρα, υπεράνω πάσης υποψίας. Η πλοκή και οι προεκτάσεις της υπόθεσης φτάνουν μέχρι  τον κόσμο του οργανωμένου εγκλήματος και της Μαφίας της Σικελίας.

«Αναζητήσαμε δύο αγνοούμενους και αποδείχθηκε η εξαφάνισή τους άγρια δολοφονία με ένα παρασκήνιο απίστευτο. Θα έλεγα ότι ήρθα για πρώτη φορά αντιμέτωπη στον “αέρα”, που λέμε εμείς οι τηλεοπτικοί, με το σκληρό, με το παγωμένο πρόσωπο της κοινωνίας και με τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής», θυμάται η δημοσιογράφος. 

Από όλους τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, επέλεξε στο βιβλίο της να επικεντρωθεί περισσότερο στη μητέρα του θύματος, την κυρία Χριστίνα, γιατί, όπως λέει, εκείνη ήταν η ηθική ραχοκοκαλιά της έρευνας.

«Ήταν η γυναίκα που χτύπησε τη γροθιά στο τραπέζι και μου είπε: “Προχωράμε και όπου βγει”. Κόντρα σε όλους. Προχωρούσαμε για χρόνια ολόκληρα. Μέχρι να βρούμε την δικαίωση». Όταν ρωτήθηκε από την συντονίστρια του πάνελ αν κρατά ακόμη επαφές με τη γυναίκα, τόσα χρόνια μετά, απαντά συγκινημένη: «Ναι, αμέ. Μου λέει να τη λέω “μητέρα”».   

Η Αγγελική Νικολούλη, συγγραφέας και πρωταγωνίστρια

Ένα στοιχείο που προσδίδει ξεχωριστή αξία στο συγγραφικό εγχείρημα της δημοσιογράφου, εκτός από την καταιγιστική δράση, είναι η προνομιακή ματιά που προσφέρει στα παρασκήνια της δημοσιογραφικής έρευνας και στην προσωπική της ζωή. 

Μέσα από την αφήγηση, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πώς το ψυχικό φορτίο των σκοτεινών υποθέσεων μπαίνει ακόμη και μέσα στο σπίτι της. Η Νίκη Λυμπεράκη στάθηκε ιδιαίτερα σε ένα περιστατικό που περιγράφεται στο βιβλίο, τη στιγμή που η δημοσιογράφος, επιστρέφοντας σπίτι, συνειδητοποιεί ότι ο ανήλικος γιος της, μαθητής δημοτικού τότε, είχε συνομιλία στο τηλέφωνο με έναν εκπρόσωπο της μαφίας, που του ζητούσε να μιλήσει με την ίδια.

Ερωτηθείσα για το πώς διαχειρίζεται τον τρόμο ενός τέτοιου περιστατικού, απαντά αφοπλιστικά: «Δεν τα πάω καλά με τον φόβο. Αν είχα αφήσει τον φόβο να φωλιάσει μέσα μου, θα έκανα κάποια άλλη δουλειά, θα είχα φύγει. Θα είχα εγκαταλείψει το “Τούνελ”, θα είχα σβήσει τα φώτα. Όχι, συμβαίνει ένα περίεργο πράγμα. Το αντίθετο. Όταν είμαι αντιμέτωπη με κάτι επικίνδυνο, τότε είναι που έχω μια εσωτερική δύναμη και θέλω να φτάσω στην άκρη».

Φίλοι, συνεργάτες και συνάδελφοι έδωσαν το «παρών» στη βραδιά.

«Για πολλούς, το “κακό” είναι η επιλογή της ελευθερίας, είναι το αυτεξούσιο»

Την επιστημονική, κοινωνιολογική και αστυνομική διάσταση του βιβλίου αλλά και του φαινομένου «Αγγελική Νικολούλη» ανέλαβαν να αποκωδικοποιήσουν οι προσκεκλημένοι ομιλητές. Ο κ. Πανούσης υπογράμμισε πως η αστυνομική λογοτεχνία δεν είναι παραλογοτεχνία, αλλά κατά βάση κοινωνική κριτική. Στις σελίδες της «Απαγωγής» εντοπίζει την αδυναμία των θεσμών και την ολιγωρία προσώπων που όφειλαν να παρέμβουν. 

Όπως εξήγησε: «Η Αγγελική Νικολούλη αποδεικνύει ότι υπάρχει μια ερευνητική δημοσιογραφία, η οποία μπορεί να βοηθήσει στον τρόπο που θα λειτουργήσει όλο το σύστημα της δίωξης του εγκλήματος».

Ξεχώρισε στο βιβλίο ένα στοιχείο σπάνιο για το είδος, την κάθαρση μέσω μιας μορφής θεοδικίας, ενώ παράλληλα, έθεσε ένα βαθύ φιλοσοφικό ερώτημα γύρω από την ανθρώπινη φύση, ανατρέχοντας στον Ντοστογιέφσκι. «Είχε πει ο Ντοστογιέφσκι ότι αν κάναμε μόνο το καλό αυτό θα σήμαινε ότι δεν ήμαστε ελεύθεροι. Αν ο Θεός ή η φύση μάς έφτιαχνε μόνο καλούς, δεν θα ήμασταν ελεύθεροι, γιατί θα είχαμε μονοδρομική επιλογή. Άρα το κακό για πολλούς είναι η επιλογή της ελευθερίας είναι το αυτεξούσιο. Τόνισε πως το καλό και το κακό συνυπάρχουν σε όλους μας και η διαφορά κρίνεται στη «δοσολογία». 

Δηλώσεις στους δημοσιογράφους.

«Η αναζήτηση της αλήθειας αποτελεί βιολογική και ψυχική ανάγκη»

Η κ. Κυπραίου συνέχισε την ανάλυση από το δικό της επιστημονικό πρίσμα, εστιάζοντας στο ρόλο της οικογένειας για την διαμόρφωση ενός εγκληματία.  Στάθηκε στις δύο εντελώς διαφορετικές μητρικές φιγούρες που περιγράφει η κ. Νικολούλη στο βιβλίο της. Η πρώτη, η μητέρα του δολοφόνου, φυλακισμένη στον δικό της θυμό, μεταδίδει στο παιδί της το μίσος και την αίσθηση της αδικίας. Η κ. Κυπραίου ανέδειξε τη διαγενεακή μεταβίβαση του τραύματος, εξηγώντας πώς το παιδί αναλαμβάνει ασυνείδητα τον ρόλο του εκδικητή για έναν πόνο που δεν είναι καν δικός του. «Τελειώσαμε μάνα, δεν θα σε ενοχλήσουν ξανά», λέει ο δράστης στο βιβλίο, αποδεικνύοντας πως το έγκλημα το διαπράττει παρακινούμενος από μια στρεβλή δικαίωση. Στον αντίποδα βρίσκεται η μητέρα της Μυρτώς, η οποία λειτουργεί ως ασφαλής βάση συναισθηματικής σταθερότητας.

Επιπλέον, η κ. Κυπραίου μίλησε για τον ρόλο που διαδραματίζουν τα μέσα ενημέρωσης, και ειδικότερα η εκπομπή «Φως στο Τούνελ», υποστηρίζοντας πως η αναζήτηση της αλήθειας αποτελεί βιολογική και ψυχική ανάγκη. 

«Όταν οι επίσημοι θεσμοί κωφεύουν, δημοσιογράφοι σαν την Αγγελική Νικολούλη γίνονται ο μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου που μετατρέπει τον προσωπικό πόνο σε ένα δημόσιο αίτημα για δικαιοσύνη, αναλαμβάνοντας ένα βαρύτατο ψυχικό φορτίο». 

«Η δημοσιογραφία προσφέρει στοιχεία στην έρευνα της αστυνομίας»

Στη συνέχεια, καταθέτοντας ένα προσωπικό της βίωμα από τα μαθητικά της χρόνια στη Βέροια, η κ. Δημογλίδου αναφέρθηκε σε μια άλλη πολύκροτη υπόθεση που είχε εξιχνιάσει η Αγγελική Νικολούλη, τη δολοφονία της Κικής Κούσογλου, μιας κοπέλας από το στενό οικογενειακό περιβάλλον της αστυνομικού. «Θυμάμαι ότι η Αγγελική Νικολούλη είχε μείνει αρκετό καιρό στη Βέροια και όλοι περιμέναμε την προβολή της εκπομπής της για να μάθουμε καινούργια στοιχεία».

Στην ουρά να αγοράσουν το βιβλίο.

Ξεκαθαρίζει ότι, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύει ο περισσότερος κόσμος, η αστυνομία δεν αντιτίθεται στη δημοσιογραφική έρευνα: «Η δημοσιογραφία , όπως και το επάγγελμα του αστυνομικού, είναι λειτούργημα και, όταν γίνεται με σωστό τρόπο, προσφέρει στοιχεία στην έρευνα της αστυνομίας».

Στην ερώτηση αν έχει χρειαστεί αστυνομική παρέμβαση στο «Φως στο Τούνελ» για να μην προβληθούν στοιχεία που θα έβλαπταν μια έρευνα, η κ. Δημογλίδου απάντησε: «Η κ. Νικολούλη το κάνει μόνη της. Δεν χρειάζεται να ζητήσει την άδεια κανενός, ούτε να ενημερώσει. Γνωρίζει πότε η αστυνομία βρίσκεται κοντά στην εξιχνίαση και κρατά τα στοιχεία για τον εαυτό της. Έχω διαπιστώσει προσωπικά ότι το κάνει αυτό».

«Συνεχίζω γιατί δεν θέλω η κοινωνία μας να συνηθίσει στο σκοτάδι»

Την Αγγελική Νικολούλη τίμησαν με την παρουσία τους φίλοι της από τους χώρους της δημοσιογραφίας, της πολιτικής, των επιχειρήσεων, της τέχνης. Το «παρών» έδωσαν, ανάμεσα σε άλλους, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, ο εκδότης Αργύρης Καστανιώτης, ο βετεράνος αστυνομικός συντάκτης Πάνος Σόμπολος, η δημοσιογράφος Αναστασία Γιάμαλη, η παρουσιάστρια Φαίη Σκορδά, κ.ά. 

Παίρνοντας το λόγο στο τέλος της συζήτησης, η Αγγελική Νικολούλη εξήγησε γιατί συνεχίζει, παρά τις κατά καιρούς δυσκολίες, την εκπομπή: «Συνεχίζω γιατί δεν θέλω, και πιστεύω κανείς από εμάς δεν θέλει, η κοινωνία μας να συνηθίσει στο σκοτάδι και να σιωπά. Να θεωρεί τη βία σαν ένα φυσικό αποτέλεσμα και να μην αντιδρά. Να πιστεύει ότι η ανθρώπινη ζωή είναι αναλώσιμη και να κλείνει τα μάτια. Αυτό το βιβλίο, και το λέω με την ψυχή μου, είναι αφιερωμένο σε όλους αυτούς που δίνουν τον δικό τους αγώνα, στον καθένα ξεχωριστά, για την αλήθεια, για την δικαίωση. Για να πάψει ο φόβος να επικρατεί και να διαλύσει το σκοτάδι».

Στο τέλος, μας άφησε και με έναν ερωτηματικό. Στην ερώτηση της Νίκης Λυμπεράκη αν θα ήθελε το βιβλίο της να γίνει τηλεοπτική σειρά ή κινηματογραφική ταινία, η Αγγελική Νικολούλη απάντησε λακωνικά: …«Ίδωμεν».